Μέχρι πριν από λίγους μήνες, το ενδεχόμενο το Πακιστάν να διαδραματίζει ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν θα φάνταζε σχεδόν αδιανόητο.
Οι σχέσεις Ισλαμαμπάντ και Τεχεράνης χαρακτηρίζονταν επί δεκαετίες από καχυποψία, ανταγωνισμό και περιοδικές εντάσεις στα κοινά τους σύνορα. Ωστόσο, η γεωπολιτική σπάνια ακολουθεί σταθερές γραμμές. Και στη σημερινή Μέση Ανατολή, όπου όλοι αναζητούν μια έξοδο από τη διαρκή κρίση, το Πακιστάν ανακαλύπτει έναν νέο ρόλο: εκείνον του χρήσιμου ενδιάμεσου.
Στο επίκεντρο αυτής της μεταμόρφωσης βρίσκεται ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ. Σε μια χώρα όπου η πραγματική εξουσία συχνά δεν βρίσκεται στο κοινοβούλιο αλλά στα στρατιωτικά γραφεία του Ραουαλπίντι, ο Μουνίρ επιχειρεί να μετατρέψει μια περιφερειακή δύναμη με βαθιά οικονομικά προβλήματα σε αναγκαίο γεωπολιτικό συνομιλητή.
Η χρονική συγκυρία είναι ιδανική. Η Ουάσιγκτον αναζητεί διπλωματική διέξοδο από μια κρίση που απειλεί να μετατραπεί σε μόνιμο στρατηγικό βάρος. Η Τεχεράνη χρειάζεται επειγόντως έναν μηχανισμό αποκλιμάκωσης χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί. Και οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου επιθυμούν σταθερότητα σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή ασφάλεια και οι επενδύσεις βρίσκονται στο επίκεντρο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Πακιστάν προσφέρεται ως ο ιδανικός αγγελιοφόρος.
Το παράδοξο είναι ότι η σημερινή προσέγγιση Ιράν–Πακιστάν δεν βασίζεται σε βαθιά στρατηγική εμπιστοσύνη. Αντίθετα, μόλις το 2024 οι δύο χώρες αντάλλασσαν πυραυλικά πλήγματα στις παραμεθόριες περιοχές του Μπαλουχιστάν. Η Τεχεράνη κατηγορούσε ένοπλες σουνιτικές οργανώσεις ότι χρησιμοποιούν πακιστανικό έδαφος, ενώ το Ισλαμαμπάντ απαντούσε με δικές του επιχειρήσεις.
Οι δομικές αντιθέσεις παραμένουν.
Το Ιράν αποτελεί τον πυρήνα της σιιτικής επιρροής στη Μέση Ανατολή. Το Πακιστάν είναι μία από τις μεγαλύτερες σουνιτικές χώρες του κόσμου και διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Σαουδική Αραβία. Επιπλέον, οι δύο χώρες έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις στο Αφγανιστάν, στις ισλαμικές οργανώσεις της περιοχής και στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Και όμως, η ανάγκη δημιουργεί συμμαχίες που η ιστορία δεν προβλέπει.
Για τον Μουνίρ, η διαμεσολάβηση προσφέρει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια διπλωματική επιτυχία. Προσφέρει διεθνή νομιμοποίηση. Οι κινήσεις προσέγγισης προς τον Ντόναλντ Τραμπ, η προσπάθεια ανάδειξης του Πακιστάν ως δύναμης σταθερότητας και οι προτάσεις οικονομικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική επανατοποθέτησης της χώρας.
Το Πακιστάν επιδιώκει να πείσει τη Δύση ότι δεν είναι απλώς ένας στρατηγικός εταίρος της Κίνας, αλλά ένας αυτόνομος γεωπολιτικός παίκτης με δική του αξία.
Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη αντιμετωπίζει τη συνεργασία αυτή περισσότερο ως εργαλείο παρά ως στρατηγική στροφή. Η ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας γνωρίζει ότι η βασική δυσπιστία απέναντι στο Πακιστάν δεν έχει εξαφανιστεί. Ωστόσο, η ανάγκη αποκλιμάκωσης και η αναζήτηση διαύλων επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον καθιστούν το Ισλαμαμπάντ χρήσιμο.
Στο βάθος όλων αυτών βρίσκεται η μεγάλη εικόνα.
Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα περίοδο αναδιάταξης ισχύος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να μειώσουν το στρατηγικό τους βάρος στην περιοχή χωρίς να χάσουν την επιρροή τους. Η Κίνα ενισχύει την οικονομική παρουσία της. Οι χώρες του Κόλπου επενδύουν στην περιφερειακή σταθερότητα. Και περιφερειακές δυνάμεις όπως το Πακιστάν επιχειρούν να εκμεταλλευθούν τα κενά που δημιουργούνται.
Το ερώτημα δεν είναι αν το Πακιστάν μπορεί να λύσει τις διαφορές ΗΠΑ και Ιράν.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να μετατρέψει μια συγκυριακή διπλωματική αποστολή σε μόνιμο γεωπολιτικό κεφάλαιο.
Μέχρι στιγμής, το Ισλαμαμπάντ μοιάζει να κερδίζει χρόνο, επιρροή και διεθνή προσοχή.
Το αν αυτή η εύθραυστη «χορογραφία» μεταξύ Πακιστάν και Ιράν θα εξελιχθεί σε πραγματική στρατηγική σχέση ή θα παραμείνει μια προσωρινή συμμαχία ανάγκης, είναι κάτι που θα κριθεί όχι στα διπλωματικά σαλόνια του σήμερα, αλλά στις κρίσεις του αύριο.
Πηγή: pagenews.gr
