Από προπονητής μπάσκετ στην κορυφή των τηλεπικοινωνιών
Η ιστορία του Μπέρναρντ Έμπερς έμοιαζε αρχικά με ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα επιχειρηματικής επιτυχίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πριν βρεθεί στην κορυφή μιας αυτοκρατορίας τηλεπικοινωνιών, είχε εργαστεί σε διάφορες θέσεις, μεταξύ των οποίων ως γαλατάς, φύλακας, πωλητής και προπονητής μπάσκετ. Δεν διέθετε ιδιαίτερη εμπειρία ούτε στις τηλεπικοινωνίες ούτε στα χρηματοοικονομικά, κατάφερε όμως να ξεχωρίσει χάρη στην επιθετική επιχειρηματική στρατηγική και στην ικανότητά του να πείθει επενδυτές και συνεργάτες.
Το 1985 ανέλαβε τη διοίκηση της Long Distance Discount Services, μιας μικρής εταιρείας τηλεφωνικών υπηρεσιών που αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Μέσα από δεκάδες εξαγορές, η εταιρεία μεγάλωσε με εντυπωσιακό ρυθμό και τελικά μετονομάστηκε σε WorldCom.
Η εντυπωσιακή άνοδος της WorldCom
Κατά τη δεκαετία του 1990, η WorldCom εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες τηλεπικοινωνιών στον κόσμο.
Η ανάπτυξή της στηρίχθηκε σε μια συνεχόμενη σειρά εξαγορών, μέσω των οποίων απορροφούσε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και διεύρυνε το δίκτυο και την πελατειακή της βάση. Η σημαντικότερη κίνηση ήταν η εξαγορά της MCI, η οποία μετέτρεψε τη WorldCom σε βασικό ανταγωνιστή των μεγαλύτερων αμερικανικών τηλεπικοινωνιακών ομίλων.
Η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας εκτοξεύθηκε, ενώ ο Έμπερς παρουσιάστηκε ως ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας που είχε καταφέρει να κατακτήσει τη Wall Street χωρίς να ακολουθήσει την παραδοσιακή διαδρομή των κορυφαίων στελεχών.
Πίσω, όμως, από την εντυπωσιακή εικόνα είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται σοβαρά προβλήματα.
Η πίεση για συνεχή ανάπτυξη
Το επιχειρηματικό μοντέλο της WorldCom εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγορές και τη συνεχή άνοδο της μετοχής της.
Όταν η αγορά των τηλεπικοινωνιών άρχισε να επιβραδύνεται και η «φούσκα» των εταιρειών τεχνολογίας κατέρρευσε, η εταιρεία δυσκολευόταν πλέον να εμφανίζει τα κέρδη που περίμεναν οι επενδυτές και οι χρηματιστηριακοί αναλυτές.
Αντί να αναγνωριστεί η πραγματική επιδείνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων, στελέχη της WorldCom άρχισαν να παραποιούν τις οικονομικές καταστάσεις. Μεγάλες λειτουργικές δαπάνες καταγράφονταν ως κεφαλαιουχικές επενδύσεις, ώστε να μη μειώνουν άμεσα τα κέρδη της εταιρείας.
Με αυτή τη μέθοδο δημιουργήθηκε μια ψευδής εικόνα ισχυρής κερδοφορίας, ενώ στην πραγματικότητα τα οικονομικά δεδομένα επιδεινώνονταν.
Η αποκάλυψη της απάτης
Το 2002, ο εσωτερικός έλεγχος της WorldCom εντόπισε ύποπτες λογιστικές εγγραφές δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η έρευνα αποκάλυψε ότι η εταιρεία είχε παρουσιάσει ψευδή οικονομικά στοιχεία, εμφανίζοντας κέρδη εκεί όπου υπήρχαν ζημιές. Το συνολικό ύψος των παραποιήσεων αυξήθηκε σταδιακά και έφτασε περίπου τα 11 δισ. δολάρια.
Η αποκάλυψη προκάλεσε σοκ στις αγορές. Η μετοχή κατέρρευσε, χιλιάδες εργαζόμενοι έχασαν τις θέσεις εργασίας ή τις συνταξιοδοτικές τους αποταμιεύσεις και η WorldCom υπέβαλε αίτηση πτώχευσης.
Εκείνη την εποχή, επρόκειτο για τη μεγαλύτερη εταιρική πτώχευση στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Είμαι ο προπονητής, όχι ο παίκτης»
Κατά τη διάρκεια της δίκης του, ο Έμπερς προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως έναν ηγέτη που είχε τη γενική εποπτεία της εταιρείας, αλλά δεν ασχολούνταν με τις τεχνικές λεπτομέρειες των οικονομικών καταστάσεων.
Η υπερασπιστική του γραμμή στηρίχθηκε στον ισχυρισμό ότι δεν διέθετε χρηματοοικονομικές γνώσεις και ότι εμπιστευόταν τον οικονομικό διευθυντή και τα υπόλοιπα στελέχη της επιχείρησης.
Παρομοίασε τον ρόλο του με εκείνον ενός προπονητή: έδινε κατεύθυνση στην ομάδα, αλλά δεν ήταν ο παίκτης που εκτελούσε κάθε επιμέρους ενέργεια.
Με αυτόν τον τρόπο επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τις παράνομες λογιστικές εγγραφές και να μεταφέρει την ευθύνη στον πρώην οικονομικό διευθυντή της WorldCom, Σκοτ Σάλιβαν.
Η μαρτυρία που τον οδήγησε στην καταδίκη
Ο Σκοτ Σάλιβαν, όμως, είχε ήδη παραδεχθεί την ενοχή του και συμφώνησε να συνεργαστεί με τις αρχές.
Στη δίκη κατέθεσε ότι ο Έμπερς γνώριζε την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας και είχε εγκρίνει τις κινήσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την απόκρυψη των ζημιών. Σύμφωνα με την κατηγορία, ο επικεφαλής της WorldCom ασκούσε έντονη πίεση στα στελέχη του ώστε η επιχείρηση να πετυχαίνει τους στόχους της Wall Street.
Οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι δεν ήταν δυνατόν ένας CEO με τόσο ισχυρό έλεγχο στη λειτουργία της εταιρείας να αγνοούσε μια απάτη δισεκατομμυρίων δολαρίων που συνεχιζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Οι ένορκοι τελικά απέρριψαν την υπεράσπισή του και τον έκριναν ένοχο για απάτη, συνωμοσία και υποβολή ψευδών οικονομικών στοιχείων.
Η ποινή των 25 ετών
Το 2005, ο Μπέρναρντ Έμπερς καταδικάστηκε σε κάθειρξη 25 ετών, μία από τις αυστηρότερες ποινές που είχαν επιβληθεί μέχρι τότε σε κορυφαίο εταιρικό στέλεχος για οικονομικό έγκλημα.
Η ποινή του έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι οι διευθύνοντες σύμβουλοι δεν μπορούν να αποποιούνται την ευθύνη για όσα συμβαίνουν στις εταιρείες τους επικαλούμενοι άγνοια των οικονομικών λεπτομερειών.
Ο Έμπερς αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας στα τέλη του 2019, έχοντας εκτίσει περίπου 13 χρόνια. Πέθανε λίγο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2020, σε ηλικία 78 ετών.
Το μεγάλο μάθημα από την κατάρρευση
Η υπόθεση της WorldCom άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι επενδυτές, οι ρυθμιστικές αρχές και οι εταιρικές διοικήσεις αντιμετωπίζουν την ευθύνη των κορυφαίων στελεχών.
Το επιχείρημα ότι ένας CEO λειτουργεί απλώς ως «προπονητής» δεν θεωρήθηκε αρκετό για να τον απαλλάξει από την υποχρέωση να γνωρίζει την πραγματική οικονομική εικόνα της εταιρείας του.
Η κατάρρευση της WorldCom παραμένει ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα των κινδύνων που δημιουργούνται όταν η πίεση για υψηλότερα κέρδη, η προσωπική φιλοδοξία και η απουσία ουσιαστικού ελέγχου υπερισχύουν της εταιρικής διαφάνειας.
Περισσότερο από δύο δεκαετίες αργότερα, η φράση «είμαι απλώς ο προπονητής» εξακολουθεί να θυμίζει ότι η κορυφή μιας επιχείρησης συνοδεύεται όχι μόνο από εξουσία και υψηλές απολαβές, αλλά και από την τελική ευθύνη για όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της.
Πηγή: Pagenews.gr
