Η απάντηση Άδωνι από το Δαφνί: «Δεν πήγα για δημόσιες σχέσεις – Πήγα να ασκήσω την ευθύνη μου»
Δύο εκδοχές για μία εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή
Τα γεγονότα στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής στο Δαφνί έχουν προκαλέσει μια σκληρή πολιτική και συνδικαλιστική αντιπαράθεση, στην οποία καταγράφονται δύο διαφορετικές οπτικές.
Από τη μία πλευρά, ο ψυχίατρος του νοσοκομείου Νεκτάριος Χαϊντάρ, μιλώντας στο «Κόκκινο», κατήγγειλε ότι εργαζόμενοι εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για την παρουσία του υπουργού Υγείας, θεωρώντας ότι έπρεπε να επικεντρωθούν στη διαχείριση της έκτακτης ανάγκης.
«Εκφράσαμε τη δυσαρέσκειά μας για την παρουσία του υπουργού, καθώς έπρεπε να διαχειριστούμε μια έκτακτη και κρίσιμη κατάσταση, καλώντας τον να αποχωρήσει από τον χώρο και εισπράξαμε απειλές. Μας είπε ότι είναι ο προϊστάμενός μας, ότι αυτό που κάνουμε είναι πειθαρχικό παράπτωμα», δήλωσε.
Πρόσθεσε μάλιστα:
«Ήρθε, απείλησε, προχώρησε στον χώρο μετά της κουστωδίας του και στη συνέχεια αποχώρησε. Είχαμε να ασχοληθούμε με σοβαρότερα πράγματα.»
Από την άλλη πλευρά, ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ Μιχάλης Γιαννάκος, ο οποίος βρισκόταν στο σημείο, περιγράφουν μια εντελώς διαφορετική επιχειρησιακή εικόνα: ένα νοσοκομείο σε συναγερμό, μια αρχική εντολή εκκένωσης από την Πυροσβεστική, κινητοποίηση ασθενοφόρων και λεωφορείων και ανάγκη άμεσου συντονισμού για εκατοντάδες ευάλωτους ασθενείς.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι ειπώθηκε μέσα στην ένταση. Είναι εάν η παρουσία του πολιτικού προϊσταμένου του συστήματος Υγείας αποτελούσε εμπόδιο ή θεσμική υποχρέωση.
Η πρώτη ανάρτηση Άδωνι: «Ήμασταν στη σωστή θέση»
Στην πρώτη παρέμβασή του, ο υπουργός Υγείας απάντησε ευθέως σε όσους του ζήτησαν να αποχωρήσει.
«Ο υπουργός Υγείας πλησίασε και τους επισήμανε ότι είναι πολιτικός προϊστάμενος και να τον αφήσουν να κάνει τη δουλειά του, να συντονίσει την εκκένωση του νοσοκομείου.»
Με αυτή τη φράση, ο Άδωνις Γεωργιάδης τοποθετεί τη σύγκρουση σε καθαρά θεσμικό επίπεδο. Δεν υποστηρίζει απλώς ότι είχε δικαίωμα να βρίσκεται στο Δαφνί. Υποστηρίζει ότι είχε ευθύνη να βρίσκεται εκεί, επειδή ενεργοποιούνταν ένας σύνθετος μηχανισμός στον οποίο συμμετείχαν:
- η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας,
- η 2η Υγειονομική Περιφέρεια,
- η διοίκηση του ΨΝΑ,
- το ΕΚΑΒ,
- η Πυροσβεστική,
- η Πολιτική Προστασία,
- το Δρομοκαΐτειο, το οποίο ανέλαβε την εφημερία.
«Ήμασταν στη σωστή θέση, αντιλαμβανόμενοι την κρισιμότητα της στιγμής», ανέφερε ο υπουργός
Η φράση δεν αποτελεί απλώς υπεράσπιση της προσωπικής του παρουσίας. Αποτελεί υπεράσπιση μιας αντίληψης πολιτικής ευθύνης σύμφωνα με την οποία ο υπουργός δεν απομακρύνεται από το πεδίο την ώρα που δοκιμάζεται το σύστημα που προΐσταται.
«Να με αφήσουν να κάνω τη δουλειά μου»
Η ουσία της πρώτης ανάρτησης συμπυκνώνεται σε αυτή την έκκληση.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν περιγράφει μια προγραμματισμένη επίσκεψη, μια περιοδεία ή μια επικοινωνιακή εμφάνιση. Περιγράφει μια έκτακτη επιχείρηση, κατά την οποία υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο μαζικής μεταφοράς ψυχιατρικών ασθενών.
Σε τέτοιες συνθήκες, η πολιτική διοίκηση έχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις:
- να εξασφαλίσει διαθέσιμα ασθενοφόρα και μέσα μεταφοράς,
- να ανοίξει κλίνες σε άλλες δομές,
- να μεταφέρει ή να ανακατανείμει εφημερίες,
- να συντονίσει τις διοικήσεις,
- να διασφαλίσει ότι οι οδηγίες των επιχειρησιακών αρχών εφαρμόζονται.
Το ίδιο το ΕΚΑΒ περιγράφει ως κεντρική αποστολή του την ανάπτυξη ολοκληρωμένου πλαισίου απόκρισης σε έκτακτες ανάγκες, μαζικές καταστροφές και διακομιδές, με τυποποιημένα πρωτόκολλα και αυξημένη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Με αυτό το δεδομένο, η παρουσία του υπουργού δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί θεσμικά παράταιρη. Θα μπορούσε να επικριθεί μόνο εάν αποδεικνυόταν ότι παρεμπόδισε τις επιχειρησιακές εντολές ή υποκατέστησε τους αρμόδιους αξιωματικούς. Από όσα έχουν δημοσιοποιηθεί στις δύο αναρτήσεις και στη δήλωση Γιαννάκου, προκύπτει η αντίθετη εικόνα: η πολιτική ηγεσία βρισκόταν εκεί για να εξασφαλίσει τη λειτουργία της υγειονομικής αλυσίδας.
Η δεύτερη ανάρτηση: Η μαρτυρία Γιαννάκου ως απάντηση
Η δεύτερη ανάρτηση του Άδωνι Γεωργιάδη αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, διότι δεν στηρίζεται μόνο στη δική του περιγραφή. Επικαλείται την αναλυτική μαρτυρία του προέδρου της ΠΟΕΔΗΝ, ενός συνδικαλιστή που συχνά ασκεί σκληρή κριτική στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας.
Ο Μιχάλης Γιαννάκος δήλωσε:
«Την ώρα που διατάσσεται από την Πυροσβεστική η εκκένωση του ΨΝΑ δεν χωράνε άσκεφτες συνδικαλιστικές σκοπιμότητες και αντιπαραθέσεις.»
Περιέγραψε ισχυρή κινητοποίηση πυροσβεστικών δυνάμεων, άφιξη ασθενοφόρων και λεωφορείων και έναν πραγματικό κίνδυνο για περίπου 350 νοσηλευόμενους.
«Το νοσοκομείο κινδύνευε να καεί με 350 νοσηλευόμενους ασθενείς και τα άτομα αυτά ζητούσαν από τον υπουργό Υγείας, που θα συντόνιζε ως πολιτικός προϊστάμενος την εκκένωση, να αποχωρήσει από το νοσοκομείο.»
Ο Γιαννάκος αναγνωρίζει ρητά τον επιχειρησιακό χαρακτήρα της παρουσίας του υπουργού και διαχωρίζει τη θεμιτή κριτική για τα προβλήματα του νοσοκομείου από τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
«Δεν είμαστε όλοι ίδιοι»
Στη δική του ανάρτηση, ο Άδωνις Γεωργιάδης ανεβάζει τους τόνους απέναντι σε όσους, κατά την εκτίμησή του, επιχείρησαν να μετατρέψουν μια ώρα κρίσης σε πεδίο κομματικής ή συνδικαλιστικής αντιπαράθεσης.
«Ήμουν μαζί με τους εργαζομένους, τους διασώστες που έτρεχαν και δεν έφθαναν για την ασφαλή μεταφορά των ασθενών. Βοηθήσαμε όσο μπορούσαμε. Ήμασταν στη σωστή θέση, αντιλαμβανόμενοι την κρισιμότητα της στιγμής.»
Και προσθέτει:
«Περιμένουμε να σιωπήσει το τοπικό Σωματείο, να αντιληφθούν το σφάλμα τους. Μάταια. Προσπαθούν να βγουν και από πάνω.»
Η οξύτητα της φράσης αντανακλά την πεποίθησή του ότι η κριτική δεν στρέφεται σε μια λανθασμένη απόφαση, αλλά στην ίδια την άσκηση του θεσμικού του ρόλου.
«Όταν καίγεται η χώρα, γίνονται μάχιμοι επαγγελματίες πιλότοι και δασοπυροσβέστες, χάνονται περιουσίες, καλό είναι να σωπάτε. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι.»
Είναι αναμφίβολα μια σκληρή πολιτική διατύπωση. Ωστόσο, η ουσία της είναι ότι, κατά τον υπουργό, την ώρα του κινδύνου προηγείται η επιχειρησιακή πειθαρχία και ακολουθεί η αντιπαράθεση.
Η απάντηση στην κατηγορία περί «απειλών»
Η καταγγελία του γιατρού ότι ο υπουργός χαρακτήρισε τη συμπεριφορά τους πειθαρχικό παράπτωμα πρέπει να εξεταστεί με ακρίβεια και όχι με πολιτικούς αυτοματισμούς.
Η αναφορά ενός υπουργού σε πιθανό πειθαρχικό παράπτωμα δεν ισοδυναμεί από μόνη της με πειθαρχική καταδίκη. Ούτε ένας υπουργός μπορεί, μόνο με μια προφορική δήλωση, να επιβάλει ποινή.
Το πειθαρχικό δίκαιο του Δημοσίου προβλέπει θεσμοθετημένες διαδικασίες, δικαιώματα του ελεγχόμενου και εξέταση των πραγματικών περιστατικών. Το υπουργείο Εσωτερικών επισημαίνει ότι η πειθαρχική διαδικασία αποτελεί υποχρέωση της διοίκησης τόσο απέναντι στους πολίτες όσο και απέναντι στους ίδιους τους ελεγχόμενους υπαλλήλους.
Άρα, η κρίσιμη διάκριση είναι η εξής:
Άλλο η πολιτική ή λεκτική ένταση της στιγμής και άλλο η θεσμική διερεύνηση.
Εάν διατάχθηκε ΕΔΕ, αυτή οφείλει να εξετάσει:
- εάν υπήρξε πράγματι παρεμπόδιση της επιχείρησης,
- εάν παραβιάστηκαν υπηρεσιακές υποχρεώσεις,
- εάν διακινδύνευσε η ασφάλεια ασθενών,
- εάν οι εργαζόμενοι άσκησαν απλώς το δικαίωμα έκφρασης ή υπερέβησαν το όριο,
- εάν ο τόνος της πολιτικής ηγεσίας ήταν ανάλογος της κατάστασης.
Η ΕΔΕ δεν είναι τιμωρία. Είναι μηχανισμός εξακρίβωσης.
Πού βρίσκεται το πραγματικό όριο
Η δεοντολογική αξιολόγηση δεν πρέπει να γίνεται με βάση την πολιτική συμπάθεια ή αντιπάθεια προς τον υπουργό. Πρέπει να βασίζεται σε τέσσερις αρχές.
1. Απόλυτη προτεραιότητα στους ασθενείς
Το ΨΝΑ φιλοξενεί ιδιαίτερα ευάλωτους ανθρώπους, αρκετοί από τους οποίους δεν μπορούν να αυτοπροστατευθούν ή να μετακινηθούν χωρίς εξειδικευμένη βοήθεια.
Σε μια πιθανή εκκένωση, κάθε καθυστέρηση, σύγχυση ή διάσπαση συντονισμού μπορεί να προκαλέσει σοβαρό κίνδυνο. Η δεοντολογία των υπηρεσιών Υγείας επιβάλλει η ασφάλεια των ασθενών να προηγείται κάθε άλλης διεκδίκησης.
2. Σεβασμός στην επιχειρησιακή διοίκηση
Την απόφαση για την εκκένωση ή τη μεταβολή του σχεδίου δεν τη λαμβάνει αυθαίρετα ο υπουργός. Τη λαμβάνουν οι αρμόδιες επιχειρησιακές αρχές με βάση την εξέλιξη της πυρκαγιάς.
Ο ρόλος του υπουργείου Υγείας είναι να εξασφαλίσει ότι το υγειονομικό σκέλος μπορεί να ανταποκριθεί: ασθενοφόρα, δομές υποδοχής, κλίνες, προσωπικό και συντονισμός.
3. Δικαίωμα στην κριτική, όχι δικαίωμα αποδιοργάνωσης
Οι γιατροί και οι εργαζόμενοι έχουν αναφαίρετο δικαίωμα:
- να καταγγέλλουν ελλείψεις,
- να ασκούν συνδικαλιστική δράση,
- να επικρίνουν τον υπουργό,
- να εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους.
Ο Κώδικας Ηθικής και Επαγγελματικής Συμπεριφοράς των δημοσίων υπαλλήλων θέτει ως βασικές αρχές την ακεραιότητα, την υπευθυνότητα, τον επαγγελματισμό και την υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος.
Το δικαίωμα στην κριτική, όμως, δεν μπορεί να φθάνει έως το σημείο επιχειρησιακής παρεμπόδισης, εάν πράγματι βρισκόταν σε εξέλιξη σχέδιο εκκένωσης. Το αν συνέβη αυτό πρέπει να κριθεί από την έρευνα και όχι από κομματικές ανακοινώσεις.
4. Αναλογικότητα και αμεροληψία
Ακόμη και αν διαπιστωθεί υπηρεσιακή εκτροπή, η διοίκηση οφείλει να δράσει χωρίς εκδικητικότητα.
Η πειθαρχική διαδικασία πρέπει να διασφαλίζει:
- τεκμήριο αθωότητας,
- ακρόαση των εργαζομένων,
- πλήρη καταγραφή των περιστατικών,
- αναλογικότητα οποιασδήποτε απόφασης,
- σαφή διαχωρισμό μεταξύ διαμαρτυρίας και πραγματικής παρεμπόδισης.
Αυτό είναι το κρίσιμο όριο που πρέπει να τηρήσει και η πολιτική ηγεσία: αποφασιστικότητα στην προστασία της λειτουργίας του νοσοκομείου, αλλά χωρίς προκαταβολική ενοχοποίηση.
Γιατί η θέση Άδωνι είναι θεσμικά ισχυρή
Το βασικό επιχείρημα υπέρ του Άδωνι Γεωργιάδη δεν είναι ότι ο υπουργός έχει πάντα δίκιο ή ότι ένας εργαζόμενος δεν μπορεί να του ζητήσει εξηγήσεις.
Είναι ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απαίτηση να αποχωρήσει από ένα νοσοκομείο σε συναγερμό έρχεται σε σύγκρουση με την πολιτική ευθύνη που του αναλογεί.
Αν είχε παραμείνει στο υπουργείο και η επιχείρηση παρουσίαζε κενά, η κριτική θα ήταν ότι απουσίαζε.
Αν δεν είχε ενεργοποιηθεί εγκαίρως το ΕΚΑΒ, θα κατηγορούνταν για αδράνεια.
Αν δεν είχε εξασφαλιστεί εναλλακτική εφημερία στο Δρομοκαΐτειο, θα του αποδιδόταν έλλειψη σχεδίου.
Αν δεν υπήρχαν ασθενοφόρα και λεωφορεία, η ευθύνη θα βάραινε και πάλι το υπουργείο.
Δεν μπορεί, επομένως, να εγκαλείται ταυτόχρονα ένας υπουργός επειδή φέρει την πολιτική ευθύνη και επειδή εμφανίζεται για να την ασκήσει.
Η κρίσιμη μαρτυρία από το Δρομοκαΐτειο
Ο Μιχάλης Γιαννάκος δεν περιορίστηκε στην περιγραφή του επεισοδίου. Εξήγησε ότι, όταν αποφασίστηκε η μεταφορά της εφημερίας από το Δαφνί στο Δρομοκαΐτειο, οι εργαζόμενοι του δεύτερου νοσοκομείου ανέλαβαν την πρόσθετη πίεση παρά τις πραγματικές ελλείψεις τους.
«Αμέσως όλοι μας, τα μέλη της διοίκησης του σωματείου του Δρομοκαΐτειου, μπήκαμε μπροστά και υποδεχθήκαμε την εφημερία, χωρίς να επικαλεστούμε την έλλειψη γιατρών, τραυματιοφορέων, κενών κλινών, που αποδεδειγμένα υπήρχαν και υπάρχουν.»
Το επιχείρημά του είναι καθαρό: οι ελλείψεις παραμένουν και πρέπει να καταγγέλλονται. Όμως, όταν κινδυνεύουν ασθενείς, προηγείται η προστασία τους.
«Σε μια έκτακτη ανάγκη που απειλούνται ζωές ασθενών, όλοι πρέπει να παραμερίζουμε την κριτική και να βάζουμε πλάτη.»
Η μεγάλη εικόνα: Πολιτική παρουσία ή “κουστωδία”;
Ο χαρακτηρισμός «κουστωδία» που χρησιμοποίησε ο γιατρός είναι πολιτικά φορτισμένος, αλλά δεν περιγράφει από μόνος του τον θεσμικό ρόλο των προσώπων που βρίσκονταν στο σημείο.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες περιγραφές, παρόντες ήταν:
- ο υπουργός Υγείας,
- η γενική γραμματέας,
- ο διοικητής της 2ης ΥΠΕ,
- η διοίκηση του νοσοκομείου,
- στελέχη του ΕΚΑΒ,
- αστυνομικές και πυροσβεστικές δυνάμεις.
Σε μια κρίση τέτοιου μεγέθους, η παρουσία αυτών των προσώπων δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην επικοινωνιακή συνοδεία. Αποτελεί τη διοικητική και επιχειρησιακή αλυσίδα που καλείται να λάβει και να εφαρμόσει αποφάσεις.
Η κριτική μπορεί να στραφεί στον τρόπο συμπεριφοράς, στον τόνο ή σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις. Δεν μπορεί, όμως, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, να ακυρώνει συνολικά τη θεσμική αναγκαιότητα της παρουσίας τους.
Η σύγκρουση για το ποιος έχει δικαίωμα να βρίσκεται στο πεδίο
Η υπόθεση του Δαφνιού αποκαλύπτει μια βαθύτερη σύγκρουση για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται διαφορετικές πλευρές την πολιτική διοίκηση του ΕΣΥ.
Η μία αντίληψη θέλει τον υπουργό να κρατά απόσταση από την επιχειρησιακή διαχείριση, αφήνοντας το πεδίο αποκλειστικά στους επαγγελματίες.
Η άλλη, την οποία εκφράζει ο Άδωνις Γεωργιάδης, θεωρεί ότι ο υπουργός πρέπει να βρίσκεται στο σημείο, χωρίς να υποκαθιστά τους ειδικούς, ώστε να εξασφαλίζει ότι το κράτος κινητοποιείται στο σύνολό του.
Η ορθή ισορροπία βρίσκεται ανάμεσα στα δύο:
Ο υπουργός δεν είναι πυροσβέστης, γιατρός βάρδιας ή διασώστης. Δεν αποφασίζει τεχνικά πώς θα εκκενωθεί ένας θάλαμος. Είναι όμως ο άνθρωπος που φέρει την τελική πολιτική ευθύνη για το εάν υπάρχουν διαθέσιμα μέσα, εάν συνεργάζονται οι υπηρεσίες και εάν το σύστημα ανταποκρίνεται.
Υπό αυτή την έννοια, η παρουσία του στο Δαφνί ήταν όχι μόνο δικαιολογημένη αλλά αναμενόμενη.
Η «κραυγή» Άδωνι: Γιατί με καταγγέλλουν επειδή δεν έφυγα;
Μέσα από τις δύο αναρτήσεις του, ο υπουργός θέτει ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να παρακαμφθεί:
Γιατί να αποχωρήσει ο πολιτικός προϊστάμενος την ώρα που το νοσοκομείο του βρίσκεται μπροστά στο ενδεχόμενο εκκένωσης;
Ο Άδωνις Γεωργιάδης υπερασπίζεται το δικαίωμα —και κυρίως την υποχρέωσή του— να ασκεί τον ρόλο του ακόμη και όταν αποδοκιμάζεται.
Δεν ισχυρίζεται ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν δίκαια αιτήματα. Δεν κρύβεται ότι υπάρχουν προβλήματα πυρασφάλειας, ελλείψεις και χρόνιες δυσλειτουργίες. Αυτό που απορρίπτει είναι η ιδέα ότι η επίλυσή τους μπορεί να γίνει την ώρα που πυροσβεστικά οχήματα, ασθενοφόρα και λεωφορεία περιμένουν να μεταφέρουν εκατοντάδες ασθενείς.
Η τελική αξιολόγηση των λεκτικών επεισοδίων ανήκει στην προβλεπόμενη θεσμική διαδικασία. Η πολιτική αξιολόγηση, όμως, είναι ήδη σαφής:
Ο υπουργός Υγείας δεν θα μπορούσε να εγκαταλείψει το Δαφνί επειδή μια ομάδα εργαζομένων δεν επιθυμούσε την παρουσία του.
Εκείνη την ώρα δεν εκπροσωπούσε μόνο τον εαυτό του ή την κυβέρνηση. Εκπροσωπούσε την ευθύνη του κράτους απέναντι στους ασθενείς.
Και όταν απειλούνται εκατοντάδες άνθρωποι, η πολιτική ευθύνη δεν αποχωρεί. Παραμένει στο πεδίο, αποφασίζει, συντονίζει και λογοδοτεί.
Πηγή: pagenews.gr
