Γεωπολιτικά

Οι στρατηγοί «φρέναραν» τον Τραμπ: Τέλος οι βομβαρδισμοί στον Ορμούζ ή προετοιμασία για γενικευμένο πόλεμο;

Οι στρατηγοί «φρέναραν» τον Τραμπ: Τέλος οι βομβαρδισμοί στον Ορμούζ ή προετοιμασία για γενικευμένο πόλεμο;

Πηγή Φωτογραφίας: U.S. CENTCOM Commander Adm. Brad Cooper speaks during a press briefing at the Pentagon in April. (Photo by Saul Loeb/AFP via Getty Images)

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Ο επικεφαλής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, φέρεται να εισηγήθηκε την αναστολή των αμερικανικών πληγμάτων, κρίνοντας ότι η επιχείρηση είχε εξαντλήσει τους άμεσους στόχους της. Η έλλειψη αντιαεροπορικών πυραύλων, οι διαπραγματεύσεις Ιράν–Ομάν και το σχέδιο διεθνούς ναυτικής δύναμης διαμορφώνουν μια εύθραυστη παύση, πίσω από την οποία παραμένει ανοιχτό το σενάριο μεγάλης κλιμάκωσης.

Ένα παρασκηνιακό στρατιωτικό «φρένο» φαίνεται ότι επηρέασε καθοριστικά την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει, τουλάχιστον προσωρινά, τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς κατά ιρανικών στόχων γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.

Ο ανώτατος διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, εισηγήθηκε τον τερματισμό της συγκεκριμένης φάσης της αεροπορικής εκστρατείας, εκτιμώντας ότι είχε πλέον φτάσει στα όρια της επιχειρησιακής της αποτελεσματικότητας.

Σύμφωνα με δύο πηγές που γνωρίζουν τη θέση του και μίλησαν στο Axios, ο επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ – CENTCOM υποστήριξε ότι οι δύο εβδομάδες εντατικών πληγμάτων είχαν ήδη αποδυναμώσει σημαντικά την ικανότητα του Ιράν να επιτίθεται σε εμπορικά πλοία, ενώ οι περισσότεροι από τους στόχους που είχαν επιλεγεί για τη συγκεκριμένη επιχείρηση είχαν πλέον καταστραφεί ή εξαντληθεί.

Η εισήγηση δεν συνιστούσε γενική αντίθεση σε έναν πόλεμο με το Ιράν. Αντίθετα, έθετε στην πολιτική ηγεσία ένα πολύ πιο δύσκολο δίλημμα:

είτε σταματήστε τώρα, είτε προχωρήστε σε μεγάλη και συνολική στρατιωτική κλιμάκωση.

Η πρώτη παύση έπειτα από δύο εβδομάδες βομβαρδισμών

Για πρώτη φορά σε διάστημα δύο εβδομάδων, ο πρόεδρος Τραμπ διέταξε τις αμερικανικές δυνάμεις να μην πραγματοποιήσουν επιθέσεις κατά στόχων στη νότια ιρανική ακτή και στην περιοχή του Ορμούζ.

Η απόφαση ελήφθη την Παρασκευή, έπειτα από σύσκεψη του Αμερικανού προέδρου με κορυφαίους συμβούλους και στρατιωτικούς αξιωματούχους, οι οποίοι του παρουσίασαν ένα νέο σχέδιο πληγμάτων.

Μέχρι λίγες ώρες νωρίτερα, ο Τραμπ φερόταν να εξετάζει σοβαρά την επιστροφή σε επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας. Η στάση του άρχισε να μεταβάλλεται από το βράδυ της Πέμπτης και οριστικοποιήθηκε την Παρασκευή, μετά τις προειδοποιήσεις της στρατιωτικής ηγεσίας και την επανεκκίνηση των διπλωματικών επαφών

Η παύση δεν αποτελεί επίσημη κατάπαυση του πυρός. Πρόκειται περισσότερο για μια κατάσταση «ηρεμίας έναντι ηρεμίας», κατά την οποία οι ΗΠΑ δεν βομβαρδίζουν και το Ιράν δεν πραγματοποιεί νέες επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων ή περιφερειακών συμμάχων.

Η προσωρινή σιωπή των όπλων, όμως, μπορεί να διακοπεί ανά πάσα στιγμή.

Η κρίσιμη εισήγηση του ναυάρχου Κούπερ

Ο Μπραντ Κούπερ είχε υποβάλει νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα την αξιολόγησή του στο Πεντάγωνο, στο Συμβούλιο Αρχηγών Επιτελείων και στον Λευκό Οίκο.

Κατά την εισήγησή του, οι αμερικανικές επιθέσεις:

  • περιόρισαν τις ιρανικές δυνατότητες προσβολής εμπορικών πλοίων,
  • κατέστρεψαν ή αποδυνάμωσαν παράκτια πυραυλικά συστήματα,
  • έπληξαν βάσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών,
  • περιόρισαν τις δυνατότητες επιτήρησης και στοχοποίησης,
  • εξάντλησαν τους περισσότερους προκαθορισμένους στόχους της συγκεκριμένης φάσης.

Ο διοικητής της CENTCOM φέρεται να τόνισε ότι δεν υπήρχε στρατιωτικό νόημα στη συνέχιση επιθέσεων περιορισμένης έντασης, εφόσον η Ουάσιγκτον δεν ήταν έτοιμη να διευρύνει συνολικά τον πόλεμο.

Με άλλα λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν φτάσει σε ένα σημείο φθίνουσας απόδοσης: κάθε νέο πλήγμα θα είχε μικρότερο επιχειρησιακό όφελος, αλλά θα διατηρούσε υψηλό τον κίνδυνο ιρανικών αντιποίνων, απωλειών και γενικευμένης ανάφλεξης.

Το υπόλοιπο 20% των στόχων και η «Επιχείρηση Epic Fury»

Σύμφωνα με τις πληροφορίες, περίπου το 80% των στόχων που είχαν οριστεί στο πλαίσιο της προηγούμενης μεγάλης αμερικανικής επιχείρησης είχε ήδη πληγεί.

Ο Κούπερ φέρεται να ανέφερε ότι, εάν ο πρόεδρος επιθυμούσε την ολοκλήρωση του εναπομείναντος 20%, αυτό θα απαιτούσε επιστροφή σε ευρείες πολεμικές επιχειρήσεις αντί για συνέχιση των περιορισμένων επιθέσεων στον Ορμούζ.

Το σενάριο αυτό δεν θα αφορούσε μόνο παράκτιες εγκαταστάσεις. Θα μπορούσε να περιλαμβάνει:

  • βαλλιστικούς πυραύλους στο εσωτερικό του Ιράν,
  • κέντρα διοίκησης των Φρουρών της Επανάστασης,
  • εγκαταστάσεις παραγωγής drones,
  • συστήματα αεράμυνας,
  • ναυτικές βάσεις,
  • αποθήκες πυρομαχικών,
  • δίκτυα επικοινωνιών και διοίκησης.

Μια τέτοια επιχείρηση θα σήμαινε στην πράξη μετάβαση από την προσπάθεια προστασίας της ναυσιπλοΐας σε μια ευρύτερη εκστρατεία αποδυνάμωσης της ιρανικής στρατιωτικής ισχύος.

Το στρατιωτικό μήνυμα προς τον Τραμπ

Η εισήγηση του επικεφαλής της CENTCOM αποτύπωνε ένα διαχρονικό όριο της αεροπορικής ισχύος.

Οι βομβαρδισμοί μπορούν να καταστρέψουν εγκαταστάσεις, εκτοξευτές και αποθήκες. Δεν μπορούν, όμως, από μόνοι τους:

  • να επιβάλουν μόνιμα την ελεύθερη ναυσιπλοΐα,
  • να εξουδετερώσουν όλες τις κινητές ιρανικές μονάδες,
  • να αποτρέψουν τη ναρκοθέτηση,
  • να αλλάξουν τη στρατηγική απόφαση της Τεχεράνης,
  • να εξασφαλίσουν πολιτική συμφωνία.

Η ιρανική ακτογραμμή είναι μεγάλη, οι εκτοξευτές μπορούν να μετακινούνται και οι ναυτικές νάρκες μπορούν να τοποθετηθούν χωρίς να εντοπιστούν εγκαίρως.

Ακόμη και αν καταστραφεί μεγάλο μέρος των ιρανικών δυνατοτήτων, η Τεχεράνη χρειάζεται μόνο λίγους πυραύλους, drones ή ταχύπλοα για να διατηρήσει υψηλά τα ασφάλιστρα και να αποθαρρύνει τη διεθνή ναυτιλία.

Η δεύτερη προειδοποίηση: Λιγοστεύουν οι αναχαιτιστικοί πύραυλοι

Η απόφαση του Τραμπ δεν φαίνεται να επηρεάστηκε μόνο από την εξάντληση των στόχων.

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Αρχηγών Επιτελείων, στρατηγός Νταν Κέιν, προειδοποίησε ιδιωτικά τον πρόεδρο και τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ ότι τα αποθέματα αντιαεροπορικών αναχαιτιστικών πυραύλων έχουν μειωθεί σε επικίνδυνο βαθμό.

Η ανησυχία αφορά κυρίως πυραύλους για συστήματα Patriot και THAAD, που χρησιμοποιούνται για την προστασία αμερικανικών βάσεων, στρατευμάτων και συμμαχικών κρατών από ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους και drones.

Η προειδοποίηση δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έχουν εξαντλήσει την αεράμυνά τους. Σημαίνει ότι κάθε νέα μεγάλη επιχείρηση αυξάνει τον ρυθμό κατανάλωσης πυραύλων οι οποίοι:

  • είναι εξαιρετικά ακριβοί,
  • παράγονται με περιορισμένο ρυθμό,
  • απαιτούν μεγάλο χρόνο αναπλήρωσης,
  • είναι απαραίτητοι και σε άλλα μέτωπα, όπως η Ευρώπη και ο Ειρηνικός.

Το πρόβλημα δεν είναι τα αεροσκάφη αλλά η άμυνα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν επαρκή αεροπορική ισχύ για να συνεχίσουν να βομβαρδίζουν το Ιράν.

Το δυσκολότερο ερώτημα είναι εάν μπορούν να προστατεύσουν αποτελεσματικά επί μακρόν:

  • τις βάσεις τους στο Ιράκ,
  • τις δυνάμεις τους στη Συρία,
  • στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ιορδανία,
  • το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα,
  • το Μπαχρέιν,
  • το Κουβέιτ,
  • το Ισραήλ,
  • τη Σαουδική Αραβία.

Η Τεχεράνη έχει αποδείξει ότι μπορεί να χρησιμοποιεί ταυτόχρονα πυραύλους, drones και επιθέσεις από διαφορετικά γεωγραφικά σημεία, επιδιώκοντας να υπερφορτώσει τα συστήματα αεράμυνας.

Έτσι, η αριθμητική των αναχαιτιστικών γίνεται εξίσου σημαντική με την αριθμητική των βομβών.

Γιατί η αμερικανική υπεροχή δεν σημαίνει εύκολη νίκη

Η αμερικανική πολεμική μηχανή διαθέτει σαφή τεχνολογική και ποιοτική υπεροχή απέναντι στο Ιράν.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί εύκολα να πετύχει όλους τους πολιτικούς στόχους της.

Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να νικήσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ. Χρειάζεται να:

  • διατηρήσει μέρος των πυραυλικών της δυνάμεων,
  • προκαλεί περιστατικά στη ναυσιπλοΐα,
  • απειλεί αμερικανικές βάσεις,
  • αυξάνει το κόστος του πολέμου,
  • διευρύνει τη σύγκρουση μέσω συμμάχων,
  • αντέχει περισσότερο πολιτικά από την Ουάσιγκτον.

Πρόκειται για μια στρατηγική φθοράς, στην οποία η στρατιωτική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε γρήγορη πολιτική επικράτηση.

Ο Τραμπ ανάμεσα στους στρατηγούς και στους «σκληρούς»

Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εισηγήσεις.

Η πρώτη υποστηρίζει ότι η εκστρατεία έχει ήδη πετύχει σημαντικό μέρος των στόχων της και ότι πρέπει να δοθεί χώρος στη διπλωματία.

Η δεύτερη θεωρεί ότι η παύση επιτρέπει στο Ιράν:

  • να ανασυγκροτήσει τις πυραυλικές του δυνάμεις,
  • να μετακινήσει κινητούς εκτοξευτές,
  • να επισκευάσει στρατιωτικές εγκαταστάσεις,
  • να ανανεώσει τα αποθέματα drones,
  • να εμφανίσει την αμερικανική παύση ως υποχώρηση.

Η κυβέρνηση Τραμπ δηλώνει ότι «όλες οι επιλογές παραμένουν στο τραπέζι», διατηρώντας εσκεμμένα ασαφές εάν η αναστολή είναι διπλωματικό άνοιγμα ή προετοιμασία για ένα πολύ μεγαλύτερο πλήγμα.

Μάικ Γουόλτς: Ο Τραμπ δίνει χώρο στις συνομιλίες

Ο Αμερικανός πρέσβης στον ΟΗΕ Μάικ Γουόλτς δήλωσε ότι οι συνομιλίες με το Ιράν συνεχίζονται «σε κάθε επίπεδο».

Παράλληλα, ανέφερε ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να διατηρεί όλες τις επιλογές ανοικτές, αλλά επιλέγει να δώσει στη διαπραγμάτευση κάποιον χώρο.

Η διατύπωση είναι προσεκτική. Η Ουάσιγκτον δεν δεσμεύεται ότι θα διατηρήσει την παύση ούτε ότι θα δεχθεί το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων Ιράν–Ομάν.

Αντίθετα, κρατά τη στρατιωτική απειλή ενεργή ως μέσο πίεσης προς την Τεχεράνη.

Το Ομάν αναζητά φόρμουλα για την επαναλειτουργία του Ορμούζ

Το Ιράν και το Ομάν διαπραγματεύονται μια νέα διευθέτηση για την ασφαλή επαναλειτουργία των Στενών.

Το Μουσκάτ έχει παραδοσιακά λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσιγκτον, διατηρώντας ανοικτούς διαύλους ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδους.

Η επιδιωκόμενη συμφωνία θα μπορούσε να περιλαμβάνει:

  • παύση των ιρανικών επιθέσεων σε εμπορικά πλοία,
  • απομάκρυνση ή εξουδετέρωση ναρκών,
  • σταδιακή επανάληψη της ναυσιπλοΐας,
  • περιορισμό των αμερικανικών πληγμάτων,
  • μηχανισμό επικοινωνίας για την αποφυγή επεισοδίων,
  • διεθνείς εγγυήσεις ασφαλούς διέλευσης.

Το δύσκολο σημείο είναι αν μια διμερής συμφωνία ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν θα θεωρηθεί επαρκής από την κυβέρνηση Τραμπ.

Το πρόβλημα της εμπιστοσύνης

Ακόμη και αν η Τεχεράνη δεσμευθεί ότι δεν θα επιτίθεται σε πλοία, οι ναυτιλιακές εταιρείες δεν θα επιστρέψουν αμέσως.

Θα χρειαστούν αποδείξεις ότι:

  • τα ναρκοπέδια έχουν χαρτογραφηθεί,
  • τα ιρανικά ταχύπλοα δεν θα προσεγγίζουν εμπορικά πλοία,
  • οι παράκτιοι πύραυλοι δεν θα ενεργοποιηθούν ξανά,
  • οι ΗΠΑ δεν θα επαναλάβουν αιφνιδιαστικά τους βομβαρδισμούς,
  • τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου μπορούν να μειωθούν.

Η εμπιστοσύνη στη ναυσιπλοΐα δεν αποκαθίσταται με μία ανακοίνωση. Απαιτεί ημέρες ή εβδομάδες σταθερότητας.

Η νέα διεθνής ναυτική συμμαχία

Παράλληλα με τη διπλωματία, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο σχεδιάζουν διεθνή διάσκεψη για τη δημιουργία συμμαχίας που θα προστατεύει τη ναυσιπλοΐα και θα συμβάλει στην εκκαθάριση ναρκών στα Στενά.

Η συνάντηση εξετάζεται να πραγματοποιηθεί στο Λονδίνο με τη συμμετοχή υπουργών Άμυνας και υψηλόβαθμων στρατιωτικών από δυτικές και περιφερειακές χώρες. Μέχρι στιγμής δεν έχει οριστεί τελική ημερομηνία ούτε έχει συμφωνηθεί πλήρης ατζέντα.

Η δύναμη θα μπορούσε να αναλάβει:

  • συνοδεία εμπορικών πλοίων,
  • επιχειρήσεις ναρκαλιείας,
  • εναέρια και θαλάσσια επιτήρηση,
  • ανταλλαγή πληροφοριών,
  • προστασία κρίσιμων πετρελαϊκών εγκαταστάσεων,
  • διάσωση πληρωμάτων.

Ποιοι θα συμμετάσχουν και ποιοι θα διστάσουν

Η συγκρότηση της συμμαχίας δεν θα είναι εύκολη.

Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν άμεσο συμφέρον από την προστασία της ναυσιπλοΐας, αλλά αρκετές θα διστάσουν να εμπλακούν σε μια επιχείρηση που μπορεί να θεωρηθεί μέρος του αμερικανικού πολέμου κατά του Ιράν.

Τα κράτη του Κόλπου αντιμετωπίζουν ακόμη δυσκολότερο δίλημμα.

Χρειάζονται την αμερικανική ασφάλεια, αλλά γνωρίζουν ότι η συμμετοχή τους σε αντιιρανική στρατιωτική συμμαχία μπορεί να τα μετατρέψει σε στόχους αντιποίνων.

Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν επιθυμούν την επαναλειτουργία του Ορμούζ, χωρίς όμως να βρεθούν στην πρώτη γραμμή μιας νέας περιφερειακής σύγκρουσης.

Η ναρκοθέτηση ως φθηνό όπλο υψηλού κόστους

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι οι θαλάσσιες νάρκες.

Για το Ιράν, η τοποθέτηση ναρκών αποτελεί σχετικά φθηνή επιχείρηση. Για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, όμως, η ανίχνευση και εξουδετέρωσή τους απαιτεί:

  • ειδικά πλοία,
  • μη επανδρωμένα υποβρύχια συστήματα,
  • ελικόπτερα,
  • δύτες,
  • χρόνο,
  • πλήρη κάλυψη από εχθρικές επιθέσεις.

Ακόμη και η υποψία ότι υπάρχουν νάρκες αρκεί για να διακόψει τη ναυσιπλοΐα.

Ένα μόνο πλήγμα σε δεξαμενόπλοιο μπορεί να αυξήσει άμεσα το κόστος ασφάλισης για εκατοντάδες άλλα πλοία.

Η Ισραηλινή πίεση για συνέχιση του πολέμου

Η προσωρινή αμερικανική παύση δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ συμμερίζεται πλήρως τη λογική της αποκλιμάκωσης.

Η ισραηλινή κυβέρνηση θεωρεί ότι η στρατιωτική πίεση πρέπει να συνεχιστεί μέχρι το Ιράν να εγκαταλείψει κρίσιμα τμήματα του πυρηνικού και πυραυλικού του προγράμματος.

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εξακολουθεί να παρουσιάζει το ιρανικό καθεστώς ως στρατηγική και υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ, επιδιώκοντας να πείσει την Ουάσιγκτον ότι η παύση δεν πρέπει να μετατραπεί σε μόνιμη αποκλιμάκωση.

Η διαφορά προτεραιοτήτων είναι εμφανής:

  • οι ΗΠΑ θέλουν πρώτα να ανοίξει ο Ορμούζ,
  • το Ισραήλ θέλει συνολική αποδυνάμωση του Ιράν,
  • η Τεχεράνη ζητά άρση της στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης.

Οι στρατιωτικοί δεν ζητούν ειρήνη – Ζητούν καθαρό στόχο

Η εισήγηση του ναυάρχου Κούπερ δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αντιπολεμική ανταρσία απέναντι στον Λευκό Οίκο.

Η λογική του ήταν καθαρά επιχειρησιακή.

Οι στρατιωτικοί ζητούν από την πολιτική ηγεσία να καθορίσει τι ακριβώς θέλει να πετύχει:

  • απλή προστασία των εμπορικών πλοίων;
  • πλήρη επαναλειτουργία του Ορμούζ;
  • καταστροφή της ιρανικής ναυτικής ισχύος;
  • αποδυνάμωση των Φρουρών της Επανάστασης;
  • αλλαγή καθεστώτος;
  • νέα πυρηνική συμφωνία;

Κάθε στόχος απαιτεί διαφορετική δύναμη, διάρκεια και επίπεδο κινδύνου.

Η συνέχιση περιορισμένων βομβαρδισμών χωρίς σαφή πολιτικό σκοπό δημιουργεί κόστος χωρίς να εγγυάται αποτέλεσμα.

Το φάντασμα ενός πολέμου χωρίς έξοδο

Το Ιράν δεν είναι ένας αντίπαλος που μπορεί εύκολα να εξαναγκαστεί σε παράδοση μέσω μερικών εβδομάδων αεροπορικών επιθέσεων.

Διαθέτει:

  • μεγάλη γεωγραφική έκταση,
  • διασπορά στρατιωτικών εγκαταστάσεων,
  • υπόγειες υποδομές,
  • χιλιάδες drones και πυραύλους,
  • περιφερειακούς συμμάχους,
  • εμπειρία δεκαετιών σε συνθήκες κυρώσεων.

Μια συνολική εκστρατεία θα μπορούσε να διαρκέσει μήνες, να απαιτήσει τεράστια αποθέματα πυρομαχικών και να προκαλέσει επιθέσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο φαίνεται ότι επιχείρησαν να καταστήσουν σαφή οι στρατιωτικοί σύμβουλοι του Τραμπ.

Τρία σενάρια για την επόμενη φάση

1. Συμφωνία για τον Ορμούζ

Το Ιράν δεσμεύεται να σταματήσει τις επιθέσεις και να διευκολύνει την εκκαθάριση των ναρκών. Οι ΗΠΑ διατηρούν την παύση και η ναυσιπλοΐα επανέρχεται σταδιακά.

Πρόκειται για το καλύτερο άμεσο σενάριο, αλλά όχι για συνολική λύση της αμερικανοϊρανικής σύγκρουσης.

2. Παρατεταμένη «ηρεμία έναντι ηρεμίας»

Καμία πλευρά δεν επιτίθεται μαζικά, αλλά δεν επιτυγχάνεται επίσημη συμφωνία.

Η ναυσιπλοΐα παραμένει περιορισμένη, τα ασφάλιστρα υψηλά και η στρατιωτική κινητοποίηση συνεχίζεται.

Πρόκειται για εύθραυστη ισορροπία που μπορεί να καταρρεύσει από ένα μόνο επεισόδιο.

3. Επιστροφή στη μεγάλη κλιμάκωση

Εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν ή το Ιράν επιτεθεί ξανά σε πλοίο ή αμερικανική βάση, ο Τραμπ μπορεί να εγκρίνει το ευρύτερο σχέδιο πληγμάτων.

Σε αυτή την περίπτωση, η Ουάσιγκτον δεν θα επιστρέψει απλώς στους προηγούμενους βομβαρδισμούς. Θα επιχειρήσει πιθανότατα να καταστρέψει το εναπομείναν 20% των στόχων και να πλήξει βαθύτερα την ιρανική στρατιωτική υποδομή.

Η παύση είναι επιχειρησιακή, όχι στρατηγική

Η απόφαση να σταματήσουν οι βομβαρδισμοί δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν τον πόλεμο ούτε ότι ο Τραμπ άλλαξε συνολικά πολιτική απέναντι στο Ιράν.

Σημαίνει ότι η συγκεκριμένη μορφή της επιχείρησης είχε φτάσει στο σημείο όπου τα νέα πλήγματα προσέφεραν περιορισμένο όφελος και αυξανόμενο κίνδυνο.

Η στρατιωτική ηγεσία έθεσε ουσιαστικά στον πρόεδρο ένα τελεσίγραφο στρατηγικής:

χωρίς απόφαση για γενικευμένη σύγκρουση, η συνέχιση των ίδιων βομβαρδισμών δεν έχει νόημα.

Το Ορμούζ θα κρίνει εάν η παύση γίνει ειρήνη ή προοίμιο πολέμου

Οι επόμενες ημέρες θα καθοριστούν από τρία παράλληλα μέτωπα:

  • τις διαπραγματεύσεις του Ομάν,
  • την ασφάλεια της εμπορικής ναυσιπλοΐας,
  • την απόφαση του Τραμπ για το εναπομείναν πακέτο στόχων.

Εάν τα πλοία επιστρέψουν χωρίς νέες επιθέσεις, ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορεί να παρουσιάσει την παύση ως επιτυχία της στρατιωτικής πίεσης.

Εάν, όμως, υπάρξει νέο πλήγμα, νέα ναρκοθέτηση ή κατάρρευση των συνομιλιών, το επιχείρημα των «σκληρών» θα ενισχυθεί: ότι η περιορισμένη εκστρατεία δεν αρκεί και ότι μόνο μια πολύ μεγαλύτερη επίθεση μπορεί να επιβάλει την αμερικανική απαίτηση.

Η σιωπή πάνω από τον Ορμούζ δεν είναι ακόμη ειρήνη. Είναι η στιγμή κατά την οποία η Ουάσιγκτον αποφασίζει αν θα αποδεχθεί τα όρια της αεροπορικής ισχύος ή αν θα περάσει στο επόμενο, πολύ πιο επικίνδυνο κεφάλαιο του πολέμου.

Πηγή: pagenews.gr

Κώστας Καλλιαντέρης
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Κώστας Καλλιαντέρης Οικονομικός Συντάκτης
Εξειδικεύεται στην κάλυψη θεμάτων οικονομίας, επιχειρηματικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κατασκευών και αγορών. Παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αναλύοντας τις επιπτώσεις τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την πραγματική οικονομία. Διαθέτει εμπειρία στη δημοσιογραφική κάλυψη οικονομικού και πολιτικού ρεπορτάζ, καθώς και στη σύνταξη αναλυτικών άρθρων για την αγορά, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο