Νέα διπλωματική απόπειρα για να σπάσει το αδιέξοδο
Μια νέα προσπάθεια επαναφοράς του Κυπριακού σε ουσιαστική διαπραγματευτική τροχιά εγκαινιάζει ο Αντόνιο Γκουτέρες, ανακοινώνοντας τη σύγκληση άτυπης διευρυμένης συνάντησης σε σχήμα 5+1.
Στο τραπέζι θα καθίσουν οι δύο πλευρές της Κύπρου, η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο ως εγγυήτριες δυνάμεις, με τα Ηνωμένα Έθνη να αναλαμβάνουν τον ρόλο του συντονιστή και του διαμεσολαβητή.
Η πρωτοβουλία ανακοινώθηκε μετά τις επαφές του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν. Ο Γκουτέρες χαρακτήρισε τις συνομιλίες εποικοδομητικές, τόσο στις χωριστές επαφές όσο και στην κοινή συνάντηση, ζητώντας από τους δύο ηγέτες να επιταχύνουν τις προσπάθειές τους.
Η Λευκωσία αποκτά έτσι ξανά κεντρική θέση στη διεθνή διπλωματική ατζέντα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται αντιμέτωπη με διαδοχικές κρίσεις ασφαλείας, νέους ενεργειακούς ανταγωνισμούς και έντονη γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Γκουτέρες: «Ζήτησα από τους δύο ηγέτες να εντατικοποιήσουν τις προσπάθειές τους»
Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ παρουσίασε την επίσκεψή του ως μήνυμα αλληλεγγύης προς όλους τους Κυπρίους, αλλά και ως απόδειξη της προσωπικής του δέσμευσης για την εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης.
Αναφερόμενος στις εντυπώσεις του από την Κύπρο, στάθηκε στη συνύπαρξη της ιστορίας, του πολιτισμού και των δυνατοτήτων του νησιού με τις ανοιχτές πληγές του παρελθόντος.
«Η Κύπρος είναι ένα νησί με αξιοσημείωτη ιστορία, πλούσιο πολιτισμό και αδιάκοπη ανθεκτικότητα. Είναι επίσης ένας τόπος όπου η ομορφιά και οι δυνατότητες του παρόντος συνυπάρχουν με τα σημάδια ενός οδυνηρού παρελθόντος», ανέφερε.
Ο Γκουτέρες υποστήριξε ότι κατά την παραμονή του διαπίστωσε μια βαθιά επιθυμία των Κυπρίων για συνεργασία, ειρήνη και ένα κοινό μέλλον.
«Έχω ζητήσει από τους δύο ηγέτες να εντατικοποιήσουν τις προσπάθειές τους. Μέσα από αυτή την επίσκεψή μου είχα την ευκαιρία να ακούσω τους Κυπρίους που επιθυμούν λύση του Κυπριακού, συνεργασία και ειρήνη», δήλωσε.
Στο ίδιο πλαίσιο, επιβεβαίωσε ότι οι συζητήσεις του με τις δύο πλευρές ήταν παραγωγικές:
«Οι συζητήσεις ήταν εποικοδομητικές, τόσο στις κατ’ ιδίαν επαφές όσο και στην κοινή συνάντηση. Θα συγκαλέσω μια συνάντηση σε σχήμα 5+1. Θα εργαστούμε σε συνεργασία με τις εγγυήτριες δυνάμεις, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η συνάντηση».
Χωρίς ημερομηνία, αλλά με αυξημένη πολιτική πίεση
Παρά την ανακοίνωση της νέας συνάντησης, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ απέφυγε να παρουσιάσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Ερωτηθείς για το πότε θα συγκληθεί το σχήμα 5+1, αρκέστηκε να σημειώσει:
«Δεν έχουμε ορίσει προθεσμία. Θα δουλέψουμε γι’ αυτό».
Η απουσία δεσμευτικής ημερομηνίας δείχνει ότι η γραμματεία του ΟΗΕ επιθυμεί πρώτα να διασφαλίσει πως όλες οι πλευρές θα προσέλθουν με πολιτική βούληση και ότι η διαδικασία δεν θα περιοριστεί σε μια ακόμη εθιμοτυπική συνάντηση.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να συγκεντρωθούν οι εμπλεκόμενοι γύρω από το ίδιο τραπέζι. Είναι να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει επαρκές κοινό έδαφος ώστε να αρχίσει μια διαδικασία που θα μπορούσε σταδιακά να οδηγήσει στην επανέναρξη επίσημων διαπραγματεύσεων.
Αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα και στις προηγούμενες απόπειρες: οι συνομιλίες διατηρούσαν ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας, χωρίς να γεφυρώνουν τις βασικές πολιτικές και στρατηγικές διαφορές.
Γιατί το σχήμα 5+1 είναι κρίσιμο
Η διευρυμένη συνάντηση δεν αποτελεί από μόνη της επανέναρξη διαπραγματεύσεων. Είναι όμως το βασικό πολιτικό τεστ για να διαπιστωθεί εάν μπορεί να δημιουργηθεί ένας νέος κοινός οδικός χάρτης.
Το σχήμα περιλαμβάνει:
- την ελληνοκυπριακή πλευρά,
- την τουρκοκυπριακή πλευρά,
- την Ελλάδα,
- την Τουρκία,
- το Ηνωμένο Βασίλειο,
- και τον ΟΗΕ ως συντονιστή.
Η παρουσία των τριών εγγυητριών δυνάμεων καθιστά τη διαδικασία πολύ ευρύτερη από μια απλή δικοινοτική συνομιλία. Στο τραπέζι δεν θα βρίσκονται μόνο οι εσωτερικές πτυχές της λύσης, αλλά και τα πλέον δύσκολα ζητήματα της ασφάλειας, των εγγυήσεων, της στρατιωτικής παρουσίας και της περιφερειακής ισορροπίας ισχύος.
Ο ίδιος ο Γκουτέρες υπογράμμισε ότι η επίλυση του προβλήματος εξαρτάται πρωτίστως από τους Κυπρίους, αναγνωρίζοντας όμως ότι οι εγγυήτριες δυνάμεις έχουν καθοριστικό ρόλο.
Η μεγάλη σύγκρουση για τη μορφή της λύσης
Η θετική γλώσσα του γενικού γραμματέα δεν σημαίνει ότι οι βασικές διαφωνίες έχουν ξεπεραστεί.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει σε λύση εντός του συμφωνημένου πλαισίου του ΟΗΕ, με βάση τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και τη λογική της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα.
Αυτό είναι και το πλαίσιο που υποστηρίζει θεσμικά η Ευρωπαϊκή Ένωση, συνδέοντάς το με τις αρχές της Ένωσης και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Η Άγκυρα, από την άλλη πλευρά, έχει κατά τα προηγούμενα χρόνια υποστηρίξει μια διαφορετική λογική, δίνοντας έμφαση στην κυριαρχική ισότητα και στην αναγνώριση της χωριστής υπόστασης της τουρκοκυπριακής πλευράς πριν από την έναρξη επίσημων συνομιλιών.
Η εκλογή του Τουφάν Ερχιουρμάν δημιούργησε προσδοκίες για περισσότερο λειτουργικό και διαπραγματευτικό κλίμα σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Ωστόσο, το βασικό ερώτημα παραμένει πόσο μεγάλη πολιτική αυτονομία μπορεί να διαθέτει η τουρκοκυπριακή ηγεσία απέναντι στη στρατηγική της Άγκυρας.
Τα «καρφιά» Γκουτέρες πίσω από τη διπλωματική γλώσσα
Η δήλωση ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν μπορούν να επιβάλουν την ειρήνη αποτελεί, στην πραγματικότητα, μια προσεκτικά διατυπωμένη προειδοποίηση προς όλες τις πλευρές.
«Τα Ηνωμένα Έθνη δεν μπορούν να επιβάλουν την ειρήνη, αλλά παραμένουν πλήρως δεσμευμένα να υποστηρίξουν τον λαό της Κύπρου σε αυτή την κρίσιμη στιγμή για το νησί και την ευρύτερη περιοχή», σημείωσε.
Με τη φράση αυτή, ο Γκουτέρες υπενθυμίζει ότι ο ΟΗΕ μπορεί να διευκολύνει, να μεσολαβήσει και να παρουσιάσει ιδέες, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την πολιτική βούληση των εμπλεκομένων.
Πρόκειται επίσης για ένα μήνυμα ότι δεν αρκούν οι δηλώσεις υπέρ του διαλόγου. Απαιτούνται συγκεκριμένες κινήσεις, υποχωρήσεις και μια ελάχιστη κοινή αντίληψη για το πού πρέπει να καταλήξει η διαδικασία.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να είναι απλός θεατής
Παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι τυπικό μέρος του σχήματος 5+1, η ευρωπαϊκή διάσταση είναι αναπόφευκτη.
Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος-μέλος της ΕΕ από το 2004 και οποιαδήποτε συμφωνία θα πρέπει να είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό δίκαιο, τις θεμελιώδεις ελευθερίες, το κράτος δικαίου και το θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης.
Για τις Βρυξέλλες, το Κυπριακό δεν αποτελεί μόνο μια μακροχρόνια διαφορά μεταξύ δύο κοινοτήτων. Αποτελεί:
- πρόβλημα κατοχής και ασφάλειας στο έδαφος κράτους-μέλους,
- κρίσιμο κεφάλαιο στις ευρωτουρκικές σχέσεις,
- ζήτημα συνοχής της κοινής εξωτερικής πολιτικής,
- και βασικό παράγοντα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ΕΕ έχει επαναλάβει ότι υποστηρίζει την επανένωση στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ και ότι είναι έτοιμη να ενισχύσει τον ρόλο της στη διαδικασία.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή πλευρά διαθέτει σημαντικά πρακτικά εργαλεία: οικονομική βοήθεια προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα, προγράμματα εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, στήριξη δικοινοτικών πρωτοβουλιών και χρηματοδότηση δράσεων που διευκολύνουν την οικονομική και κοινωνική επανένωση.
Το Κυπριακό μέσα στην ευρωτουρκική εξίσωση
Η πρόοδος στο Κυπριακό συνδέεται άμεσα με τη συνολικότερη σχέση ΕΕ–Τουρκίας.
Η Άγκυρα επιδιώκει κατά καιρούς:
- αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης,
- ευκολότερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά,
- ενίσχυση της πολιτικής συνεργασίας,
- πρόοδο στη θεωρήσεων εισόδου,
- και μεγαλύτερο ρόλο στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως, έχει καταστήσει σαφές ότι η στάση της Τουρκίας στο Κυπριακό επηρεάζει αναπόφευκτα το εύρος και τον ρυθμό της ευρωτουρκικής προσέγγισης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει συνδέσει ρητά την πρόοδο στις συνομιλίες για το Κυπριακό με τη δυνατότητα βελτίωσης των σχέσεων ΕΕ–Τουρκίας.
Αυτό προσδίδει στη νέα πρωτοβουλία Γκουτέρες σαφή ευρωπαϊκή βαρύτητα. Μια θετική κίνηση της Άγκυρας θα μπορούσε να ανοίξει δρόμους και σε άλλα πεδία. Αντίθετα, μια νέα αποτυχία θα ενίσχυε την καχυποψία και θα περιόριζε τα περιθώρια ουσιαστικής προσέγγισης.
Ασφάλεια, εγγυήσεις και τουρκικά στρατεύματα
Το δυσκολότερο κεφάλαιο εξακολουθεί να είναι αυτό της ασφάλειας.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί ότι ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί με αναχρονιστικό καθεστώς εγγυήσεων ή μόνιμα δικαιώματα μονομερούς επέμβασης τρίτων χωρών.
Η τουρκική πλευρά αντιμετωπίζει τις εγγυήσεις και τη στρατιωτική παρουσία ως βασικούς μηχανισμούς προστασίας των Τουρκοκυπρίων.
Το χάσμα αυτό δεν είναι τεχνικό. Αφορά την ίδια τη φιλοσοφία της λύσης:
- Θα είναι η επανενωμένη Κύπρος ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος χωρίς εξωτερικούς κηδεμόνες;
- Θα διατηρηθούν ειδικά δικαιώματα επέμβασης;
- Ποια θα είναι η τύχη των τουρκικών στρατευμάτων;
- Ποιος θα εγγυάται την εφαρμογή της συμφωνίας;
- Πώς θα συνδυαστεί η πολιτική ισότητα με τη λειτουργικότητα του κράτους;
Χωρίς απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, ακόμη και η πιο παραγωγική συνάντηση 5+1 δύσκολα θα εξελιχθεί σε πλήρη διαπραγματευτική διαδικασία.
Τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης ως πρώτο τεστ
Επειδή η συνολική λύση παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, η νέα διαδικασία ενδέχεται να αρχίσει από μικρότερα αλλά πρακτικά βήματα.
Σε προηγούμενες επαφές είχαν συζητηθεί πρωτοβουλίες για νέα σημεία διέλευσης, αποναρκοθέτηση, περιβαλλοντική συνεργασία, παραγωγή ηλιακής ενέργειας στη νεκρή ζώνη, πολιτιστική κληρονομιά και ενίσχυση της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών.
Τα μέτρα αυτά δεν λύνουν το Κυπριακό. Μπορούν όμως να δημιουργήσουν πολιτικό κεφάλαιο, να βελτιώσουν την καθημερινότητα και να περιορίσουν την αμοιβαία δυσπιστία.
Η πρόοδος σε απτά ζητήματα θα αποτελέσει και μέτρο αξιολόγησης της ειλικρίνειας των δύο πλευρών. Εάν δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε πρακτικές κινήσεις χαμηλότερου πολιτικού κόστους, θα είναι ακόμη δυσκολότερο να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα εδαφικού, περιουσιακού, διακυβέρνησης και ασφάλειας.
Γιατί η λύση είναι κρίσιμη για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο
Ο Γκουτέρες τοποθέτησε το Κυπριακό μέσα σε ένα πολύ ευρύτερο περιφερειακό πλαίσιο.
«Μια λύση στο Κυπριακό είναι απολύτως κρίσιμη, όχι μόνο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων και της ειρήνης του κυπριακού λαού, αλλά και ως παράγοντας σταθερότητας σε μια περιοχή που γίνεται επικίνδυνα ασταθής», τόνισε.
Η επισήμανση δεν είναι τυχαία. Η Ανατολική Μεσόγειος επηρεάζεται από:
- τις πολεμικές κρίσεις στη Μέση Ανατολή,
- την ένταση στις σχέσεις Ιράν–Δύσης,
- τις ενεργειακές και θαλάσσιες διαφορές,
- τη μετανάστευση,
- τη στρατιωτική κινητικότητα,
- και τον ανταγωνισμό για υποδομές, αγωγούς και ηλεκτρικές διασυνδέσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, μια συμφωνία στην Κύπρο θα μπορούσε να μειώσει έναν από τους παλαιότερους κινδύνους ανάφλεξης, να διευκολύνει την περιφερειακή συνεργασία και να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Αντίθετα, η παρατεταμένη εκκρεμότητα καθιστά το νησί περισσότερο ευάλωτο στις εξωτερικές αναταράξεις, όπως προειδοποίησε ο γενικός γραμματέας.
Πολιτική επανεκκίνηση ή ακόμη ένας διπλωματικός κύκλος;
Η ανακοίνωση της συνάντησης 5+1 αποτελεί σαφώς θετική εξέλιξη. Δεν συνιστά, όμως, εγγύηση επανέναρξης ουσιαστικών συνομιλιών.
Ο Γκουτέρες έχει επιλέξει μια στρατηγική σταδιακής επαναπροσέγγισης: διατήρηση ανοιχτών διαύλων, κοινές συναντήσεις, μέτρα εμπιστοσύνης και στη συνέχεια διευρυμένη διάσκεψη με τις εγγυήτριες δυνάμεις.
Το ερώτημα είναι αν η νέα αυτή κινητικότητα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική διαδικασία με σαφή κατεύθυνση ή αν θα καταλήξει σε έναν ακόμη κύκλο συναντήσεων χωρίς αποτέλεσμα.
Η επιτυχία θα εξαρτηθεί από τρεις παράγοντες:
Πρώτον, από το αν Χριστοδουλίδης και Ερχιουρμάν μπορούν να δημιουργήσουν ένα στοιχειώδες κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Δεύτερον, από το αν η Τουρκία είναι διατεθειμένη να επιτρέψει ουσιαστική διαπραγμάτευση μέσα στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών.
Τρίτον, από το αν Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, ΕΕ και διεθνείς παράγοντες θα προσφέρουν πραγματικά κίνητρα και εγγυήσεις για μια λειτουργική συμφωνία.
Η τελευταία προειδοποίηση του Γκουτέρες
Πίσω από τον αισιόδοξο τόνο, ο γενικός γραμματέας εξέπεμψε ένα αυστηρό μήνυμα: ο χρόνος δεν λειτουργεί ουδέτερα.
Η απουσία λύσης δεν διατηρεί απλώς το σημερινό καθεστώς. Εδραιώνει τη διχοτόμηση, ενισχύει τα τετελεσμένα και καθιστά μια μελλοντική συμφωνία όλο και δυσκολότερη.
Η σύγκληση της 5+1 αποτελεί επομένως μια νέα ευκαιρία, αλλά και μια δοκιμασία. Θα δείξει εάν οι εμπλεκόμενοι είναι έτοιμοι να μετακινηθούν από τη διαχείριση του προβλήματος προς την επίλυσή του.
Για την Κύπρο, την Ελλάδα, την Τουρκία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, το διακύβευμα υπερβαίνει τα όρια του νησιού. Αφορά το μοντέλο ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου, το μέλλον των ευρωτουρκικών σχέσεων και την αξιοπιστία της διεθνούς διπλωματίας σε μια περιοχή που έχει ήδη περισσότερες κρίσεις από όσες μπορεί να αντέξει.
Πηγή: pagenews.gr
