Πολιτική

ΣΥΡΙΖΑ: «Η ενεργειακή ρήτρα δεν μειώνει από μόνη της τους λογαριασμούς – Δεν σβήνει επτά χρόνια ακρίβειας»

ΣΥΡΙΖΑ: «Η ενεργειακή ρήτρα δεν μειώνει από μόνη της τους λογαριασμούς – Δεν σβήνει επτά χρόνια ακρίβειας»
Η Κουμουνδούρου ζητά επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση και ενεργειακή αναβάθμιση, φορολόγηση υπερκερδών και μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα – Στο επίκεντρο ο νέος δημοσιονομικός χώρος της ΕΕ

Σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει την ευρωπαϊκή ενεργειακή ρήτρα διαφυγής ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ, υποστηρίζοντας ότι η νέα δημοσιονομική ευελιξία δεν συνεπάγεται αυτομάτως χαμηλότερους λογαριασμούς για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

«Οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί για την ενεργειακή ρήτρα διαφυγής δεν μπορούν να σβήσουν επτά χρόνια ενεργειακής ακρίβειας», αναφέρει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η βασική αιχμή του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η κυβέρνηση, κατά την άποψή του, δεν αξιοποίησε εγκαίρως τα προηγούμενα χρόνια για να ενισχύσει κρίσιμες υποδομές, όπως τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και η αποθήκευση, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος της φθηνότερης παραγωγής από ΑΠΕ να μην μεταφέρεται αποτελεσματικά στον τελικό καταναλωτή.

Τι είναι πραγματικά η ενεργειακή ρήτρα διαφυγής

Η νέα ευρωπαϊκή ρύθμιση επιτρέπει στα κράτη-μέλη να χρησιμοποιήσουν περιορισμένη δημοσιονομική ευελιξία για δαπάνες που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και μειώνουν την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ορίσει ειδικό ετήσιο όριο έως 0,3% του ΑΕΠ και σωρευτικό όριο 0,6% του ΑΕΠ για την περίοδο 2026–2028 για τις σχετικές ενεργειακές παρεμβάσεις.

Για την Ελλάδα, η κυβέρνηση έχει εκτιμήσει ότι η δυνατότητα αυτή μπορεί να αντιστοιχεί σε περίπου 1,5 δισ. ευρώ έργων μέσα στην τριετία 2026–2028.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι από την ενεργοποίηση της ρήτρας μειώνεται αυτομάτως η τιμή του ρεύματος.

Η πραγματική επίπτωση θα εξαρτηθεί από το είδος των έργων που θα χρηματοδοτηθούν, τον χρόνο ολοκλήρωσής τους και το κατά πόσο θα μειώνουν το ενεργειακό κόστος με μόνιμο τρόπο.

«Η ρήτρα δεν μειώνει ούτε ένα ευρώ από μόνη της»

Ο ΣΥΡΙΖΑ εστιάζει ακριβώς σε αυτή τη διάσταση.

«Η ρήτρα από μόνη της δεν μειώνει ούτε ένα ευρώ τον λογαριασμό του ρεύματος. Το κρίσιμο είναι πού θα κατευθυνθεί η πρόσθετη δημοσιονομική δυνατότητα και ποιον τελικά θα ωφελήσει», σημειώνει.

Η Κουμουνδούρου ζητά οι διαθέσιμοι πόροι να κατευθυνθούν σε αποθήκευση ενέργειας, ηλεκτρικά δίκτυα, ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων και υποδομές ΑΠΕ, ώστε η φθηνότερη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές να μπορεί να φτάσει στον καταναλωτή.

Και η ευρωπαϊκή κατεύθυνση πράγματι περιλαμβάνει τέτοιου τύπου παρεμβάσεις: δίκτυα, ΑΠΕ, αποθήκευση, αντλίες θερμότητας, φωτοβολταϊκά και ηλεκτροκίνηση βρίσκονται μεταξύ των επενδύσεων που μπορούν να ενταχθούν στη νέα ενεργειακή ευελιξία.

Το μεγάλο πρόβλημα των δικτύων

Η κριτική του ΣΥΡΙΖΑ αγγίζει ένα πραγματικό διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής αγοράς ενέργειας.

Η ταχεία ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και αιολικών τα τελευταία χρόνια δεν έχει συνοδευτεί με την ίδια ταχύτητα από αντίστοιχη ανάπτυξη δικτύων και συστημάτων αποθήκευσης.

Όταν υπάρχει μεγάλη παραγωγή ΑΠΕ αλλά το δίκτυο δεν μπορεί να απορροφήσει ή να μεταφέρει το σύνολό της, προκύπτουν περικοπές παραγωγής και χάνεται μέρος του οικονομικού οφέλους.

Γι’ αυτό και οι υποδομές μεταφοράς, διανομής και αποθήκευσης είναι κρίσιμος παράγοντας για να μπορεί η χαμηλότερου κόστους παραγωγή να μεταφράζεται σε χαμηλότερες τελικές τιμές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά δημόσιο έλεγχο σε ΔΕΗ και ΕΛΠΕ

Το κόμμα επαναφέρει παράλληλα τη δική του πολιτική πρόταση για την ενεργειακή αγορά.

Ζητά ανάκτηση ισχυρότερου δημόσιου ελέγχου στη ΔΕΗ, ώστε –όπως υποστηρίζει– να λειτουργεί ως εργαλείο συγκράτησης των τιμών και όχι αποκλειστικά με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Αντίστοιχα, υποστηρίζει την ενίσχυση του δημόσιου ελέγχου στα ΕΛΠΕ και τον στρατηγικό αναπροσανατολισμό τους προς την ενεργειακή μετάβαση.

Πρόκειται για σαφή πολιτική διαφοροποίηση από το κυβερνητικό μοντέλο, το οποίο βασίζεται περισσότερο στη λειτουργία της αγοράς, στις ιδιωτικές επενδύσεις και στη ρυθμιστική εποπτεία.

Φορολόγηση υπερκερδών και πλαφόν στη διύλιση

Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά επίσης πιο επιθετική παρέμβαση στις αγορές ενέργειας και καυσίμων.

Μεταξύ των μέτρων που προτείνει είναι:

  • φορολόγηση των υπερκερδών ενεργειακών ομίλων,
  • ανώτατο περιθώριο κέρδους στη διύλιση,
  • μόνιμος μηχανισμός εντοπισμού και επιστροφής υπερκερδών στην ηλεκτρική ενέργεια,
  • μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα.

Η κυβέρνηση έχει ήδη χρησιμοποιήσει προσωρινά εργαλεία ελέγχου της αγοράς, όπως πλαφόν περιθωρίου κέρδους σε καύσιμα και βασικά προϊόντα, ενώ έχει εφαρμόσει και μέτρα στήριξης για την ενεργειακή κρίση του 2026. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά το σχετικό προσωρινό πακέτο για την Ελλάδα περίπου στο 0,2% του ΑΕΠ.

Το ζήτημα των «υπερκερδών»

Εδώ η πολιτική σύγκρουση γίνεται βαθύτερη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι η ελληνική αγορά ενέργειας χαρακτηρίζεται από υψηλή συγκέντρωση και ότι μέρος των αυξήσεων τιμών μετατράπηκε σε υπερκέρδη για συγκεκριμένους ομίλους.

Η κυβέρνηση, από την άλλη, έχει υποστηρίξει ότι έχουν ήδη εφαρμοστεί έκτακτες φορολογήσεις και μηχανισμοί ανάκτησης εσόδων, ενώ επιμένει ότι η μακροπρόθεσμη λύση βρίσκεται στην αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ, στις διασυνδέσεις και στην ανάπτυξη αποθήκευσης.

Η πραγματική διαφορά βρίσκεται στο ποιος πρέπει να ελέγχει περισσότερο την αγορά: το κράτος ή οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί μέσα σε ένα περισσότερο ανταγωνιστικό μοντέλο.

Το δημοσιονομικό περιθώριο

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι υπάρχει επαρκής δημοσιονομικός χώρος για μεγαλύτερες παρεμβάσεις.

Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν πράγματι ότι ο κρατικός προϋπολογισμός του 2025 έκλεισε με πρωτογενές πλεόνασμα 8,089 δισ. ευρώ σε τροποποιημένη ταμειακή βάση, έναντι στόχου 5,327 δισ. ευρώ.

Η ενεργειακή ακρίβεια παραμένει πολιτικό μέτωπο

Το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πρόβλημα για την ελληνική οικονομία.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η νέα άνοδος των τιμών ενέργειας το 2026 επιβαρύνει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και περιορίζει την κατανάλωση, ενώ προβλέπει πληθωρισμό 3,7% για το 2026, με σημαντικό μέρος της αύξησης να προέρχεται από την ενέργεια.

Αυτό δίνει πολιτικό βάρος στη συζήτηση για τη νέα ρήτρα.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα αποκτά περισσότερο χώρο για δαπάνες.

Είναι αν τα επιπλέον χρήματα θα χρησιμοποιηθούν για προσωρινές επιδοτήσεις ή για επενδύσεις που θα μειώνουν μόνιμα το κόστος παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας.

Δύο διαφορετικά μοντέλα ενεργειακής πολιτικής

Η αντιπαράθεση Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ γύρω από τη ρήτρα διαφυγής αναδεικνύει στην πραγματικότητα δύο διαφορετικά μοντέλα.

Η κυβέρνηση βλέπει τη νέα ευρωπαϊκή δυνατότητα ως εργαλείο για επενδύσεις που θα ενισχύσουν την ενεργειακή ασφάλεια και θα επιταχύνουν τη μετάβαση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά ότι χωρίς ισχυρότερη δημόσια παρέμβαση, έλεγχο των υπερκερδών και αλλαγή στη δομή της αγοράς, τα οφέλη των επενδύσεων δεν θα φτάσουν τελικά στους πολίτες.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα.

Η ενεργειακή μετάβαση δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα φωτοβολταϊκά, μπαταρίες και δίκτυα θα κατασκευαστούν.

Θα κριθεί από το αν η φθηνότερη ενέργεια που υπόσχονται οι νέες τεχνολογίες θα εμφανιστεί κάποτε και στον λογαριασμό του καταναλωτή.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο