Η απόφαση της κυβέρνησης να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την ενεργοποίηση της διευρυμένης Εθνικής Ρήτρας Διαφυγής για την ενεργειακή ανθεκτικότητα δεν είναι απλώς μια τεχνική δημοσιονομική κίνηση.
Μπορεί να εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά εργαλεία της επόμενης τριετίας.
Η Ελλάδα αποκτά τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει πάνω από 1 δισ. ευρώ νέων ενεργειακών επενδύσεων έως το 2028, χωρίς αυτές οι δαπάνες να πιέζουν με τον ίδιο τρόπο την επιτρεπόμενη πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
Και αυτό συμβαίνει σε μια στιγμή κατά την οποία η Ευρώπη βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ενεργειακό σοκ, γεωπολιτική αβεβαιότητα και πληθωριστικές πιέσεις από τη Μέση Ανατολή.
Η Κομισιόν έχει ήδη ανοίξει το παράθυρο: η ρήτρα που μέχρι σήμερα αφορούσε κυρίως την άμυνα μπορεί πλέον να επεκταθεί και σε ενεργειακά μέτρα που μειώνουν την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Το ειδικό όριο είναι 0,3% του ΑΕΠ ετησίως για την περίοδο 2026-2028 και 0,6% σωρευτικά.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος.
Το ερώτημα είναι αν θα χρησιμοποιηθεί σωστά.
Γιατί η ρήτρα είναι τόσο σημαντική για την Ελλάδα
Η Ελλάδα βρίσκεται σε ιδιόμορφη θέση.
Από τη μία πλευρά, διαθέτει υψηλό δημόσιο χρέος και επομένως περιορισμένα περιθώρια για μόνιμη χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής.
Από την άλλη, έχει ήδη πραγματοποιήσει υψηλές αμυντικές δαπάνες για πολλά χρόνια, άρα δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί το αμυντικό σκέλος της ρήτρας στον ίδιο βαθμό με χώρες που ξεκινούν από πολύ χαμηλότερη βάση.
Η επέκταση στην ενέργεια διορθώνει εν μέρει αυτή την ασυμμετρία.
Δίνει στην Αθήνα έναν νέο βαθμό ελευθερίας για να επιταχύνει επενδύσεις που διαφορετικά θα έπρεπε να ανταγωνιστούν μεταξύ τους για περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο.
Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία για μια οικονομία που τα επόμενα χρόνια χρειάζεται ταυτόχρονα:
- περισσότερες επενδύσεις,
- χαμηλότερο ενεργειακό κόστος,
- ενίσχυση της βιομηχανίας,
- μεγαλύτερη αποθήκευση,
- ισχυρότερα ηλεκτρικά δίκτυα,
- μικρότερη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα.
Το 1 δισ. δεν είναι “επίδομα” – είναι επενδυτικό κεφάλαιο
Εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διάκριση.
Η νέα ευελιξία δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση αποκτά ένα καινούργιο πακέτο επιδοτήσεων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Σημαίνει ότι αποκτά χώρο για παραγωγικές δαπάνες που αλλάζουν τη δομή του ενεργειακού συστήματος.
Και αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά.
Ένα επίδομα ρεύματος απορροφά προσωρινά μέρος του κόστους.
Ένα νέο δίκτυο, μια μπαταρία μεγάλης κλίμακας, ένα έργο ενεργειακής αναβάθμισης ή μια επένδυση σε καθαρή παραγωγή μπορεί να μειώνει το κόστος για χρόνια.
Αν ο δημοσιονομικός χώρος χρησιμοποιηθεί για τέτοιες παρεμβάσεις, τότε το όφελος δεν θα είναι μόνο λογιστικό.
Θα είναι διαρθρωτικό.
Γιατί η Ευρώπη άνοιξε τώρα αυτή την πόρτα
Η απόφαση της Κομισιόν συνδέεται άμεσα με τη νέα ενεργειακή κρίση.
Το ΔΝΤ έχει προειδοποιήσει ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η διαταραχή στο Ορμούζ αποτελούν νέο αρνητικό σοκ προσφοράς για την Ευρώπη: υψηλότερο ενεργειακό κόστος, χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλότερο πληθωρισμό.
Η ευρωζώνη προβλέπεται πλέον να αναπτυχθεί μόλις κατά 0,9% το 2026, ενώ ο πληθωρισμός εκτιμάται κοντά στο 2,9%, με την ενεργειακή διαταραχή να αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή αβεβαιότητας.
Αυτό αλλάζει και τη δημοσιονομική φιλοσοφία.
Η Ευρώπη φαίνεται να αναγνωρίζει ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι πια απλώς περιβαλλοντική πολιτική.
Είναι πολιτική οικονομικής άμυνας.
Το μάθημα του 2022 και το σημερινό πλεονέκτημα
Η σημερινή κρίση δεν βρίσκει την Ευρώπη στην ίδια θέση με το 2022.
Οι επενδύσεις σε ΑΠΕ, LNG, διασυνδέσεις, αποθήκευση και εξοικονόμηση έχουν μειώσει την ενεργειακή ένταση της ευρωπαϊκής οικονομίας και την έκθεσή της σε ορισμένα σοκ.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η ενεργειακή ένταση της ευρωπαϊκής παραγωγής έχει μειωθεί πάνω από 40% σε βάθος τριών δεκαετιών, ενώ η Ευρώπη είναι πλέον λιγότερο ευάλωτη σε σχέση με το παρελθόν.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχει λυθεί το πρόβλημα.
Σημαίνει ότι οι προηγούμενες επενδύσεις απέδειξαν πως η ανθεκτικότητα αγοράζεται πριν έρθει η κρίση.
Και τώρα η Ευρώπη θέλει να κάνει το ίδιο πράγμα σε μεγαλύτερη κλίμακα.
Πού μπορούν να πέσουν τα χρήματα
Οι επιλέξιμες επενδύσεις καλύπτουν σχεδόν όλο τον πυρήνα της ενεργειακής μετάβασης:
- ηλεκτρικά δίκτυα,
- μπαταρίες και αποθήκευση,
- ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων,
- εξοικονόμηση ενέργειας,
- έργα υποδομών,
- εξηλεκτρισμό βιομηχανίας και μεταφορών,
- αύξηση καθαρής παραγωγικής ισχύος.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία διότι η Ελλάδα έχει ήδη περάσει στην επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης.
Το πρόβλημα δεν είναι πια μόνο να εγκαταστήσει περισσότερες ΑΠΕ.
Το πρόβλημα είναι να μπορεί να τις απορροφήσει.
Το μεγάλο bottleneck είναι τα δίκτυα
Η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας διαθέτει πλέον μεγάλο όγκο ανανεώσιμης παραγωγής.
Όμως όσο αυξάνεται η παραγωγή από ήλιο και άνεμο, τόσο μεγαλώνει η ανάγκη για δίκτυα που μπορούν να μεταφέρουν την ενέργεια εκεί όπου χρειάζεται.
Χωρίς επαρκή δίκτυα:
- αυξάνονται οι περικοπές παραγωγής ΑΠΕ,
- περιορίζεται η δυνατότητα νέων συνδέσεων,
- αυξάνεται ο κίνδυνος συμφόρησης,
- παραμένει υψηλότερο το κόστος εξισορρόπησης.
Άρα μια επένδυση στο δίκτυο δεν είναι απλώς «τεχνικό έργο».
Είναι παρέμβαση στο τελικό κόστος του ρεύματος.
Η αποθήκευση είναι το δεύτερο κλειδί
Το ίδιο ισχύει για τις μπαταρίες.
Η αποθήκευση επιτρέπει στην αγορά να μεταφέρει ενέργεια από ώρες πολύ χαμηλών τιμών σε ώρες υψηλής ζήτησης.
Αυτό μπορεί να μειώσει:
- την ανάγκη για ακριβότερες θερμικές μονάδες,
- τις ακραίες διακυμάνσεις τιμών,
- τις περικοπές ΑΠΕ,
- την εξάρτηση από εισαγωγές σε ώρες αιχμής.
Σε μια αγορά με μεγάλη διείσδυση ανανεώσιμων πηγών, η αποθήκευση δεν είναι συμπληρωματική πολυτέλεια.
Είναι προϋπόθεση για να μετατραπούν οι φθηνές ΑΠΕ σε φθηνό ρεύμα για τον καταναλωτή.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο στοίχημα για τη βιομηχανία
Η ελληνική βιομηχανία αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια ένα πρόβλημα ανταγωνιστικότητας: το ενεργειακό κόστος.
Αν η νέα ρήτρα χρηματοδοτήσει επενδύσεις που μειώνουν το πραγματικό κόστος ηλεκτρισμού, τότε η επίδραση μπορεί να περάσει πολύ πέρα από τον ενεργειακό κλάδο.
Μπορεί να βελτιώσει:
- τη βιομηχανική παραγωγή,
- την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών,
- τα περιθώρια κέρδους,
- την προσέλκυση νέων επενδύσεων,
- τη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Με απλά λόγια, το φθηνότερο και σταθερότερο ρεύμα λειτουργεί σαν οριζόντια μείωση κόστους σε ολόκληρη την οικονομία.
Το δημοσιονομικό trick – και το όριο του
Υπάρχει όμως μία λεπτομέρεια που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στον ενθουσιασμό.
Η ρήτρα δεν κάνει τις δαπάνες «δωρεάν».
Οι δαπάνες εξακολουθούν να καταγράφονται στο δημόσιο έλλειμμα και στο χρέος.
Απλώς δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο ως προς τον κανόνα αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
Άρα η Ελλάδα δεν αποκτά λευκή επιταγή.
Αποκτά χρόνο και δημοσιονομική ευελιξία.
Και αυτό σημαίνει ότι οι επενδύσεις πρέπει να έχουν υψηλή οικονομική απόδοση.
Αν ο νέος χώρος χρησιμοποιηθεί για έργα χαμηλής παραγωγικότητας, το δημόσιο χρέος θα αυξηθεί χωρίς να δημιουργηθεί ανάλογη αναπτυξιακή απόδοση.
Αν όμως χρηματοδοτηθούν έργα που μειώνουν μόνιμα το ενεργειακό κόστος και αυξάνουν το δυνητικό ΑΕΠ, τότε η σχέση κόστους–οφέλους αλλάζει δραματικά.
Το multiplier μπορεί να είναι μεγαλύτερο από 1
Αυτό είναι το σημείο όπου η συζήτηση γίνεται καθαρά μακροοικονομική.
Μια παραγωγική δημόσια ενεργειακή επένδυση μπορεί να έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα:
1 ευρώ δημόσιας δαπάνης μπορεί να κινητοποιήσει επιπλέον ιδιωτικά κεφάλαια, να αυξήσει παραγωγικότητα και να μειώσει μελλοντικό λειτουργικό κόστος.
Ειδικά σε επενδύσεις όπως τα δίκτυα ή η αποθήκευση, το δημόσιο κεφάλαιο μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για πολλαπλάσια ιδιωτική επένδυση.
Άρα τα 1 δισ. ευρώ δεν πρέπει να αξιολογούνται μόνο ως 1 δισ. ευρώ.
Το κρίσιμο είναι πόσα ιδιωτικά κεφάλαια θα ξεκλειδώσουν.
Κίνδυνος: να ξοδευτούν τα χρήματα σε λάθος πράγματα
Υπάρχει όμως και ο αντίστροφος κίνδυνος.
Η εμπειρία της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης έδειξε ότι οι οριζόντιες επιδοτήσεις μπορούν να γίνουν πολύ ακριβές δημοσιονομικά χωρίς να αλλάζουν τη δομή της αγοράς.
Το ΔΝΤ προειδοποιεί ρητά ότι τα μέτρα στήριξης πρέπει να είναι στοχευμένα και προσωρινά, ενώ η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να διατηρεί χώρο για παραγωγικές επενδύσεις σε ενεργειακή ασφάλεια, ΑΠΕ και ενεργειακή απόδοση.
Αυτό είναι και το βασικό οικονομικό δίλημμα:
να επιδοτήσεις το σημερινό ρεύμα ή να επενδύσεις ώστε το αυριανό ρεύμα να είναι φθηνότερο;
Η δεύτερη επιλογή είναι πολιτικά λιγότερο άμεση.
Οικονομικά όμως είναι πολύ πιο ισχυρή.
Τι μπορεί να σημαίνει για τον πληθωρισμό
Η ενεργειακή ρήτρα μπορεί επίσης να έχει αντιπληθωριστική διάσταση.
Η ενέργεια περνά σχεδόν παντού:
- στο κόστος μεταφορών,
- στα τρόφιμα,
- στη βιομηχανική παραγωγή,
- στις υπηρεσίες,
- στη θέρμανση και ψύξη,
- στα logistics.
Όσο χαμηλότερο και σταθερότερο είναι το ενεργειακό κόστος, τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα ενός ενεργειακού σοκ να μεταφερθεί σε ολόκληρο τον δείκτη τιμών.
Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη αξία τώρα, καθώς το ΔΝΤ εκτιμά ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει αυξήσει τον πληθωριστικό κίνδυνο στην Ευρώπη.
Το μεγάλο οικονομικό στοίχημα
Το ενδιαφέρον λοιπόν δεν βρίσκεται μόνο στο ποσό.
Βρίσκεται στο τι θα αγοράσει αυτό το ποσό.
Αν αγοράσει προσωρινές επιδοτήσεις, το αποτέλεσμα θα τελειώσει μαζί με τη χρηματοδότηση.
Αν αγοράσει δίκτυα, αποθήκευση, ενεργειακή απόδοση και καθαρή παραγωγική ισχύ, τότε μπορεί να επηρεάσει για χρόνια:
- το κόστος παραγωγής,
- το εμπορικό ισοζύγιο,
- τον πληθωρισμό,
- την ανταγωνιστικότητα,
- τις ιδιωτικές επενδύσεις,
- την ανάπτυξη.
Και αυτό εξηγεί γιατί η νέα ρήτρα είναι πολύ σημαντικότερη από όσο δείχνει το headline του 1 δισ. ευρώ.
Μπορεί τελικά το 1 δισ. να γίνει 3 ή 4;
Όχι λογιστικά.
Οικονομικά, όμως, ναι.
Εάν οι δημόσιοι πόροι χρησιμοποιηθούν ως μόχλευση για ιδιωτικές επενδύσεις σε δίκτυα, storage, ενεργειακή αναβάθμιση και νέα παραγωγική ισχύ, τότε η συνολική επενδυτική κινητοποίηση μπορεί να είναι πολλαπλάσια.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πραγματική ευκαιρία για την Ελλάδα.
Να χρησιμοποιήσει μια προσωρινή δημοσιονομική εξαίρεση για να δημιουργήσει μόνιμο παραγωγικό πλεονέκτημα.
Γιατί η νέα ενεργειακή ρήτρα δεν είναι μόνο λογιστική διευκόλυνση από τις Βρυξέλλες.
Είναι ένα τεστ για το αν η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει τη γεωπολιτική κρίση σε επενδυτική επιτάχυνση.
Και αν το πετύχει, τότε τα επόμενα τρία χρόνια δεν θα κριθούν από το αν δαπανήθηκε ένα δισεκατομμύριο.
Θα κριθούν από το αν αυτό το δισεκατομμύριο έκανε την ελληνική οικονομία φθηνότερη, ισχυρότερη και λιγότερο ευάλωτη στην επόμενη κρίση.
Πηγή: pagenews.gr
