Αλλάζει ριζικά ο τρόπος υπολογισμού των προστίμων
Νέο και αυστηρότερο σύστημα επιβολής προστίμων για παραβάσεις που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία θεσπίζει το Υπουργείο Εργασίας, αλλάζοντας τη φιλοσοφία με την οποία λειτουργούσε μέχρι σήμερα ο ελεγκτικός μηχανισμός.
Τα σταθερά χρηματικά ποσά καταργούνται και αντικαθίστανται από έναν αναλογικό μηχανισμό υπολογισμού, ώστε το ύψος της κύρωσης να συνδέεται πιο άμεσα με τον πραγματικό κίνδυνο για τους εργαζομένους, το μέγεθος της επιχείρησης και τη βαρύτητα της παράβασης.
Με το νέο πλαίσιο, οι Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία δεν θα επιλέγουν απλώς ένα προκαθορισμένο πρόστιμο. Θα εφαρμόζουν μαθηματικό τύπο που θα λαμβάνει υπόψη συγκεκριμένα και μετρήσιμα κριτήρια.
Το ανώτατο ποσό μπορεί να φτάσει τις 50.000 ευρώ, ενώ προβλέπονται επιπλέον προσαυξήσεις για υποτροπές, μεγάλες επιχειρήσεις και τεχνικά έργα στα οποία διαπιστώνεται αυξημένη ευθύνη.
Τα τέσσερα κριτήρια που θα καθορίζουν την κύρωση
Το τελικό πρόστιμο θα διαμορφώνεται με βάση τέσσερις βασικές παραμέτρους:
- τον αριθμό των εργαζομένων στον ελεγχόμενο χώρο,
- την κατηγορία επικινδυνότητας της επιχείρησης,
- τη σοβαρότητα της διαπιστωμένης παράβασης,
- την ύπαρξη προηγούμενων παραβάσεων και υποτροπής.
Η λογική της νέας απόφασης είναι ότι η ίδια παράλειψη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις επιχειρήσεις.
Μία παράβαση σε χώρο με δεκάδες ή εκατοντάδες εργαζομένους, σε βιομηχανία υψηλού κινδύνου ή σε εργοτάξιο, μπορεί να δημιουργεί πολύ μεγαλύτερη απειλή από μια αντίστοιχη παράλειψη σε μια μικρότερη επιχείρηση χαμηλής επικινδυνότητας.
Έτσι, το νέο σύστημα επιχειρεί να συνδέσει την κύρωση με την πραγματική έκθεση των εργαζομένων στον κίνδυνο και όχι μόνο με την τυπική διαπίστωση της παράβασης.
Χαμηλή σοβαρότητα: Από μικρούς τραυματισμούς έως διοικητικές παραλείψεις
Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται παραβάσεις χαμηλής σοβαρότητας, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν ελαφρούς τραυματισμούς, όπως:
- εκδορές,
- μικρές θλάσεις,
- ήπιους ερεθισμούς,
- περιορισμένης έκτασης σωματικές βλάβες.
Στην ίδια κατηγορία περιλαμβάνονται και κρίσιμες διοικητικές παραλείψεις, όπως η μη ανάθεση καθηκόντων σε Τεχνικό Ασφάλειας ή Ιατρό Εργασίας, καθώς και η απουσία της προβλεπόμενης Γραπτής Εκτίμησης Επαγγελματικού Κινδύνου.
Παρότι οι συγκεκριμένες παραβάσεις ταξινομούνται στο χαμηλότερο επίπεδο, η ένταξή τους στο νέο σύστημα σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως απλές γραφειοκρατικές ατέλειες. Θεωρούνται ενδείξεις ελλιπούς πρόληψης και οργάνωσης της ασφάλειας στον χώρο εργασίας.
Μέτρια σοβαρότητα: Κατάγματα, χημικοί κίνδυνοι και εργασιακή βία
Στη δεύτερη βαθμίδα κατατάσσονται παραβάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρότερες επιπτώσεις, όπως:
- κατάγματα,
- σοβαρά διαστρέμματα,
- τραυματισμοί στα μάτια,
- βλάβες από ακραίες θερμοκρασίες,
- έκθεση σε επικίνδυνες χημικές ουσίες,
- προβλήματα ακοής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ένταξη των περιστατικών βίας και παρενόχλησης στην εργασία στη συγκεκριμένη κατηγορία.
Η πρόβλεψη αυτή διευρύνει το πεδίο της επαγγελματικής ασφάλειας, καθώς αναγνωρίζει ότι η προστασία του εργαζομένου δεν αφορά μόνο τους φυσικούς και τεχνικούς κινδύνους, αλλά και το ψυχοκοινωνικό περιβάλλον της εργασίας.
Έτσι, περιστατικά εκφοβισμού, παρενόχλησης ή οργανωμένης βίας δεν αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως ζητήματα εργασιακών σχέσεων, αλλά και ως παραβάσεις που μπορούν να επισύρουν σημαντικές διοικητικές κυρώσεις.
Υψηλή σοβαρότητα: Αμίαντος, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και παρεμπόδιση ελέγχων
Στην τρίτη κατηγορία περιλαμβάνονται καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν:
- ακρωτηριασμό δακτύλου,
- σύνθετα κατάγματα,
- σοβαρά εγκαύματα,
- μακροχρόνιες επαγγελματικές ασθένειες.
Ως παραβάσεις υψηλής σοβαρότητας χαρακτηρίζονται, μεταξύ άλλων, οι εργασίες αφαίρεσης αμιάντου από μη αδειοδοτημένες επιχειρήσεις, οι σοβαρές ελλείψεις στις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και η παρεμπόδιση του έργου των Επιθεωρητών Εργασίας.
Η τελευταία πρόβλεψη στέλνει σαφές μήνυμα προς τους εργοδότες: η άρνηση συνεργασίας, η απόκρυψη στοιχείων ή η παρεμπόδιση ενός ελέγχου δεν αντιμετωπίζονται ως διαδικαστικό ζήτημα, αλλά ως ιδιαίτερα σοβαρή παράβαση.
Η κυβέρνηση επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των ελέγχων και να περιορίσει φαινόμενα στα οποία η πρόσβαση των επιθεωρητών σε εγκαταστάσεις, έγγραφα ή εργαζομένους καθυστερεί ή εμποδίζεται.
Πολύ υψηλή σοβαρότητα: Παραβάσεις που μπορούν να προκαλέσουν θάνατο
Η τέταρτη και αυστηρότερη κατηγορία αφορά παραβάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε:
- ακρωτηριασμό μέλους,
- παράλυση,
- βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις,
- εκτεταμένα εγκαύματα,
- μόνιμη ανικανότητα,
- θάνατο εργαζομένου.
Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται χαρακτηριστικά η απουσία προστατευτικών μέτρων σε εργασίες κοντά σε ηλεκτροφόρα δίκτυα, οι επικίνδυνες εκσκαφές χωρίς αντιστήριξη ή περίφραξη και οι σοβαρές ελλείψεις προστασίας από πτώση σε οικοδομές και τεχνικά έργα.
Πρόκειται για τις παραβάσεις που μπορούν να οδηγήσουν στην ανώτατη κλίμακα κυρώσεων, ιδιαίτερα όταν αφορούν χώρους με μεγάλο αριθμό εργαζομένων ή επιχειρήσεις υψηλής επικινδυνότητας.
Έξι κλίμακες προστίμων έως 50.000 ευρώ
Με βάση τον νέο μαθηματικό μηχανισμό, τα πρόστιμα θα κατατάσσονται σε έξι χρηματικές κλίμακες:
1η κλίμακα: από 300 έως 2.500 ευρώ
2η κλίμακα: από 2.501 έως 5.000 ευρώ
3η κλίμακα: από 5.001 έως 10.400 ευρώ
4η κλίμακα: από 10.401 έως 20.300 ευρώ
5η κλίμακα: από 20.301 έως 30.200 ευρώ
6η κλίμακα: από 30.201 έως 50.000 ευρώ
Το τελικό ποσό δεν θα προκύπτει μόνο από την κατηγορία της παράβασης, αλλά από τον συνδυασμό όλων των κριτηρίων που προβλέπει η απόφαση.
Έτσι, μια παράβαση υψηλής σοβαρότητας μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κύρωση ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης, το είδος της δραστηριότητας, τον αριθμό των εργαζομένων που εκτέθηκαν στον κίνδυνο και το ιστορικό συμμόρφωσης του εργοδότη.
Αυστηρότερες κυρώσεις για τους υπότροπους εργοδότες
Ιδιαίτερα αυστηρό γίνεται το πλαίσιο για επιχειρήσεις που επαναλαμβάνουν την ίδια παράβαση.
Υποτροπή θεωρείται ότι υπάρχει όταν μια επιχείρηση έχει τιμωρηθεί τουλάχιστον δύο φορές για την ίδια παράβαση, στον ίδιο χώρο εργασίας, μέσα σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών.
Στην περίπτωση αυτή το βασικό πρόστιμο αυξάνεται:
- κατά 5% για παράβαση χαμηλής σοβαρότητας,
- κατά 10% για παράβαση μέτριας σοβαρότητας,
- κατά 15% για παράβαση υψηλής σοβαρότητας,
- κατά 20% για παράβαση πολύ υψηλής σοβαρότητας.
Η απόφαση προβλέπει ακόμη ότι η αλλαγή του νόμιμου εκπροσώπου δεν διακόπτει ούτε μηδενίζει το ιστορικό της υποτροπής.
Με άλλα λόγια, η ευθύνη ακολουθεί την επιχείρηση και τον χώρο εργασίας και δεν περιορίζεται στο φυσικό πρόσωπο που εμφανίζεται κάθε φορά ως διοίκηση ή εκπρόσωπος.
Η διάταξη επιχειρεί να κλείσει ένα πιθανό παράθυρο αποφυγής των προσαυξήσεων μέσω εταιρικών ή διοικητικών αλλαγών.
Έως 50% επιπλέον πρόστιμο για μεγάλες επιχειρήσεις
Το νέο πλαίσιο δίνει στους Επιθεωρητές Εργασίας τη δυνατότητα, με ειδικά αιτιολογημένη εισήγηση, να προσαυξάνουν το βασικό πρόστιμο έως και κατά 50%.
Η πρόσθετη επιβάρυνση μπορεί να επιβάλλεται όταν:
- η επιχείρηση έχει μεγάλο οικονομικό μέγεθος,
- το αρχικό πρόστιμο θεωρείται ανεπαρκές ως αποτρεπτική κύρωση,
- σε τεχνικό έργο διαπιστώνεται αυξημένη ευθύνη του κυρίου του έργου,
- προκύπτει ιδιαίτερη ευθύνη του αναδόχου ή άλλου εμπλεκόμενου μέρους.
Η πρόβλεψη αυτή εισάγει ουσιαστικά και το κριτήριο της οικονομικής ισχύος.
Ένα πρόστιμο που μπορεί να είναι αποτρεπτικό για μια μικρή επιχείρηση ενδέχεται να είναι αμελητέο για έναν μεγάλο όμιλο. Για τον λόγο αυτό, η Επιθεώρηση αποκτά τη δυνατότητα να προσαρμόζει την κύρωση ώστε να διατηρεί πραγματικό αποτρεπτικό χαρακτήρα.
Στο μικροσκόπιο ΜΑΠ, ανυψωτικά και επικίνδυνες ουσίες
Σε ορισμένες κατηγορίες παραβάσεων η σοβαρότητα δεν θα καθορίζεται αυτομάτως, αλλά θα αξιολογείται ανά περίπτωση.
Σε αυτές περιλαμβάνονται:
- η έκθεση σε φυσικούς παράγοντες,
- η έκθεση σε χημικούς ή βιολογικούς παράγοντες,
- η μη χρήση Μέσων Ατομικής Προστασίας,
- η απουσία πιστοποιητικών ελέγχου για ανυψωτικά μηχανήματα,
- η ελλιπής συντήρηση εξοπλισμού,
- η ανεπαρκής εκπαίδευση των εργαζομένων.
Η εξατομικευμένη αξιολόγηση επιτρέπει στους επιθεωρητές να εξετάζουν την πραγματική ένταση του κινδύνου.
Για παράδειγμα, η μη χρήση κράνους σε έναν χώρο περιορισμένης επικινδυνότητας δεν θα αξιολογείται με τον ίδιο τρόπο όπως η απουσία προστατευτικού εξοπλισμού σε εργασία μεγάλου ύψους ή σε εγκατάσταση με επικίνδυνες ουσίες.
Τι αλλάζει για τις επιχειρήσεις
Το νέο σύστημα αυξάνει την ανάγκη για συστηματική και τεκμηριωμένη συμμόρφωση.
Οι εργοδότες θα πρέπει να μπορούν να αποδεικνύουν ότι έχουν:
- ορίσει Τεχνικό Ασφάλειας και Ιατρό Εργασίας όπου απαιτείται,
- επικαιροποιήσει τη Γραπτή Εκτίμηση Επαγγελματικού Κινδύνου,
- συντηρήσει εγκαταστάσεις και μηχανήματα,
- χορηγήσει κατάλληλα Μέσα Ατομικής Προστασίας,
- εκπαιδεύσει το προσωπικό,
- ελέγξει εργολάβους και υπεργολάβους,
- λάβει μέτρα κατά της βίας και της παρενόχλησης,
- συμμορφωθεί με προηγούμενες υποδείξεις της Επιθεώρησης.
Η νέα μεθοδολογία καθιστά πλέον ακριβότερη την επανάληψη των ίδιων παραλείψεων και δυσκολότερη την αντιμετώπιση της ασφάλειας ως μιας τυπικής υποχρέωσης που καλύπτεται μόνο με έγγραφα.
Το οικονομικό αποτύπωμα της μεταρρύθμισης
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο την προστασία των εργαζομένων, αλλά και τη λειτουργία της αγοράς.
Οι επιχειρήσεις που επενδύουν σε ασφαλείς εγκαταστάσεις, εκπαίδευση και σύγχρονο εξοπλισμό συχνά αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο λειτουργικό κόστος από εκείνες που παρακάμπτουν τους κανόνες.
Με τις αναλογικότερες και υψηλότερες κυρώσεις, το Υπουργείο Εργασίας επιχειρεί να περιορίσει αυτό το αθέμιτο πλεονέκτημα και να καταστήσει οικονομικά ασύμφορη τη μη συμμόρφωση.
Η εφαρμογή του μέτρου θα κριθεί, ωστόσο, από τη συχνότητα των ελέγχων, την επαρκή στελέχωση της Επιθεώρησης και την ομοιόμορφη εφαρμογή του μαθηματικού τύπου σε όλες τις περιοχές και τους κλάδους της οικονομίας.
Το νέο μήνυμα της Επιθεώρησης Εργασίας
Η νέα απόφαση αλλάζει τη λογική των κυρώσεων: όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος, όσο περισσότεροι εργαζόμενοι εκτίθενται και όσο συχνότερα επαναλαμβάνεται η παράβαση, τόσο υψηλότερο θα είναι το οικονομικό κόστος για την επιχείρηση.
Το ανώτατο όριο των 50.000 ευρώ, οι προσαυξήσεις λόγω υποτροπής και η δυνατότητα πρόσθετης αύξησης έως 50% για μεγάλες επιχειρήσεις διαμορφώνουν ένα σαφώς αυστηρότερο πλαίσιο.
Το βασικό στοίχημα, πάντως, δεν είναι η αύξηση των εισπράξεων από πρόστιμα. Είναι η πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων και η αλλαγή της επιχειρηματικής κουλτούρας, ώστε η ασφάλεια να θεωρείται αναπόσπαστο τμήμα της παραγωγικής διαδικασίας και όχι υποχρέωση που ενεργοποιείται μόνο όταν εμφανίζεται ο ελεγκτικός μηχανισμός.
