ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΠΟΥ ΠΥΡΟΔΟΤΗΣΕ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟ
Στην πολιτική, μερικές φορές μία μόνο φράση αρκεί για να προκαλέσει σεισμό.
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ερωτήθηκε αν ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα είναι ξανά υποψήφιος στις επόμενες εκλογές του Ισραήλ, η απάντησή του αιφνιδίασε πολλούς:
«Δεν ξέρω.»
Για τους περισσότερους πολιτικούς ηγέτες, μια τέτοια δήλωση θα περνούσε απαρατήρητη.
Για τον Νετανιάχου όμως, τον ηγέτη που επί χρόνια επένδυσε στη στενή προσωπική σχέση με τον Τραμπ, το μήνυμα είχε βαρύ πολιτικό συμβολισμό.
ΤΟ ΛΙΚΟΥΝΤ ΕΤΡΕΞΕ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Η αντίδραση του κυβερνώντος κόμματος ήταν σχεδόν άμεση.
Το Λικούντ εξέδωσε ανακοίνωση ξεκαθαρίζοντας ότι ο Νετανιάχου θα είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές και ότι σκοπεύει να διεκδικήσει νέα θητεία στην πρωθυπουργία.
Η ταχύτητα της αντίδρασης αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο:
Στο Ισραήλ, η στήριξη της Ουάσιγκτον δεν είναι απλώς διπλωματικό πλεονέκτημα.
Είναι πολιτικό κεφάλαιο.
Και όταν ο πιο ισχυρός σύμμαχος της χώρας αφήνει να εννοηθεί ότι ίσως πλησιάζει το τέλος μιας πολιτικής εποχής, το σοκ μεταφέρεται άμεσα στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.
Η ΣΧΕΣΗ ΤΡΑΜΠ – ΝΕΤΑΝΙΑΧΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ Η ΙΔΙΑ
Για χρόνια οι δύο άνδρες θεωρούνταν σχεδόν αχώριστοι πολιτικά.
Ο Τραμπ προσέφερε στον Νετανιάχου διπλωματικές νίκες που κανένας προηγούμενος Αμερικανός πρόεδρος δεν είχε προσφέρει.
Σήμερα όμως η εικόνα είναι διαφορετική.
Οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από το Ιράν, τον Λίβανο και τις αμερικανοϊρανικές διαπραγματεύσεις έχουν δημιουργήσει σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει αποκλιμάκωση και συμφωνία με την Τεχεράνη.
Ο Νετανιάχου θεωρεί ότι η πίεση προς το Ιράν πρέπει να συνεχιστεί μέχρι τέλους.
Οι δύο στρατηγικές συγκρούονται ολοένα και πιο συχνά.
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΚΕΡΔΙΖΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΑΜΥΝΑ
Ο Νετανιάχου εισέρχεται στην προεκλογική περίοδο ίσως στην πιο δύσκολη πολιτική συγκυρία της τελευταίας δεκαετίας.
Η επίθεση της Χαμάς το 2023 εξακολουθεί να βαραίνει τη δημόσια εικόνα του.
Οι πόλεμοι στη Γάζα, στον Λίβανο και η σύγκρουση με το Ιράν έχουν εξαντλήσει μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινωνίας.
Παράλληλα, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η επόμενη εκλογική μάχη δεν θα είναι εύκολη για το κυβερνητικό στρατόπεδο.
ΟΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΕΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ
Στην απέναντι πλευρά, η αντιπολίτευση βλέπει ευκαιρία.
Πρώην πρωθυπουργοί, πρώην στρατηγοί και κεντρώες πολιτικές δυνάμεις επιχειρούν να παρουσιάσουν ένα εναλλακτικό μοντέλο ηγεσίας.
Η συζήτηση πλέον δεν αφορά μόνο το ποιος θα κυβερνήσει.
Αφορά το ποιος θα διαχειριστεί το Ισραήλ μετά από τρία χρόνια συνεχών πολέμων και γεωπολιτικών κρίσεων.
ΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΣΤΗΝ ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ
Για τον Τραμπ, ο Νετανιάχου δεν είναι πλέον μόνο σύμμαχος.
Είναι και πολιτικό ρίσκο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που σταθεροποιεί τη Μέση Ανατολή μέσω συμφωνιών και όχι μέσω ατελείωτων πολέμων.
Κάθε νέα ισραηλινή στρατιωτική κλιμάκωση δυσκολεύει αυτή την εικόνα.
Έτσι εξηγείται γιατί τους τελευταίους μήνες η Ουάσιγκτον έχει επιχειρήσει επανειλημμένα να περιορίσει ή να καθυστερήσει ισραηλινές στρατιωτικές πρωτοβουλίες.
Το πραγματικό θέμα δεν είναι αν ο Νετανιάχου θα είναι υποψήφιος.
Το πραγματικό θέμα είναι αν παραμένει ο αδιαμφισβήτητος πολιτικός ηγέτης του ισραηλινού δεξιού χώρου.
Η δημόσια αμφιβολία του Τραμπ λειτούργησε σαν πολιτικός ανιχνευτής.
Αποκάλυψε πόσο ευαίσθητο έχει γίνει το σύστημα εξουσίας γύρω από τον Νετανιάχου.
Το Λικούντ έσπευσε να τον στηρίξει.
Όμως η ταχύτητα αυτής της στήριξης ίσως αποκαλύπτει ότι το ερώτημα της διαδοχής δεν βρίσκεται πλέον στο περιθώριο.
Βρίσκεται ήδη στο κέντρο της ισραηλινής πολιτικής σκηνής.
Και καθώς πλησιάζουν οι εκλογές, η μεγαλύτερη πολιτική μάχη στο Ισραήλ μπορεί να μην αφορά τη Γάζα, το Ιράν ή τον Λίβανο.
Μπορεί να αφορά το τέλος ή την επιβίωση της εποχής Νετανιάχου.
Πηγή: pagenews.gr
