Από τη Νορμανδία στο Νέο Δόγμα Τραμπ: «Η Ευρώπη να Υπερασπιστεί Μόνη της τον Εαυτό της»
Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία όπου ο συμβολισμός ενός τόπου είναι πιο ισχυρός από τις ίδιες τις δηλώσεις.
Η επιλογή του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ να απευθύνει νέο μήνυμα προς την Ευρώπη από τη Νορμανδία, τον τόπο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέβαλαν καθοριστικά στην απελευθέρωση της ευρωπαϊκής ηπείρου το 1944, μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί.
Ογδόντα δύο χρόνια μετά την D-Day, η Ουάσιγκτον δεν μιλά πλέον για περισσότερη αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη.
Μιλά για λιγότερη.
Και καλεί τους Ευρωπαίους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη δική τους άμυνα.
Η νέα αμερικανική στρατηγική
Οι δηλώσεις του Χέγκσεθ αποτυπώνουν μια βαθύτερη μεταβολή που συντελείται στη στρατηγική σκέψη της Ουάσιγκτον.
Για δεκαετίες, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη θεωρούνταν δεδομένη.
Από τον Ψυχρό Πόλεμο μέχρι τη μεταψυχροπολεμική εποχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούσαν ως ο απόλυτος εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Σήμερα όμως οι αμερικανικές προτεραιότητες αλλάζουν.
Η άνοδος της Κίνας, οι εντάσεις στον Ινδο-Ειρηνικό, η τεχνολογική αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου και η ανάγκη ανακατανομής στρατιωτικών πόρων ωθούν τις ΗΠΑ σε μια διαφορετική προσέγγιση.
Η Ευρώπη παραμένει σημαντική.
Δεν αποτελεί όμως πλέον το επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής.
Το τέλος μιας εποχής
Η φράση του Χέγκσεθ ότι «η Ευρώπη πρέπει να είναι η πρώτη που θα διασφαλίσει τη συμβατική της άμυνα» μπορεί να αποδειχθεί ιστορική.
Ουσιαστικά συμπυκνώνει το νέο δόγμα της Ουάσιγκτον.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποχωρούν από την Ευρώπη.
Αλλά δεν προτίθενται πλέον να καλύπτουν μόνες τους τα κενά των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων.
Η απαίτηση για αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν είναι καινούργια.
Ξεκίνησε επί της πρώτης προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, συνεχίστηκε με διαφορετική ρητορική επί Μπάιντεν και σήμερα επιστρέφει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Η διαφορά είναι ότι πλέον συνοδεύεται από συγκεκριμένες κινήσεις.
Η ανακοίνωση για μείωση αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη λειτουργεί ως απτή υπενθύμιση ότι η εποχή των ανοιχτών επιταγών ασφαλείας φτάνει στο τέλος της.
Η Ευρώπη μπροστά στον λογαριασμό
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το μήνυμα είναι σαφές αλλά και ιδιαίτερα δύσκολο.
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών συνεπάγεται πολιτικό κόστος.
Σημαίνει περισσότερα χρήματα για στρατούς, εξοπλισμούς και βιομηχανική παραγωγή όπλων σε μια περίοδο όπου οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν πιέσεις από τον πληθωρισμό, τη δημοσιονομική στενότητα και τις κοινωνικές ανισότητες.
Ωστόσο ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει καταστήσει σαφές ότι η εποχή της «στρατηγικής αθωότητας» της Ευρώπης έχει τελειώσει.
Η Γερμανία, η Πολωνία, οι σκανδιναβικές χώρες και η Γαλλία έχουν ήδη ξεκινήσει μεγάλα προγράμματα επανεξοπλισμού.
Το ερώτημα είναι αν οι προσπάθειες αυτές επαρκούν για να καλύψουν το κενό που ενδεχομένως αφήσει μια σταδιακή αμερικανική αναδίπλωση.
Το πραγματικό μήνυμα προς το ΝΑΤΟ
Οι δηλώσεις του Χέγκσεθ αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα ενόψει της επόμενης συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ.
Η Συμμαχία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια θεμελιώδη πρόκληση:
Πώς θα διατηρήσει την αποτρεπτική της ισχύ εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταφέρουν ολοένα και περισσότερους πόρους προς την Ασία;
Πρακτικά, η Ουάσιγκτον ζητά από τους Ευρωπαίους να μετατραπούν από καταναλωτές ασφαλείας σε παραγωγούς ασφαλείας.
Η μετάβαση αυτή απαιτεί όχι μόνο περισσότερες δαπάνες αλλά και κοινή στρατηγική, αμυντική βιομηχανία, διαλειτουργικότητα και πολιτική βούληση.
Η μεγάλη επιστροφή της γεωπολιτικής
Η ειρωνεία είναι εμφανής.
Στη Νορμανδία τιμάται η στιγμή που η Αμερική έσωσε την Ευρώπη από τον ναζισμό.
Στην ίδια ακριβώς τοποθεσία, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας υπενθυμίζει σήμερα στους Ευρωπαίους ότι δεν μπορούν να βασίζονται επ’ αόριστον στην αμερικανική ισχύ.
Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται.
Αλλά συχνά στέλνει ισχυρά μηνύματα.
Και το μήνυμα που εκπέμπεται από τις ακτές της D-Day είναι ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή.
Μια εποχή όπου η ασφάλειά της θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις δικές της αποφάσεις, τις δικές της επενδύσεις και τη δική της στρατηγική βούληση.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ευρώπη θέλει στρατηγική αυτονομία.
Το ερώτημα είναι αν είναι έτοιμη να πληρώσει το κόστος της.
Πηγή: pagenews.gr
