Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε τον απολογισμό της επταετίας στηριζόμενος σε τέσσερις βασικούς άξονες:
Οι δείκτες αυτοί είναι πραγματικοί και επιβεβαιώνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Τράπεζα της Ελλάδος και τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης.
Η αντιπολίτευση, όμως, απαντά ότι η οικονομία δεν αξιολογείται μόνο από τις αγορές αλλά και από την καθημερινότητα. Και εκεί αρχίζει η πραγματική πολιτική αντιπαράθεση.
Η κυβέρνηση προβάλλει ότι η Ελλάδα αναπτύχθηκε σημαντικά ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Οι αριθμοί πράγματι δείχνουν:
Την ίδια στιγμή η Ευρωζώνη κινήθηκε περίπου στο 1% κατά μέσο όρο την τελευταία τριετία.
Η αντιπολίτευση αντιτείνει ότι το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι το συνολικό ΑΕΠ αλλά το κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα.
Παρά την ανάπτυξη, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ σε όρους αγοραστικής δύναμης (Purchasing Power Standards), γεγονός που δείχνει ότι η σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη παραμένει αργή.
Εδώ δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς την κυβερνητική επιτυχία.
Η Ελλάδα έχασε την επενδυτική βαθμίδα το 2010.
Την ανέκτησε σταδιακά:
Το 2025 ακολούθησαν νέες αναβαθμίσεις, καθώς οι οίκοι επικαλέστηκαν τη δημοσιονομική πειθαρχία, την ανάπτυξη και τη βελτίωση του τραπεζικού συστήματος.
Η αντιπολίτευση δεν αμφισβητεί την αναβάθμιση.
Υποστηρίζει όμως ότι η επενδυτική βαθμίδα είναι σημαντική για το κόστος δανεισμού του κράτους και των τραπεζών, όχι κατ’ ανάγκην για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Το 2020, λόγω πανδημίας, το δημόσιο χρέος έφτασε περίπου στο 206% του ΑΕΠ.
Το 2024 υποχώρησε στο 154,2%.
Το 2025 διαμορφώθηκε περίπου στο 146,1% του ΑΕΠ, μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις που έχει καταγραφεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι μπορεί να πλησιάσει το 134% έως το 2027, εφόσον συνεχιστούν η ανάπτυξη και τα πλεονάσματα.
Η αντιπολίτευση σημειώνει ότι το ονομαστικό χρέος παραμένει πολύ υψηλό (περίπου 363 δισ. ευρώ) και ότι η μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ οφείλεται επίσης στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και στον πληθωρισμό, όχι μόνο στη δημοσιονομική πολιτική.
Το 2024 η Ελλάδα πέτυχε πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 4,7% του ΑΕΠ.
Το 2025 το πρωτογενές αποτέλεσμα έφτασε περίπου στο 4,9%, υπερβαίνοντας τον αρχικό στόχο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η χώρα διατηρεί από τα υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα στην Ευρώπη.
Η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι μέρος αυτής της υπεραπόδοσης προήλθε από αυξημένα φορολογικά έσοδα λόγω πληθωρισμού και υψηλής κατανάλωσης, ιδιαίτερα μέσω του ΦΠΑ.
Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από περίπου 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδίδει μεγάλο μέρος αυτής της ανόδου στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.
Παρά τη βελτίωση, η ίδια η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι επενδύσεις σε καινοτομία και πνευματική ιδιοκτησία παραμένουν χαμηλές και η παραγωγικότητα συνεχίζει να υστερεί σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η ανεργία υποχώρησε κάτω από τα επίπεδα του 2008.
Το 2025 κινήθηκε περίπου στο 8,2%, ενώ η απασχόληση αυξήθηκε σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Παρά την πτώση της ανεργίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τα χαμηλότερα επίπεδα αγοραστικής δύναμης στην ΕΕ, ενώ η απασχόληση παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε αρκετές κατηγορίες.
Εδώ εντοπίζεται ίσως η μεγαλύτερη κοινωνική πίεση.
Οι τιμές των διαμερισμάτων συνέχισαν να αυξάνονται και το 2025, με την Τράπεζα της Ελλάδος να καταγράφει ετήσια αύξηση περίπου 7,7% στο εννεάμηνο, έπειτα από ακόμη ισχυρότερες αυξήσεις το 2024.
Η κυβέρνηση προβάλλει προγράμματα όπως το «Σπίτι μου».
Η αντιπολίτευση απαντά ότι οι τιμές και τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αδυναμία της ελληνικής οικονομίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι, παρά τη μεγάλη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών, το απόθεμα προβληματικών δανείων στην οικονομία παραμένει υψηλό όταν συνυπολογίζονται οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers).
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εξυγίανε το τραπεζικό σύστημα.
Η αντιπολίτευση απαντά ότι το πρόβλημα μεταφέρθηκε από τις τράπεζες στους servicers και συνεχίζει να επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η επταετία 2019-2026 αφήνει δύο διαφορετικές αφηγήσεις.
Η πρώτη είναι αυτή της κυβέρνησης: μια οικονομία που επέστρεψε στην επενδυτική βαθμίδα, πέτυχε υψηλή ανάπτυξη, ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα, αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ και σημαντική βελτίωση της αξιοπιστίας της στις διεθνείς αγορές. Τα στοιχεία των ευρωπαϊκών θεσμών και των οίκων αξιολόγησης επιβεβαιώνουν ότι αυτές οι εξελίξεις είναι πραγματικές.
Η δεύτερη είναι αυτή που προβάλλει η αντιπολίτευση: ότι οι θετικές μακροοικονομικές επιδόσεις δεν μεταφράστηκαν με την ίδια ένταση στην καθημερινότητα. Το υψηλό κόστος ζωής, η στεγαστική πίεση, το ιδιωτικό χρέος και η περιορισμένη αγοραστική δύναμη τροφοδοτούν μια διαφορετική κοινωνική εμπειρία, την οποία δεν αποτυπώνουν πλήρως οι δημοσιονομικοί δείκτες.
Η τελική κρίση δεν θα διαμορφωθεί μόνο από το αν η Ελλάδα πέτυχε καλύτερους αριθμούς από το 2019 έως το 2026. Θα εξαρτηθεί και από το αν οι πολίτες θεωρούν ότι αυτή η πρόοδος βελτίωσε ουσιαστικά τη δική τους ζωή. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα και εκεί θα συνεχιστεί η αντιπαράθεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Πηγή: pagenews.gr