Δύο διαδοχικές συναντήσεις πίσω από κλειστές πόρτες
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ είχε την Τρίτη δύο διαδοχικές συναντήσεις στον Λευκό Οίκο με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι και τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Οι δύο συνομιλίες πραγματοποιήθηκαν κεκλεισμένων των θυρών και χωρίς την επισημότητα που συνήθως συνοδεύει επισκέψεις αυτού του επιπέδου. Τόσο ο Ζελένσκι όσο και ο Νετανιάχου εισήλθαν στον Λευκό Οίκο από πλευρική είσοδο, αποφεύγοντας την παραδοσιακή δημόσια υποδοχή μπροστά στις κάμερες.
Η επιλογή αυτή έδωσε στις συναντήσεις χαρακτήρα εργασίας και όχι τελετουργικής διπλωματίας, σε μια συγκυρία κατά την οποία και οι δύο ηγέτες ζητούν κρίσιμες αποφάσεις από την Ουάσιγκτον.
Μετά την ολοκλήρωση των επαφών, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ ανέφερε:
«Ο πρόεδρος Τραμπ ολοκλήρωσε τις συναντήσεις του στο Οβάλ Γραφείο με τον πρόεδρο Ζελένσκι και τον πρωθυπουργό Νετανιάχου. Και οι δύο συναντήσεις ήταν θετικές και παραγωγικές.»
Ο Λευκός Οίκος δεν έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες για τυχόν συγκεκριμένες δεσμεύσεις ή αποφάσεις.
Ζελένσκι: Οι Patriot στο επίκεντρο
Η συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι διήρκεσε περίπου μία ώρα.
Ο Ουκρανός πρόεδρος δήλωσε στη συνέχεια ότι είχε μια «καλή συνάντηση» με τον Αμερικανό πρόεδρο και επιβεβαίωσε ότι βασικό θέμα της συζήτησης ήταν οι πύραυλοι αναχαίτισης για τα συστήματα Patriot.
Το Κίεβο επιδιώκει να εξασφαλίσει την αμερικανική έγκριση για την αγορά επιπλέον πυραύλων, αλλά και για τη δυνατότητα παραγωγής τους στην Ουκρανία.
Ο Ζελένσκι είχε ξεκαθαρίσει ήδη πριν από τη συνάντηση ότι η ενίσχυση της αεράμυνας αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητα της χώρας του.
«Απόλυτη προτεραιότητά μας είναι η άμυνα απέναντι στους βαλλιστικούς πυραύλους», ανέφερε σε ανάρτησή του.
Η ουκρανική ηγεσία θεωρεί ότι τα συστήματα Patriot είναι ζωτικής σημασίας, καθώς διαθέτουν τη δυνατότητα αναχαίτισης βαλλιστικών πυραύλων που τα υπόλοιπα ουκρανικά αντιαεροπορικά συστήματα δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν.
Η Ρωσία εντείνει τα πυραυλικά πλήγματα
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία Ρωσία και Ουκρανία κλιμακώνουν τα αμοιβαία πλήγματα, ενώ οι αμερικανικές διπλωματικές προσπάθειες για τερματισμό του πολέμου παραμένουν σε αδιέξοδο.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το ρεπορτάζ, ο Ιούνιος ήταν ο φονικότερος μήνας για τους Ουκρανούς αμάχους από τον Απρίλιο του 2022.
Η Μόσχα έχει αυξήσει τη χρήση βαλλιστικών πυραύλων, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αναχαιτιστούν. Η Ουκρανία, την ίδια ώρα, αντιμετωπίζει σοβαρή έλλειψη πυραύλων PAC-3, οι οποίοι χρησιμοποιούνται από τα συστήματα Patriot.
Μόνο τον Ιούλιο, σύμφωνα με την ουκρανική Πολεμική Αεροπορία, η Ρωσία εξαπέλυσε περίπου 120 βαλλιστικούς και αντιπλοϊκούς πυραύλους εναντίον ουκρανικών στόχων. Από αυτούς αναχαιτίστηκαν οι 35.
Η αύξηση είναι εντυπωσιακή σε σύγκριση με το σύνολο του 2024, όταν η Ρωσία είχε εκτοξεύσει, σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, περίπου 250 έως 320 πυραύλους.
Το Κίεβο φοβάται νέα κλιμάκωση
Υψηλόβαθμος Ουκρανός αξιωματούχος προειδοποίησε ότι η Ρωσία σχεδιάζει να ενισχύσει περαιτέρω τις επιθέσεις της, μεταφέροντας εκτοξευτές πιο κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία.
Παράλληλα, το Κίεβο αναμένει νέες παραδόσεις βαλλιστικών πυραύλων από τη Βόρεια Κορέα προς τη Ρωσία μέσα στον Αύγουστο.
Ο ίδιος αξιωματούχος υπογράμμισε ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να επιτρέψει άμεσα την αγορά νέας παρτίδας πυραύλων Patriot.
Όταν ρωτήθηκε πόσους πυραύλους χρειάζεται η Ουκρανία, απάντησε:
«Αρκετούς για να αναχαιτίσουμε όσους εκτοξεύει ο Πούτιν μέσα σε έναν μήνα.»
Παράλληλα παραδέχθηκε ότι η τελική απόφαση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον Αμερικανό πρόεδρο.
«Πολλά θα εξαρτηθούν από τη διάθεση του προέδρου Τραμπ.»
Συζήτηση και για πιθανή επανεκκίνηση των συνομιλιών
Εκτός από την αεράμυνα, ο Ζελένσκι ανέφερε ότι με τον Τραμπ συζήτησαν και τις προοπτικές αναθέρμανσης των ειρηνευτικών συνομιλιών.
Ωστόσο, το BBC σημειώνει ότι οι αμερικανικές προσπάθειες για τερματισμό του πολέμου δεν έχουν μέχρι στιγμής αποδώσει, ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται με αυξανόμενη ένταση.
Η συνάντηση, συνεπώς, δεν αφορούσε μόνο ένα εξοπλιστικό αίτημα. Αφορούσε και το κατά πόσο η κυβέρνηση Τραμπ είναι διατεθειμένη να παραμείνει ενεργά εμπλεκόμενη στην ουκρανική άμυνα, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να προωθήσει μια πολιτική λύση.
Νετανιάχου: Το Ιράν στο τραπέζι
Αμέσως μετά τη συνάντηση με τον Ζελένσκι, ο Ντόναλντ Τραμπ συναντήθηκε με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε προαναγγείλει ότι βασικό θέμα της συνομιλίας θα ήταν το Ιράν.
Φωτογραφίες που δόθηκαν στη δημοσιότητα έδειχναν τον Νετανιάχου να κάθεται δίπλα στον Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο, αλλά και να ανταλλάσσει χειραψία με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, με τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ να βρίσκεται επίσης στον χώρο.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ εξακολουθεί να είναι στρατηγικά ισχυρή, αλλά παρουσιάζει όλο και περισσότερες πολιτικές ρωγμές στο εσωτερικό της Ουάσιγκτον.
Ο Νετανιάχου είναι πλέον λιγότερο δημοφιλής στο Κογκρέσο
Το BBC επισημαίνει ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διατηρεί βαθιές σχέσεις με το πολιτικό σύστημα της Ουάσιγκτον, ως αποτέλεσμα της πολυετούς παρουσίας του στην εξουσία και της ικανότητάς του να καλλιεργεί επαφές με πολιτικούς και των δύο κομμάτων.
Ωστόσο, αυτή τη φορά έφτασε στην αμερικανική πρωτεύουσα ως μία σαφώς λιγότερο δημοφιλής προσωπικότητα σε σχέση με το παρελθόν.
Στους Ρεπουμπλικανούς εξακολουθεί να απολαμβάνει σημαντική στήριξη. Παρ’ όλα αυτά, πρόσφατες ψηφοφορίες στο Κογκρέσο για τις πολεμικές εξουσίες της κυβέρνησης δείχνουν ότι η υποστήριξη προς το Ισραήλ έχει μειωθεί, έστω και οριακά, μέσα στο κόμμα.
Στους Δημοκρατικούς, η απομάκρυνση είναι πολύ πιο έντονη.
Περισσότεροι από 100 Δημοκρατικοί βουλευτές στήριξαν σε πρόσφατη ψηφοφορία μέτρο που ζητούσε περιορισμό ή διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
Το μήνυμα προς τον Νετανιάχου είναι σαφές: δεν μπορεί πλέον να θεωρεί δεδομένη την ευρεία διακομματική στήριξη που απολάμβανε το Ισραήλ στο παρελθόν.
Η ρωγμή στο εσωτερικό του MAGA
Η σημαντικότερη πολιτική διάσταση του ρεπορτάζ αφορά τη διαίρεση που καταγράφεται μέσα στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι παραδοσιακοί Ρεπουμπλικανοί, όπως ο εκλιπών γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, οι οποίοι υποστηρίζουν σταθερά το Ισραήλ και θεωρούν την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια βασικό στοιχείο της δέσμευσης των ΗΠΑ για την ασφάλειά του.
Από την άλλη πλευρά βρίσκεται ένα αυξανόμενο τμήμα της βάσης του MAGA, το οποίο εμφανίζεται όλο και πιο επιφυλακτικό απέναντι στη στενή σχέση με το Ισραήλ.
Η βασική ανησυχία αυτής της πτέρυγας αφορά το Ιράν. Πολλοί υποστηρικτές του Τραμπ θεωρούν ότι το Ισραήλ ωθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες προς έναν νέο, αντιδημοφιλή πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Χαρακτηριστική ήταν η παραίτηση του επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας, Τζο Κεντ, ο οποίος θεωρείται ιδιαίτερα δημοφιλής στους κύκλους του MAGA.
Ο Κεντ παραιτήθηκε επειδή πίστευε ότι το Ισραήλ και το ισραηλινό λόμπι στις Ηνωμένες Πολιτείες συνέβαλαν στην απόφαση του Τραμπ να προχωρήσει σε στρατιωτικά πλήγματα.
Η γενεακή απόσταση από το Ισραήλ
Το BBC καταγράφει και μια δεύτερη διαίρεση, αυτή τη φορά ανάμεσα στις γενιές των Ρεπουμπλικανών.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Pew Research Center, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να διατηρούν σε μεγάλο βαθμό θετική στάση απέναντι στο Ισραήλ.
Αντίθετα, το 57% των Ρεπουμπλικανών ηλικίας 18 έως 49 ετών δηλώνει ότι έχει αρνητική άποψη για τη χώρα.
Η διαφορά αυτή δείχνει ότι το ζήτημα του Ισραήλ δεν αποτελεί πλέον αυτονόητο σημείο ενότητας για την αμερικανική Δεξιά. Αντιθέτως, εξελίσσεται σε ένα από τα πεδία όπου συγκρούονται η παραδοσιακή ρεπουμπλικανική εξωτερική πολιτική και το πιο απομονωτικό ένστικτο του κινήματος MAGA.
Η σκιά του Λίντσεϊ Γκράχαμ
Οι δύο ηγέτες βρίσκονταν στην Ουάσιγκτον προκειμένου να παραστούν στην κηδεία του γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο οποίος πέθανε μέσα στον μήνα.
Ο Γκράχαμ υπήρξε ένας από τους ισχυρότερους υποστηρικτές τόσο της Ουκρανίας όσο και του Ισραήλ στους κόλπους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Η απουσία του αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Ο θάνατός του συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η παραδοσιακή γραμμή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής —ισχυρή στήριξη σε Ουκρανία και Ισραήλ— αμφισβητείται όλο και περισσότερο από ένα τμήμα της ρεπουμπλικανικής βάσης.
Οι δύο συναντήσεις στον Λευκό Οίκο αποτύπωσαν δύο διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες πιέσεις προς τον Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Ζελένσκι ζητά άμεση στρατιωτική υποστήριξη για την προστασία των ουκρανικών πόλεων από τους ρωσικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Ο Νετανιάχου ζητά συνεχή στρατηγικό συντονισμό απέναντι στο Ιράν.
Ωστόσο, ο Τραμπ δεν καλείται πλέον να αποφασίσει μόνο ως πρόεδρος μιας υπερδύναμης. Καλείται να ισορροπήσει και απέναντι σε ένα Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που δεν εμφανίζεται πλέον ενιαίο ως προς τις εξωτερικές στρατιωτικές δεσμεύσεις των ΗΠΑ.
Η παραδοσιακή πτέρυγα ζητά διατήρηση της αμερικανικής στήριξης προς τους συμμάχους. Η πτέρυγα του MAGA ζητά μικρότερη εμπλοκή, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος νέου πολέμου με το Ιράν.
Αυτό είναι και το κεντρικό μήνυμα του ρεπορτάζ του BBC: οι συναντήσεις ήταν μεν «θετικές και παραγωγικές», αλλά πίσω από τη διπλωματική διατύπωση παραμένουν ανοιχτά τα πιο δύσκολα ερωτήματα — πόσους Patriot θα δώσουν οι ΗΠΑ στην Ουκρανία, μέχρι πού θα στηρίξουν το Ισραήλ και πόση διεθνή εμπλοκή μπορεί ακόμη να αποδεχθεί η πολιτική βάση του Ντόναλντ Τραμπ.
Πηγή: pagenews.gr
