Ο Νετανιάχου στο επίκεντρο μιας αμερικανικής πολιτικής μάχης
Σε πρώτη ανάγνωση, η δημόσια αντιπαράθεση γύρω από το ενδεχόμενο σύλληψης του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου στις Ηνωμένες Πολιτείες μοιάζει να αφορά αποκλειστικά το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και τις σχέσεις Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ.
Στην πραγματικότητα, όμως, η υπόθεση εξελίσσεται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Μετατρέπεται σε έναν νέο πολιτικό και γεωπολιτικό άξονα σύγκρουσης, ο οποίος μπορεί να επηρεάσει τόσο τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και την πορεία προς τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες: ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζοχράν Μαμντάνι.
Παρότι εκφράζουν δύο αντίθετους πολιτικούς κόσμους, η σύγκρουση γύρω από τον Νετανιάχου φαίνεται να εξυπηρετεί στρατηγικά και τους δύο.
Η δήλωση Μαμντάνι που άνοιξε νέο πολιτικό μέτωπο
Η αφετηρία της αντιπαράθεσης ήταν η προεκλογική δέσμευση του Ζοχράν Μαμντάνι ότι θα εξετάσει τις νομικές δυνατότητες εφαρμογής του εντάλματος σύλληψης που έχει εκδώσει το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου, εφόσον εκείνος επισκεφθεί τη Νέα Υόρκη.
Ο Μαμντάνι δήλωσε ότι βρίσκεται σε διαβούλευση με τους νομικούς συμβούλους του, επικαλούμενος το ένταλμα που εξέδωσε το Δικαστήριο τον Νοέμβριο του 2024.
Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στο Καταστατικό της Ρώμης και δεν αναγνωρίζουν τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
Έτσι, η πιθανότητα πραγματικής σύλληψης ενός εν ενεργεία ξένου πρωθυπουργού θεωρείται εξαιρετικά περιορισμένη.
Το πολιτικό αποτέλεσμα, όμως, είναι ήδη πραγματικό.
Η άμεση αντίδραση του Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ εκμεταλλεύτηκε αμέσως τη συζήτηση.
Δήλωσε δημόσια ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου “δεν θα συλληφθεί” στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετατρέποντας μια περίπλοκη νομική υπόθεση σε μια νέα ιδεολογική αντιπαράθεση με τους Δημοκρατικούς.
Η επιλογή αυτή μόνο τυχαία δεν ήταν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση από ζητήματα όπως ο πληθωρισμός, το κόστος ζωής και οι οικονομικές πιέσεις των νοικοκυριών σε θέματα όπου διατηρεί υψηλή πολιτική επιρροή: την εθνική ασφάλεια, την εξωτερική πολιτική, την υποστήριξη προς το Ισραήλ και τις πολιτισμικές συγκρούσεις.
Παράλληλα, επιδιώκει να συσπειρώσει τους Ευαγγελικούς ψηφοφόρους, τους παραδοσιακούς Ρεπουμπλικανούς αλλά και ένα μέρος της εβραϊκής κοινότητας που ανησυχεί για την αυξανόμενη αντιισραηλινή ρητορική στο εσωτερικό των Δημοκρατικών.
Ο Μαμντάνι γίνεται το νέο πρόσωπο της προοδευτικής Αμερικής
Για τον Ζοχράν Μαμντάνι, η αντιπαράθεση έχει διαφορετική πολιτική αξία.
Η εκλογική του άνοδος βασίστηκε κυρίως στους νέους ψηφοφόρους, στα προοδευτικά κινήματα και στις ομάδες που θεωρούν ότι η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ισραήλ πρέπει να αλλάξει ριζικά μετά τον πόλεμο στη Γάζα.
Μια πιθανή υπαναχώρηση από τις δεσμεύσεις του θα μπορούσε να ερμηνευθεί από τη βάση του ως πολιτική υποχώρηση απέναντι στο κατεστημένο.
Αντίθετα, η διατήρηση της σύγκρουσης τον μετατρέπει από δήμαρχο μιας μεγάλης πόλης σε πρόσωπο με εθνική πολιτική εμβέλεια και έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους εκπροσώπους της νέας γενιάς των Δημοκρατικών.
Παράλληλα, του επιτρέπει να συνδέσει την εξωτερική πολιτική με την εσωτερική οικονομική ατζέντα, υποστηρίζοντας ότι οι αμερικανικοί πόροι θα πρέπει να κατευθύνονται περισσότερο σε κατοικία, παιδεία και υγεία παρά σε στρατιωτικές δεσμεύσεις στο εξωτερικό.
Το βαθύ ρήγμα μέσα στους Δημοκρατικούς
Η υπόθεση Νετανιάχου φέρνει στην επιφάνεια ένα από τα σοβαρότερα εσωτερικά διλήμματα του Δημοκρατικού Κόμματος.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι νεότερες γενιές και οι προοδευτικοί ψηφοφόροι, που θεωρούν ότι η παραδοσιακή σχεδόν άνευ όρων αμερικανική στήριξη προς το Ισραήλ δεν μπορεί να συνεχιστεί μετά τις εξελίξεις στη Γάζα.
Από την άλλη, τα πιο κεντρώα στελέχη του κόμματος εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη στρατηγική σχέση Ηνωμένων Πολιτειών – Ισραήλ ως θεμελιώδη πυλώνα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν χρειάζεται να επιλύσει αυτή τη διαφωνία.
Του αρκεί να την αναδείξει και να τη διευρύνει.
Παρουσιάζοντας τον Μαμντάνι ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας φυσιογνωμίας των Δημοκρατικών, επιχειρεί να υποχρεώσει το σύνολο του κόμματος να τοποθετηθεί σε ένα ζήτημα που διχάζει την εκλογική του βάση.
Η γεωπολιτική διάσταση της κρίσης
Πέρα από την αμερικανική εσωτερική πολιτική, η αντιπαράθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για τη Μέση Ανατολή.
Η στενή σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια μια νέα αρχιτεκτονική συνεργασίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ, επηρεάζοντας τις ισορροπίες απέναντι στο Ιράν, στις αραβικές χώρες και στις εξελίξεις στη Γάζα.
Παράλληλα, η συζήτηση για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο αναδεικνύει τη διαχρονική απόσταση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και πολλών ευρωπαϊκών κρατών ως προς τον ρόλο και τις αρμοδιότητες των διεθνών δικαιοδοτικών θεσμών.
Έτσι, μια υπόθεση που ξεκίνησε ως νομική διαμάχη εξελίσσεται σε πεδίο ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ περισσότερο από τον πρωθυπουργό του Ισραήλ. Για τον Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί την ευκαιρία να αναδείξει τις ιδεολογικές αντιθέσεις στο εσωτερικό των Δημοκρατικών και να μεταφέρει την πολιτική ατζέντα σε πεδία όπου αισθάνεται ισχυρός. Για τον Ζοχράν Μαμντάνι, η ίδια σύγκρουση αποτελεί δοκιμασία πολιτικής αξιοπιστίας απέναντι στη βάση που τον ανέδειξε και ταυτόχρονα εφαλτήριο εθνικής προβολής. Σε αυτό το σύνθετο σκηνικό, η διαμάχη γύρω από τον Νετανιάχου δεν αφορά μόνο το Ισραήλ ή το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο· αποτελεί έναν καθρέφτη των βαθιών μεταβολών που συντελούνται στην αμερικανική πολιτική, με πιθανές συνέπειες τόσο για τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή όσο και για τις ισορροπίες ενόψει των επόμενων εκλογικών αναμετρήσεων.
Πηγή: pagenews.gr
