Οι προσπάθειες για μια νέα συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο, με Αμερικανούς και Άραβες αξιωματούχους να εκφράζουν ανησυχία ότι ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο ο Τραμπ χειρίζεται δημόσια την κρίση μπορεί να καταστεί βασικό εμπόδιο για μια βιώσιμη διπλωματική λύση.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η επιτυχία μιας συμφωνίας δεν εξαρτάται μόνο από τεχνικά ζητήματα — όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν — αλλά και από κάτι πιο «πολιτικό και ψυχολογικό»: το κατά πόσο η Τεχεράνη μπορεί να παρουσιάσει οποιαδήποτε συμφωνία ως μορφή νίκης.
Η “λογική της τιμής” στη διπλωματία
Αναλυτές και αξιωματούχοι που συμμετέχουν ή παρακολουθούν τις συνομιλίες τονίζουν ότι το Ιράν — πέρα από το καθεστώς του — λειτουργεί με ισχυρή ανάγκη διατήρησης εσωτερικής νομιμοποίησης και αξιοπρέπειας.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν δεχθεί σημαντικούς περιορισμούς στο πυρηνικό του πρόγραμμα, η κυβέρνηση της Τεχεράνης πρέπει να μπορεί να το παρουσιάσει στο εσωτερικό της χώρας ως:
- επιτυχία αντί για ήττα,
- συμβιβασμό αντί για παράδοση,
- πολιτική ισορροπία αντί για ταπείνωση.
Ο Τραμπ και η στρατηγική της πίεσης
Ο Τραμπ, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, συνεχίζει μια σκληρή ρητορική που περιλαμβάνει:
- χαρακτηρισμούς κατά Ιρανών ηγετών,
- απειλές για στρατιωτική κλιμάκωση,
- και δημόσιες δηλώσεις περί «πλήρους νίκης» των ΗΠΑ.
Αμερικανοί και Άραβες αξιωματούχοι εκτιμούν ότι αυτή η προσέγγιση μπορεί να δυσκολέψει την Τεχεράνη να αποδεχθεί μια συμφωνία, καθώς η δημόσια εικόνα ήττας θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει το καθεστώς εσωτερικά.
Το Ιράν δεν εμπιστεύεται την Ουάσιγκτον
Η δυσπιστία της Τεχεράνης προς τον Τραμπ είναι βαθιά.
Το Ιράν:
- θεωρεί ότι «κάηκε» από την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία του 2015,
- θυμάται τις αμερικανικές και ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις,
- και αντιμετωπίζει την Ουάσιγκτον ως αναξιόπιστο διαπραγματευτή.
Παράλληλα, η ένταση έχει και ιστορικό υπόβαθρο, με το Ιράν να επικαλείται συχνά την αμερικανική εμπλοκή στο πραξικόπημα του 1953 ως σημείο δυσπιστίας απέναντι στη Δύση.
“Face-saving” η κρίσιμη λέξη
Διπλωμάτες που συμμετέχουν στις συνομιλίες υπογραμμίζουν ότι ο βασικός όρος-κλειδί είναι το λεγόμενο “face-saving” — δηλαδή η δυνατότητα κάθε πλευράς να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της.
Ένας ανώτερος Άραβας αξιωματούχος δήλωσε χαρακτηριστικά ότι:
«Το Ιράν πρέπει να μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν παραδόθηκε. Και ο Τραμπ θέλει να μπορεί να πει ότι κέρδισε. Η εξίσωση αυτή είναι δύσκολη.»
Σύγκριση με το παρελθόν: Ομπάμα vs Τραμπ
Η συμφωνία του 2015, επί προεδρίας Ομπάμα, θεωρείται παράδειγμα πιο “χαμηλών τόνων” διπλωματίας, όπου και οι δύο πλευρές μπορούσαν να παρουσιάσουν το αποτέλεσμα ως επιτυχία.
Αντίθετα, η σημερινή προσέγγιση χαρακτηρίζεται από:
- υψηλή ένταση ρητορικής,
- δημόσιες απειλές,
- και λιγότερο χώρο για συμβιβασμούς χωρίς πολιτικό κόστος.
Το παράδοξο της διαπραγμάτευσης
Παρά την ένταση, διπλωμάτες αναφέρουν ότι παρασκηνιακά οι συνομιλίες συνεχίζονται, με πιθανό στόχο ένα αρχικό πλαίσιο συμφωνίας που θα δώσει και στις δύο πλευρές «χώρο ελιγμών».
Το βασικό ερώτημα παραμένει:μπορεί να υπάρξει συμφωνία όταν και οι δύο πλευρές χρειάζονται να δηλώσουν ότι “νίκησαν”;
Στρατηγικό διακύβευμα
Πέρα από τη διπλωματία, το ζήτημα έχει παγκόσμιες προεκτάσεις:
- την ενεργειακή σταθερότητα,
- τις τιμές πετρελαίου,
- και την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή.
Η αποτυχία συμφωνίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα κλιμάκωση, ενώ μια επιτυχία θα απαιτούσε ένα εξαιρετικά λεπτό πολιτικό ισοζύγιο μεταξύ ισχύος και συμβολισμού.
Πηγή: pagenews.gr
