Η πολιτική κρίση που εκτυλίσσεται στο Ισραήλ ενδέχεται να εξελιχθεί σε μία από τις σοβαρότερες θεσμικές συγκρούσεις στην ιστορία της χώρας. Για πρώτη φορά, κυβέρνηση εμφανίζεται να αμφισβητεί όχι απλώς μια δικαστική απόφαση, αλλά την ίδια τη δεσμευτική ισχύ της, ανοίγοντας έναν επικίνδυνο κύκλο αντιπαράθεσης ανάμεσα στην εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία.
Η απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, στις αρχές Ιουλίου, να μην αποδεχθεί στην πράξη την εφαρμογή απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου για τη λειτουργία της Ανεξάρτητης Αρχής Ραδιοτηλεόρασης, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση, κορυφαίους νομικούς αλλά και τον ίδιο τον Πρόεδρο του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ.
Για πολλούς αναλυτές, δεν πρόκειται πλέον για μια συνηθισμένη πολιτική διαφωνία. Είναι η πρώτη φορά που τίθεται τόσο ανοιχτά το ερώτημα αν μια κυβέρνηση μπορεί να επιλέγει ποιες δικαστικές αποφάσεις θα εφαρμόζει και ποιες όχι.
Η αφορμή ήταν το Channel 13 – το διακύβευμα όμως είναι πολύ μεγαλύτερο
Η σύγκρουση ξεκίνησε από μια υπόθεση που αφορά τη λειτουργία του Συμβουλίου της Δεύτερης Ραδιοτηλεοπτικής Αρχής.
Μετά από διαδοχικές παραιτήσεις, το όργανο έχασε την απαιτούμενη απαρτία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεψε προσωρινά τη συνέχιση της λειτουργίας του, κρίνοντας ότι οι παραιτήσεις δημιουργούσαν την εικόνα σκόπιμης παράλυσης μιας ανεξάρτητης αρχής.
Η κυβέρνηση διαφώνησε έντονα.
Οι υπουργοί Δικαιοσύνης Γιαρίβ Λεβίν και Επικοινωνιών Σλόμο Καρχί υποστήριξαν ότι το δικαστήριο υπερέβη τις αρμοδιότητές του, αφού ο νόμος προβλέπει ρητά συγκεκριμένη απαρτία για τη λήψη αποφάσεων.
Το θέμα απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία, καθώς η συγκεκριμένη Αρχή καλείται να αποφασίσει και για την αλλαγή ιδιοκτησίας του τηλεοπτικού σταθμού Channel 13, ενός από τα πλέον επικριτικά μέσα ενημέρωσης απέναντι στον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Η μεταρρύθμιση που δεν σταμάτησε ποτέ
Η νέα κρίση αποτελεί συνέχεια της μεγάλης δικαστικής μεταρρύθμισης που προωθεί η κυβέρνηση Νετανιάχου από το 2023.
Η κυβερνητική πλειοψηφία υποστηρίζει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αποκτήσει υπερβολικά μεγάλη επιρροή εις βάρος της λαϊκής εντολής.
Αντίθετα, η αντιπολίτευση θεωρεί ότι σε μια χώρα χωρίς ενιαίο γραπτό Σύνταγμα, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αποτελεί τον σημαντικότερο θεσμικό μηχανισμό ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας.
Η ένταση κορυφώθηκε όταν, στις αρχές του 2024, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε βασικό πυλώνα της μεταρρύθμισης, κρίνοντας αντισυνταγματικό τον περιορισμό του λεγόμενου «κριτηρίου της εύλογης διοικητικής κρίσης».
Η σημερινή αντιπαράθεση ουσιαστικά επαναφέρει την ίδια σύγκρουση σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο.
Η πολιτική διάσταση των μέσων ενημέρωσης
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή συνδέεται άμεσα με τον χώρο των ΜΜΕ.
Η σύνθεση των ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών επηρεάζει άμεσα ποιοι επιχειρηματικοί όμιλοι μπορούν να αποκτήσουν τηλεοπτικές άδειες και ποια μέσα ενημέρωσης θα συνεχίσουν να λειτουργούν.
Οι επικριτές της κυβέρνησης κατηγορούν τον υπουργό Επικοινωνιών ότι επιχειρεί να ασκήσει πολιτική επιρροή μέσω της παράλυσης της ανεξάρτητης αρχής.
Η κυβέρνηση απορρίπτει κατηγορηματικά αυτές τις κατηγορίες, επιμένοντας ότι υπερασπίζεται αποκλειστικά την εφαρμογή του νόμου.
Ο παράγοντας Νετανιάχου
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα λόγω της προσωπικής δικαστικής περιπέτειας του ίδιου του πρωθυπουργού.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εξακολουθεί να δικάζεται για υποθέσεις διαφθοράς, τις οποίες ο ίδιος αρνείται.
Το γεγονός αυτό οδηγεί μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης να αντιμετωπίζει κάθε αλλαγή στη λειτουργία της Δικαιοσύνης με ιδιαίτερη καχυποψία.
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές του πρωθυπουργού θεωρούν ότι η Δικαιοσύνη έχει αποκτήσει υπερβολική πολιτική ισχύ και παρεμβαίνει σε ζητήματα που πρέπει να αποφασίζονται από εκλεγμένες κυβερνήσεις.
Οι προειδοποιήσεις της αντιπολίτευσης
Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ έκανε λόγο για ευθεία απειλή κατά του κράτους δικαίου.
Παρόμοια ήταν και η τοποθέτηση του πρώην πρωθυπουργού Ναφτάλι Μπένετ.
Ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση προκάλεσε όμως η παρέμβαση του Προέδρου Ισαάκ Χέρτζογκ.
Ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας προειδοποίησε ότι η μη συμμόρφωση σε δικαστικές αποφάσεις αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους.
Το διεθνές φαινόμενο του θεσμικού λαϊκισμού
Η κρίση στο Ισραήλ δεν εξετάζεται πλέον μόνο ως εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση.
Πολλοί διεθνείς αναλυτές τη συνδέουν με ένα ευρύτερο φαινόμενο που εμφανίζεται σε αρκετές δυτικές δημοκρατίες.
Η βασική λογική είναι παρόμοια:
εκλεγμένες κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι διαθέτουν άμεση λαϊκή νομιμοποίηση και ότι ανεξάρτητοι θεσμοί — δικαστήρια, ανεξάρτητες αρχές ή ρυθμιστικές υπηρεσίες — περιορίζουν τη δημοκρατική βούληση.
Παρόμοιες συζητήσεις έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Πολωνία, την Ουγγαρία αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.
Η λεπτή ισορροπία της δημοκρατίας
Οι υποστηρικτές της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι κανένα μη εκλεγμένο δικαστήριο δεν μπορεί να ακυρώνει διαρκώς τις αποφάσεις μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης.
Οι επικριτές της απαντούν ότι ακριβώς αυτή είναι η αποστολή της Δικαιοσύνης: να λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο όταν η πλειοψηφία υπερβαίνει τα όρια του κράτους δικαίου.
Η πραγματική δοκιμασία για κάθε δημοκρατία δεν βρίσκεται στις περιόδους πολιτικής ομαλότητας.
Βρίσκεται στις στιγμές όπου η κυβέρνηση θεωρεί μια δικαστική απόφαση πολιτικά άδικη.
Αν τότε επιλέξει να την αγνοήσει, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο μία δικαστική υπόθεση. Αφορά την ίδια τη λειτουργία των θεσμών.
Το μεγάλο διακύβευμα
Η υπόθεση του Channel 13 ίσως λυθεί μέσα από νέες δικαστικές διαδικασίες ή πολιτικό συμβιβασμό.
Το ουσιαστικό ερώτημα όμως παραμένει.
Μπορεί μια δημοκρατία να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στη λαϊκή εντολή και στον θεσμικό έλεγχο όταν η εκτελεστική εξουσία αμφισβητεί τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων της Δικαιοσύνης;
Η απάντηση δεν αφορά πλέον μόνο το Ισραήλ.
Αφορά συνολικά τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, οι οποίες καλούνται να απαντήσουν στο ίδιο διαχρονικό δίλημμα: η πολιτική πλειοψηφία κυβερνά, αλλά μπορεί να είναι και ο τελικός κριτής της νομιμότητας των δικών της πράξεων;
Πηγή: pagenews.gr
