Πολιτική

Άδωνις: «Η Ισπανία γκρέμισε μόνη της τον μύθο των ανοικτών συνόρων» – Το ελληνικό μοντέλο δικαιώνεται

Άδωνις: «Η Ισπανία γκρέμισε μόνη της τον μύθο των ανοικτών συνόρων» – Το ελληνικό μοντέλο δικαιώνεται
Η κρίση στη Θέουτα μετατρέπει τη μεταναστευτική πολιτική σε μείζον ευρωπαϊκό ζήτημα ασφάλειας. Ο Άδωνις Γεωργιάδης εξαπολύει σφοδρή επίθεση στην Αριστερά και στο ΠΑΣΟΚ, αντιπαραβάλλοντας τη μαζική νομιμοποίηση της κυβέρνησης Σάντσεθ με τη στρατηγική Μητσοτάκη για φύλαξη συνόρων, γρήγορες διαδικασίες ασύλου, επιστροφές και ελεγχόμενη νόμιμη μετανάστευση.

Η πρωτοφανής μεταναστευτική πίεση στη Θέουτα δεν αποτελεί απλώς μια νέα κρίση στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποκτά χαρακτήρα πολιτικού καταλύτη, καθώς αναγκάζει την κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ να υιοθετήσει μέτρα πολύ αυστηρότερα από εκείνα που έως πρόσφατα χαρακτήριζαν το ισπανικό μεταναστευτικό μοντέλο.

Η Μαδρίτη είχε επενδύσει στη διεύρυνση των νόμιμων διαδρομών, στην ένταξη μεταναστών στην αγορά εργασίας και σε μια έκτακτη διαδικασία νομιμοποίησης ανθρώπων που ήδη ζούσαν στην Ισπανία. Η σχετική ρύθμιση του 2026 αφορούσε πρόσωπα που βρίσκονταν στη χώρα πριν από συγκεκριμένη ημερομηνία και μπορούσαν να αποδείξουν τουλάχιστον πεντάμηνη παραμονή· δεν αποτελούσε γενική άδεια εισόδου για νέες αφίξεις. Η ίδια η ισπανική κυβέρνηση παρουσίασε τη νομιμοποίηση ως μέρος μιας πολιτικής «νόμιμης, ασφαλούς και οργανωμένης μετανάστευσης», συνδεδεμένης με την εργασία και την κοινωνική ένταξη.

Ωστόσο, η μαζική είσοδος δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων στη Θέουτα, η απώλεια ανθρώπινων ζωών και η ταχεία κινητοποίηση αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων άλλαξαν βίαια το πολιτικό κλίμα. Οι ισπανικές αρχές δήλωσαν ότι η συντριπτική πλειονότητα όσων πέρασαν επέστρεψε στο Μαρόκο, σε μεγάλο βαθμό οικειοθελώς, ενώ η κυβέρνηση χαρακτήρισε το γεγονός παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.

Αυτό ακριβώς το πολιτικό παράδοξο αξιοποιεί ο Άδωνις Γεωργιάδης για να επιτεθεί στην εγχώρια αντιπολίτευση.

Άδωνις: «Η αριστερή πολιτική των ανοικτών συνόρων μόλις τελείωσε»

Με μακροσκελή ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, ο υπουργός Υγείας υποστηρίζει ότι τα γεγονότα στην Ισπανία αποδεικνύουν τα όρια μιας πολιτικής που αποσυνδέει την ανθρωπιστική προστασία από τον αποτελεσματικό έλεγχο των συνόρων.

«Στην Ισπανία έχει συμβεί κανονική εισβολή. Η κυβέρνησή τους, κυβέρνηση που ασκούσε εδώ και καιρό πολιτική ανοικτών συνόρων, καλωσόριζε τους λαθρομετανάστες και προχωρούσε σε μαζικές νομιμοποιήσεις, τώρα υπό την πίεση των γεγονότων επαναπροωθεί όσους εισέβαλαν πίσω στο Μαρόκο.»

Ο κ. Γεωργιάδης θέτει ευθέως το ζήτημα της αντίφασης ανάμεσα στη ρητορική προστασίας των δικαιωμάτων και στην έκτακτη διαχείριση μιας μαζικής συνοριακής κρίσης.

«Εξέτασε το εάν δικαιούνται άσυλο; Τους πέρασε από επιτροπές; Τους έδωσε δικαίωμα ενστάσεως; Απολύτως τίποτε. Τώρα ξαφνικά αυτοί μαζικά, χωρίς καμία διάκριση, στέλνονται πίσω. Πάνε και τα δικαιώματα και οι αριστερές ευαισθησίες και τα πάντα.»

Η ακριβής νομική εικόνα είναι πιο σύνθετη από την πολιτική αιχμή του υπουργού. Το ισπανικό δίκαιο προβλέπει νομική συνδρομή και διερμηνεία για διαδικασίες επιστροφής, ενώ οι ισπανικές αρχές υποστήριξαν ότι πολλές από τις αναχωρήσεις προς το Μαρόκο ήταν οικειοθελείς. Επομένως, δεν έχει τεκμηριωθεί ότι όλοι επαναπροωθήθηκαν συλλήβδην χωρίς καμία διαδικασία.

Η πολιτική ουσία της παρέμβασής του, πάντως, είναι σαφής:

«Η αριστερή πολιτική των ανοικτών συνόρων μόλις μας τελείωσε. Και σωστά, διότι αν αφήσουν τον κόσμο να μπαίνει ανεξέλεγκτα, Ισπανία τέλος.»

Η απόφαση του ισπανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου

Ο Άδωνις Γεωργιάδης στρέφει τα πυρά του και προς την πρόσφατη απόφαση του ισπανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία περιόρισε την εφαρμογή των λεγόμενων «θερμών επιστροφών» σε όσους εντοπίζονται στη θάλασσα ενώ επιχειρούν να φτάσουν κολυμπώντας στη Θέουτα ή τη Μελίγια.

Το δικαστήριο έκρινε ότι η ειδική διαδικασία άμεσης απόρριψης στα σύνορα εφαρμόζεται σε όσους υπερβαίνουν φυσικά εμπόδια, όπως οι συνοριακοί φράχτες, όχι αυτομάτως σε όσους αναχαιτίζονται στη θάλασσα. Η κυβέρνηση και η τοπική διοίκηση της Θέουτα εξετάζουν πλέον νομοθετική αλλαγή ώστε το ειδικό καθεστώς να καλύπτει και τις θαλάσσιες εισόδους.

Ο υπουργός Υγείας σχολιάζει δηκτικά:

«Όχι ότι και αυτοί οι δικαστές που εξέδωσαν μία τόσο βλακώδη απόφαση, επηρεασμένοι προφανώς από τις αριστερές ανοησίες που επικρατούσαν εκεί, αλλά η κυβέρνηση Σάντσεθ με όλα αυτά έως χθες συμφωνούσε.»

Η συγκεκριμένη διατύπωση αποτελεί προσωπική πολιτική κρίση του υπουργού. Η δικαστική απόφαση δεν ακύρωσε τον έλεγχο των συνόρων ούτε απαγόρευσε τις επιστροφές· απαίτησε την εφαρμογή της συνήθους μεταναστευτικής διαδικασίας στις θαλάσσιες αφίξεις, εκτός αν αλλάξει ο νόμος.

Το πραγματικό μοντέλο Σάντσεθ: Όχι απλώς «ανοικτά σύνορα»

Η ισπανική πολιτική των τελευταίων ετών δεν μπορεί να περιγραφεί αποκλειστικά ως πολιτική ανοικτών συνόρων. Στηρίχθηκε σε τέσσερις παράλληλους άξονες:

Πρώτον, νομιμοποίηση ήδη εγκατεστημένων μεταναστών. Η έκτακτη ρύθμιση του 2026 έδωσε προσωρινή άδεια διαμονής και εργασίας σε όσους πληρούσαν συγκεκριμένες χρονικές και διοικητικές προϋποθέσεις.

Δεύτερον, διεύρυνση νόμιμης εργασιακής μετανάστευσης. Η Μαδρίτη επέλεξε να συνδέσει τη μετανάστευση με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, τη δημογραφική πίεση και την κοινωνική ασφάλιση.

Τρίτον, συνεργασία με το Μαρόκο. Η Ισπανία είχε επενδύσει σε στενή διμερή συνεργασία για τον έλεγχο των ροών, παρουσιάζοντας τη σχέση με το Ραμπάτ ως βασικό εργαλείο σταθερότητας και ασφάλειας.

Τέταρτον, φύλαξη συνόρων και επιστροφές. Παρά τη φιλελεύθερη ρητορική, η Ισπανία διατηρούσε ήδη αυστηρούς κανόνες εισόδου, συνοριακούς ελέγχους και μηχανισμούς επιστροφής.

Η κρίση στη Θέουτα δεν αποδεικνύει ότι η Ισπανία δεν είχε σύνορα. Αποδεικνύει, όμως, ότι ακόμη και ένα οργανωμένο σύστημα μπορεί να καταρρεύσει προσωρινά όταν δεχθεί μαζική, αιφνίδια και πιθανώς κατευθυνόμενη πίεση.

Η ελληνική απάντηση: αποτροπή, άσυλο, επιστροφές και νόμιμες οδοί

Ο Άδωνις Γεωργιάδης αντιπαραβάλλει ευθέως το ισπανικό μοντέλο με την πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη.

«Εμείς εδώ, ευτυχώς, με την πολιτική του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, που όλοι οι αριστεροί του πλανήτη κατηγορούν για την αυστηρή πολιτική φύλαξης των συνόρων, κατορθώνουμε και συγκρατούμε τις ροές και μειώνουμε διαρκώς τον συνολικό τους αριθμό.»

Η ελληνική στρατηγική από το 2019 βασίστηκε σε ένα σαφώς αυστηρότερο δόγμα:

  • ενίσχυση της φυσικής και ηλεκτρονικής επιτήρησης στον Έβρο,
  • αυξημένη παρουσία Λιμενικού και Frontex στο Αιγαίο,
  • κλειστές και ελεγχόμενες δομές στα νησιά,
  • ταχύτερη εξέταση αιτήσεων ασύλου,
  • διοικητική κράτηση για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων χωρίς ισχυρό προσφυγικό προφίλ,
  • ενίσχυση των επιστροφών,
  • παράλληλη διατήρηση νόμιμων οδών εργασιακής μετανάστευσης.

Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι αφίξεις της περιόδου 2015-2019, οι οποίες ξεπέρασαν αθροιστικά το 1,2 εκατομμύριο, περιορίστηκαν σε λιγότερες από 200.000 την επόμενη πενταετία, ενώ οι εκκρεμείς αιτήσεις ασύλου μειώθηκαν από περισσότερες από 140.000 σε περίπου 28.000. Πρόκειται για στοιχεία που παρουσιάζει το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου και αποτυπώνουν τη μεγάλη αποκλιμάκωση σε σχέση με την περίοδο της κρίσης.

Παράλληλα, η Frontex κατέγραψε πτώση κατά 34% στις διελεύσεις της Ανατολικής Μεσογείου το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ η ελληνική πλευρά ανέφερε μείωση περίπου 70% στις αφίξεις στα νησιά το πρώτο τετράμηνο σε σύγκριση με το 2025.

Ο Έβρος του 2020 ως πολιτικό προηγούμενο

Ο υπουργός επαναφέρει και τα γεγονότα του Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2020 στον Έβρο, όταν η Τουρκία διευκόλυνε χιλιάδες ανθρώπους να κινηθούν προς τα ελληνικά σύνορα.

«Εμείς τον Φεβρουάριο του 2020 αντιμετωπίσαμε πολύ χειρότερη εισβολή, οργανωμένη από τη γειτονική μας χώρα, και αντέξαμε.»

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει περιγράψει εκείνη την κρίση ως οργανωμένη εργαλειοποίηση της μετανάστευσης, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα ενθάρρυνε και διευκόλυνε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να επιχειρήσουν να περάσουν στην Ευρώπη.

Για τη Νέα Δημοκρατία, ο Έβρος αποτελεί το ιδρυτικό γεγονός της σημερινής μεταναστευτικής στρατηγικής: η ελληνική επικράτεια δεν μπορεί να λειτουργεί ως χώρος ανεξέλεγκτης διέλευσης και κανένα τρίτο κράτος δεν μπορεί να χρησιμοποιεί ανθρώπους ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης.

Η αντίφαση που καταλογίζει σε ΠΑΣΟΚ και Αριστερά

Ο Άδωνις Γεωργιάδης επιχειρεί να μεταφέρει τη σύγκρουση στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο:

«Αυτή την κυβέρνηση και την πολιτική της είχαν ως πρότυπο εδώ και οι Αριστεροί και το ΠΑΣΟΚ, για να ξέρετε τι μας περιμένει εάν ξανάρθουν.»

Η κριτική του στηρίζεται στην εκτίμηση ότι τμήματα της ελληνικής αντιπολίτευσης:

  • αντιτίθενται στη διεύρυνση του φράχτη του Έβρου,
  • ασκούν κριτική στις επιχειρήσεις αποτροπής στο Αιγαίο,
  • δίνουν μεγαλύτερο βάρος στις διαδικαστικές εγγυήσεις από ό,τι στην ταχεία επιστροφή,
  • αντιμετωπίζουν με καχυποψία την έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας,
  • επιμένουν σε πιο ανοικτή πολιτική ένταξης και νομιμοποίησης.

Από την πλευρά τους, ΠΑΣΟΚ και Αριστερά απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι υποστηρίζουν ανεξέλεγκτα σύνορα. Η δική τους θέση συνήθως στηρίζεται σε ισχυρή ευρωπαϊκή φύλαξη, νόμιμες οδούς, δίκαιη κατανομή των αιτούντων άσυλο και πλήρη τήρηση του διεθνούς δικαίου.

Εδώ βρίσκεται η πραγματική ιδεολογική διαφορά: όχι ανάμεσα σε «σύνορα» και «καθόλου σύνορα», αλλά ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ιεραρχήσεις. Η ΝΔ τοποθετεί πρώτη την αποτροπή και στη συνέχεια την εξέταση των δικαιωμάτων. Η αντιπολίτευση ζητά η προστασία των δικαιωμάτων να ενσωματώνεται από την πρώτη στιγμή στην επιχειρησιακή διαχείριση.

Το ευρωπαϊκό περιβάλλον μετακινείται προς την ελληνική γραμμή

Η ισχυρότερη πολιτική δικαίωση για την κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν προέρχεται μόνο από την Ισπανία. Προέρχεται από τη συνολική μετατόπιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου, που εφαρμόζεται πλήρως από τον Ιούνιο του 2026, προβλέπει:

  • υποχρεωτικό έλεγχο όλων των παράτυπων αφίξεων στα εξωτερικά σύνορα,
  • ταχύτερες συνοριακές διαδικασίες,
  • ενισχυμένη καταγραφή στο Eurodac,
  • μεγαλύτερη έμφαση στις επιστροφές,
  • σαφέστερους κανόνες ευθύνης και αλληλεγγύης,
  • ειδικές ρυθμίσεις για κρίσεις, εργαλειοποίηση και υβριδικές απειλές.

Η ΕΕ έχει επίσης διευρύνει τη χρήση της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας» και έχει προωθήσει νέο κοινό πλαίσιο επιστροφών, με στόχο ταχύτερες και αποτελεσματικότερες διαδικασίες για όσους δεν δικαιούνται να παραμείνουν.

Με άλλα λόγια, η Ευρώπη του 2026 κινείται πολύ πιο κοντά στη λογική που η Ελλάδα υποστήριζε ήδη από το 2020: ισχυρά εξωτερικά σύνορα, γρήγορος διαχωρισμός προσφύγων και οικονομικών μεταναστών, αποτελεσματικές επιστροφές και νόμιμη μετανάστευση μόνο με κανόνες.

Η ελληνική πολιτική δεν είναι «κλειστά σύνορα για όλους»

Το επιχείρημα υπέρ της ελληνικής στρατηγικής είναι ισχυρότερο όταν αποφεύγει την υπεραπλούστευση.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν εφαρμόζει απόλυτο κλείσιμο των συνόρων. Διατηρεί:

  • νόμιμες διαδικασίες ασύλου,
  • καθεστώς διεθνούς προστασίας για όσους το δικαιούνται,
  • προσωρινή προστασία για τους Ουκρανούς,
  • προγράμματα ένταξης,
  • διμερείς συμφωνίες νόμιμης εργασιακής μετανάστευσης,
  • ηλεκτρονικές διαδικασίες μετάκλησης εργαζομένων.

Η επίσημη θέση του πρωθυπουργού είναι ότι η Ελλάδα είναι ανοικτή στις νόμιμες οδούς, αλλά επιμένει στον έλεγχο της διαδικασίας και στην αποτροπή της παράτυπης εισόδου.

Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη: αυστηρό μεταναστευτικό σύστημα δεν σημαίνει άρνηση της μετανάστευσης. Σημαίνει ότι το κράτος, και όχι τα κυκλώματα διακινητών, αποφασίζει ποιος εισέρχεται, με ποιους όρους και για πόσο χρόνο.

Τα δύσκολα σημεία που δεν πρέπει να κρύβονται

Η ελληνική πολιτική έχει αποδώσει στην αποκλιμάκωση των ροών και στην αποσυμφόρηση των νησιών, αλλά δεν είναι χωρίς προβλήματα.

Η διαδρομή από την ανατολική Λιβύη προς την Κρήτη αυξήθηκε έντονα το 2025, αποδεικνύοντας ότι η πίεση μετακινείται γρήγορα όταν κλείνει μία δίοδος. Η Frontex κατέγραψε υπερτριπλασιασμό των αφίξεων σε αυτόν τον διάδρομο, παρά τη γενικότερη πτώση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Υπάρχουν επίσης διαρκείς καταγγελίες από οργανώσεις και ευρωπαϊκούς φορείς για τον τρόπο διεξαγωγής επιχειρήσεων αποτροπής. Αυτές πρέπει να ερευνώνται θεσμικά, διότι μια αποτελεσματική συνοριακή πολιτική δεν μπορεί να οικοδομείται έξω από το κράτος δικαίου.

Το πολιτικό πλεονέκτημα της ΝΔ βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά της να υποστηρίζει και τα δύο: αυστηρότητα χωρίς χάος και ασφάλεια χωρίς κατάργηση του δικαίου.

Η ουσία της παρέμβασης Άδωνι

Η ανάρτηση του Άδωνι Γεωργιάδη είναι σκληρή, πολωτική και σε ορισμένα σημεία υπερβάλλει ως προς τη νομική διαχείριση των επιστροφών στην Ισπανία. Αγγίζει, όμως, ένα πραγματικό πολιτικό πρόβλημα: καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να υπερασπιστεί μια γενναιόδωρη πολιτική ένταξης, εάν προηγουμένως δεν αποδεικνύει ότι ελέγχει τα σύνορά της.

Η Ισπανία επιχείρησε να συνδυάσει νομιμοποιήσεις, εργασιακή ένταξη και συνεργασία με το Μαρόκο. Όταν, όμως, η Θέουτα δέχθηκε πίεση πρωτοφανούς κλίμακας, υποχρεώθηκε να περάσει μέσα σε λίγες ώρες από τη γλώσσα της ένταξης στη γλώσσα της εδαφικής κυριαρχίας, του στρατού και των επιστροφών.

Η Ελλάδα είχε ήδη κάνει αυτή τη μετάβαση έξι χρόνια νωρίτερα.

«Να είστε υπερήφανοι που την πολιτική μας στο Μεταναστευτικό τη βλέπουν όλες οι άλλες κυβερνήσεις πλέον ως πρότυπη. Αυτή η πολιτική προστατεύει την Ελλάδα από φαινόμενα σαν αυτά.»

Η κρίση στη Θέουτα δεν σημαίνει ότι κάθε ισπανική επιλογή ήταν λανθασμένη ούτε ότι κάθε ελληνική πρακτική είναι υπεράνω κριτικής. Επιβεβαιώνει, όμως, μια κεντρική θέση της κυβέρνησης Μητσοτάκη: χωρίς πραγματικό έλεγχο των εξωτερικών συνόρων, δεν υπάρχει βιώσιμη πολιτική ασύλου, κοινωνικής ένταξης ή ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Και σε αυτό το σημείο, η ευρωπαϊκή πολιτική του 2026 φαίνεται να πλησιάζει πολύ περισσότερο την Αθήνα από ό,τι τη Μαδρίτη των προηγούμενων ετών.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο