Στον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν, ίσως το σημαντικότερο στοιχείο των τελευταίων εβδομάδων να μην είναι ο αριθμός των αμερικανικών επιδρομών, αλλά το είδος των στόχων που επιλέγονται.
Μετά την επανέναρξη των μεγάλης κλίμακας εχθροπραξιών στις 8 Ιουλίου 2026, το αμερικανικό πλήγμα δεν περιορίζεται πλέον σε συστοιχίες πυραύλων, αεράμυνα, στρατιωτικές βάσεις, διοικητικά κέντρα και εγκαταστάσεις των Φρουρών της Επανάστασης.
Στο στόχαστρο έχουν βρεθεί επίσης γέφυρες, σιδηροδρομικές γραμμές, δίκτυα μεταφορών, ηλεκτρικές υποδομές, τηλεπικοινωνίες και εγκαταστάσεις ύδρευσης, ιδιαίτερα στον στρατηγικής σημασίας νότο του Ιράν.
Το γεγονός επιβεβαιώνεται και από ανεξάρτητες καταγραφές. Στη Χορμοζγκάν αναφέρθηκαν πλήγματα σε έξι γέφυρες, σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις και τηλεπικοινωνιακές υποδομές, ενώ το Bandar Abbas –το σημαντικότερο ναυτικό κέντρο του Ιράν απέναντι από τα Στενά του Ορμούζ– βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο των επιθέσεων.
Αυτό αλλάζει το βασικό ερώτημα του πολέμου.
Η Ουάσιγκτον προσπαθεί μόνο να κερδίσει τη σημερινή στρατιωτική αναμέτρηση ή σχεδιάζει ήδη το Ιράν της επόμενης ημέρας;
8 Ιουλίου: Η στιγμή που άλλαξε η εκστρατεία
Η νέα φάση ξεκίνησε στις 8 Ιουλίου 2026, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν νέο κύμα επιθέσεων μετά την κατάρρευση της εύθραυστης αποκλιμάκωσης που είχε προηγηθεί.
Οι επιδρομές έπληξαν μεταξύ άλλων τις περιοχές Bandar Abbas, Chabahar, Konarak, Bushehr και Iranshahr, αλλά και την Aq Qala στο βορειοανατολικό Ιράν.
Στις επόμενες ημέρες το εύρος των στόχων διευρύνθηκε.
Η αμερικανική CENTCOM συνέχιζε να δηλώνει ότι σκοπός των επιχειρήσεων ήταν η υποβάθμιση ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων –διοίκησης, αεράμυνας, πυραύλων, drones και παράκτιας επιτήρησης– όμως στο πεδίο άρχισαν να εμφανίζονται όλο και περισσότερες εγκαταστάσεις με σαφή πολιτική αλλά και δυνητική στρατιωτική χρήση.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Μια γέφυρα μπορεί να εξυπηρετεί χιλιάδες πολίτες κάθε ημέρα.
Μπορεί όμως ταυτόχρονα να χρησιμοποιείται για τη μεταφορά στρατιωτικού προσωπικού, πυραύλων, καυσίμων ή εξοπλισμού.
Ένα ηλεκτρικό δίκτυο τροφοδοτεί σπίτια και νοσοκομεία, αλλά μπορεί παράλληλα να τροφοδοτεί στρατιωτικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις.
Ο πόλεμος των υποδομών βρίσκεται ακριβώς μέσα σε αυτή τη γκρίζα ζώνη.
Η Χορμοζγκάν δεν επιλέχθηκε τυχαία
Η γεωγραφία των επιθέσεων είναι εξίσου σημαντική με το είδος των στόχων.
Η επαρχία Χορμοζγκάν βρίσκεται απέναντι από τα Στενά του Ορμούζ και περιλαμβάνει το Bandar Abbas, όπου συγκεντρώνεται σημαντικό τμήμα της ιρανικής ναυτικής ισχύος.
Οι δρόμοι και οι γέφυρες της περιοχής δεν αποτελούν συνεπώς μόνο δίκτυο καθημερινών μετακινήσεων.
Είναι και οι αρτηρίες μέσω των οποίων το Ιράν μπορεί να μετακινεί δυνάμεις, καύσιμα και στρατιωτικό υλικό προς την ακτογραμμή.
Αναλυτές έχουν επισημάνει ότι ειδικά οι γέφυρες αποτελούν κρίσιμους κόμβους για την ιρανική στρατιωτική εφοδιαστική στον νότο και ότι η καταστροφή τους δυσκολεύει την ικανότητα της Τεχεράνης να συντηρεί επιχειρήσεις γύρω από το Ορμούζ.
Αυτό προσφέρει μια πρώτη, καθαρά στρατιωτική εξήγηση.
Δεν εξηγεί όμως τα πάντα.
Όταν το πλήγμα περνά στο νερό και στο ηλεκτρικό δίκτυο
Οι συνέπειες των αμερικανικών επιδρομών έχουν αρχίσει να γίνονται αισθητές και μακριά από στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Σύμφωνα με ιρανικές αρχές, αμερικανικά πλήγματα προκάλεσαν ζημιές σε εγκαταστάσεις αφαλάτωσης και ηλεκτρικής ενέργειας στο νότιο Ιράν, ενώ στο Jask αναφέρθηκε ολοκληρωτική καταστροφή αντλιοστασίου θαλασσινού νερού και μετασχηματιστή, με αποτέλεσμα κοινότητες να χάσουν την υδροδότησή τους.
Λίγες ημέρες αργότερα, η ιρανική εταιρεία ηλεκτρισμού ανέφερε πτώση περίπου 4.200 MW στη διαθέσιμη ισχύ του δικτύου και ζημιές σε περισσότερα από 2.000 σημεία, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετώπιζε παράλληλα ακραία ζέστη.
Αυτές οι επιπτώσεις είναι πολύ διαφορετικές από την καταστροφή μιας συστοιχίας πυραύλων.
Ένας πύραυλος μπορεί να αντικατασταθεί.
Ένα εκτεταμένο ηλεκτρικό δίκτυο, μια γέφυρα μεγάλης κυκλοφορίας ή μια κεντρική σιδηροδρομική αρτηρία μπορεί να απαιτήσει μήνες ή χρόνια, μεγάλα κεφάλαια και εξειδικευμένο εξοπλισμό για να αποκατασταθεί.
Και αυτή η διαφορά ίσως αποκαλύπτει μια βαθύτερη στρατηγική.
Πρώτη εξήγηση: Εξαναγκαστική διπλωματία
Η πιο προφανής θεωρία είναι η coercive diplomacy – εξαναγκαστική διπλωματία.
Η λογική είναι απλή:
χρησιμοποιείς περιορισμένη στρατιωτική βία για να αυξήσεις σταδιακά το κόστος στον αντίπαλο, αλλά παράλληλα διατηρείς ανοιχτή μια διέξοδο μέσω διαπραγμάτευσης.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα αυτό το μείγμα απέναντι στο Ιράν:
απειλές – στρατιωτική πίεση – διαπραγμάτευση – νέα απειλή κλιμάκωσης.
Υπό αυτή την οπτική, τα πλήγματα στις μεταφορές και στις ενεργειακές υποδομές θα μπορούσαν να έχουν έναν απλό σκοπό:
να πείσουν την Τεχεράνη ότι όσο δεν αποδέχεται μια συμφωνία, το τίμημα θα αυξάνεται.
Αυτή η ερμηνεία έχει ισχυρή βάση.
Αλλά έχει και ένα πρόβλημα.
Γιατί η πίεση στους πολίτες μπορεί να φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα
Η κλασική θεωρία της εξαναγκαστικής διπλωματίας λειτουργεί καλύτερα όταν ο αντίπαλος γνωρίζει ξεκάθαρα:
τι απαιτείται από αυτόν, τι θα συμβεί εάν αρνηθεί και τι θα κερδίσει εάν υποχωρήσει.
Τα εκτεταμένα πλήγματα σε υποδομές καθημερινής ζωής μπορούν όμως να δημιουργήσουν το αντίθετο πολιτικό αποτέλεσμα.
Αντί να αποδυναμώσουν το καθεστώς, μπορεί να επιτρέψουν στην Τεχεράνη να παρουσιάσει τον πόλεμο ως επίθεση κατά της ίδιας της ιρανικής κοινωνίας.
Αυτό είναι και ένα από τα βασικά επιχειρήματα της μελέτης πάνω στην οποία βασίζεται η συγκεκριμένη ανάλυση: οι επιθέσεις σε υποδομές με μακροχρόνια κοινωνική επίπτωση ενδέχεται να ενισχύσουν το αφήγημα του καθεστώτος περί ξένης επίθεσης, αντί να δημιουργήσουν αποκλειστικά πίεση πάνω στην πολιτική ηγεσία.
Αναλυτές που μίλησαν για τις επιθέσεις στον νότο του Ιράν έχουν διατυπώσει ανάλογη προειδοποίηση: ζημιές σε υποδομές που χρησιμοποιούν οι πολίτες μπορούν να ενισχύσουν, και όχι απαραίτητα να υπονομεύσουν, την εσωτερική αφήγηση της Τεχεράνης.
Δεύτερη εξήγηση: Να γίνει ο πόλεμος υπερβολικά ακριβός για το Ιράν
Η δεύτερη θεωρία είναι η cost imposition – επιβολή κόστους.
Στην περίπτωση αυτή η Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται απαραίτητα να περιμένει άμεση πολιτική υποχώρηση.
Αρκεί να κάνει τη συνέχιση του πολέμου τόσο ακριβή ώστε το Ιράν να αλλάξει τους στρατηγικούς του υπολογισμούς.
Η καταστροφή:
- μεταφορών,
- ενέργειας,
- βιομηχανικών υποδομών,
- διυλιστηρίων,
- ηλεκτρικών δικτύων
μπορεί να πολλαπλασιάσει το οικονομικό κόστος της σύγκρουσης.
Αλλά και αυτή η εξήγηση είναι ελλιπής.
Γιατί το κόστος δεν επιβαρύνει μόνο το σημερινό καθεστώς.
Μένει στη χώρα.
Μια κατεστραμμένη γέφυρα θα πρέπει να ανοικοδομηθεί είτε κυβερνά η σημερινή Ισλαμική Δημοκρατία είτε ένα εντελώς διαφορετικό καθεστώς.
Ένα κατεστραμμένο ηλεκτρικό δίκτυο θα χρειαστεί δισεκατομμύρια ανεξάρτητα από το ποιος θα βρίσκεται στην εξουσία.
Εδώ αρχίζει να εμφανίζεται μια τρίτη και πολύ πιο ενδιαφέρουσα ερμηνεία.
Τρίτη εξήγηση: Regime change;
Θα μπορούσε η επιλογή των στόχων να αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής αλλαγής καθεστώτος;
Θεωρητικά, ναι.
Η καταστροφή κρίσιμων υποδομών μπορεί να υπονομεύσει την ικανότητα μιας κυβέρνησης να προσφέρει βασικές υπηρεσίες, να διαχειρίζεται την οικονομία και να διατηρεί κοινωνική σταθερότητα.
Όμως υπάρχει ξανά ένα λογικό κενό.
Εάν ο κύριος στόχος ήταν αποκλειστικά η πτώση της ιρανικής ηγεσίας, θα περίμενε κανείς ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση επιθέσεων σε:
Φρουρούς της Επανάστασης, υπηρεσίες ασφαλείας, κέντρα διοίκησης, κυβερνητική ηγεσία και μηχανισμούς καταστολής.
Αντίθετα, αρκετοί από τους στόχους που έχουν χτυπηθεί θα εξακολουθούσαν να είναι απολύτως απαραίτητοι και σε οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση του Ιράν.
Η ίδια η μελέτη καταλήγει ότι η αλλαγή καθεστώτος μπορεί να αποτελεί μέρος της εξίσωσης, αλλά δεν εξηγεί από μόνη της γιατί επιλέγονται υποδομές των οποίων η απώλεια θα βαραίνει το Ιράν ακόμη και μετά από ενδεχόμενη αλλαγή εξουσίας.
Η τέταρτη εξήγηση είναι η πιο σκληρή: Το Ιράν μετά τον πόλεμο
Εδώ βρίσκεται η κεντρική υπόθεση.
Ίσως η αμερικανική στρατηγική να μην μετρά την επιτυχία αποκλειστικά με όρους:
«Νίκησε ή όχι το σημερινό ιρανικό καθεστώς;»
Ίσως το πραγματικό ερώτημα στην Ουάσιγκτον να είναι:
«Πόσο γρήγορα θα μπορέσει το Ιράν να ξαναγίνει ισχυρό μετά τον πόλεμο;»
Η επιλογή στόχων είναι συμβατή με μια στρατηγική που επιδιώκει όχι μόνο την εξουδετέρωση σημερινών στρατιωτικών δυνατοτήτων, αλλά και τη διαμόρφωση της μεταπολεμικής ισορροπίας δυνάμεων.
Η μελέτη διατυπώνει ακριβώς αυτή την υπόθεση: ότι η καταστροφή υποδομών μεταφορών, παραγωγής ενέργειας και οικονομικής λειτουργίας μπορεί να στοχεύει στον περιορισμό της ικανότητας του Ιράν να ανασυγκροτήσει την εθνική του ισχύ μετά τη λήξη του πολέμου.
Αυτό αλλάζει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο διαβάζεται η αμερικανική εκστρατεία.
Όχι μόνο να ηττηθεί το Ιράν – αλλά να μην μπορεί να επιστρέψει γρήγορα
Στην κλασική στρατιωτική λογική, ένα κράτος νικά όταν καταστρέφει αρκετή από τη στρατιωτική ισχύ του αντιπάλου ώστε να τον υποχρεώσει να σταματήσει.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, μακροπρόθεσμη διάσταση.
Εάν ο ηττημένος μπορεί να αποκαταστήσει μέσα σε λίγα χρόνια:
- τη βιομηχανία του,
- τα λιμάνια,
- τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας,
- τις μεταφορές,
- την παραγωγή καυσίμων,
- την εφοδιαστική του βάση,
τότε μπορεί να ανακτήσει ταχύτατα και την περιφερειακή ισχύ που έχασε.
Αντίθετα, εάν αναγκαστεί να αφιερώσει την επόμενη δεκαετία στην ανοικοδόμηση βασικών υποδομών, τότε η δυνατότητά του να χρηματοδοτεί εξοπλισμούς, περιφερειακούς συμμάχους και στρατηγικές επενδύσεις περιορίζεται δραστικά.
Η καταστροφή της υποδομής μετατρέπεται έτσι σε καταστροφή μελλοντικής ισχύος.
Η Aq Qala και ο διάδρομος προς Ρωσία και Κίνα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η περίπτωση της σιδηροδρομικής υποδομής στην Aq Qala.
Η περιοχή συνδέεται με τον ευρύτερο σιδηροδρομικό άξονα Ιράν–Τουρκμενιστάν–Καζακστάν, ο οποίος προσφέρει στην Τεχεράνη πρόσβαση προς την Κεντρική Ασία και, ευρύτερα, προς δίκτυα που συνδέονται με τη Ρωσία και την Κίνα.
Η στρατηγική σημασία δεν είναι μόνο στρατιωτική.
Είναι εμπορική και γεωοικονομική.
Αν τέτοιες αρτηρίες υποστούν μακροχρόνιες ζημιές, το Ιράν χάνει όχι μόνο δυνατότητα μετακίνησης στρατιωτικού υλικού αλλά και μέρος των δικτύων μέσω των οποίων μπορεί να παρακάμπτει δυτικές κυρώσεις και να διατηρεί τις οικονομικές σχέσεις του με την Ευρασία.
Η μελέτη χρησιμοποιεί ακριβώς την Aq Qala ως παράδειγμα υποδομής της οποίας η σημασία ξεπερνά κατά πολύ το άμεσο πεδίο της μάχης.
Bandar Abbas: Το σημείο όπου συναντώνται στρατός, πετρέλαιο και εμπόριο
Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το Bandar Abbas.
Η πόλη δεν είναι ένα οποιοδήποτε αστικό κέντρο.
Βρίσκεται απέναντι από τα Στενά του Ορμούζ, διαθέτει μεγάλες λιμενικές και ενεργειακές εγκαταστάσεις και αποτελεί σημαντικό κόμβο τόσο για το πολεμικό ναυτικό όσο και για την οικονομία του Ιράν.
Για αυτό και οι υποδομές του έχουν επανειλημμένα πληγεί.
Ανεξάρτητες αναφορές καταγράφουν ζημιές σε γέφυρες, σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις, τηλεπικοινωνίες και ηλεκτροδότηση στην ευρύτερη περιοχή.
Η στρατηγική λογική είναι προφανής:
αν περιορίσεις την επιχειρησιακή λειτουργία του Bandar Abbas, περιορίζεις ταυτόχρονα τη δυνατότητα του Ιράν να πολεμήσει, να εμπορευθεί και να επανέλθει οικονομικά μετά τον πόλεμο.
Από την τακτική στη γεωοικονομική εξουθένωση
Αυτή είναι η μεγάλη αλλαγή.
Οι πρώτες αμερικανικές επιθέσεις μπορούσαν να ερμηνευθούν κυρίως ως προσπάθεια στρατιωτικής αποκεφάλισης και υποβάθμισης δυνατοτήτων.
Η μεταγενέστερη επιλογή στόχων δείχνει ότι η εκστρατεία ενδέχεται να έχει περάσει σε μια πολύ ευρύτερη λογική:
Να περιοριστεί η κινητικότητα
Καταστρέφοντας δρόμους, γέφυρες και σιδηροδρομικές γραμμές.
Να περιοριστεί η παραγωγή
Πλήττοντας ενεργειακές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις.
Να αυξηθεί το κόστος διοίκησης
Με ζημιές σε ηλεκτρικά και τηλεπικοινωνιακά δίκτυα.
Να καθυστερήσει η ανοικοδόμηση
Αναγκάζοντας το μελλοντικό Ιράν να κατευθύνει τεράστιους πόρους σε αποκαταστάσεις αντί σε νέα στρατιωτική και περιφερειακή ισχύ.
Η αρχική πηγή καταγράφει αντίστοιχο μοτίβο σε ηλεκτρικές γραμμές, εγκαταστάσεις ύδρευσης, πετροχημικές μονάδες και βασικά δίκτυα μεταφορών και υποστηρίζει ότι οι συνέπειες αυτών των πληγμάτων είναι πρωτίστως μακροχρόνιες.
Το πραγματικό έπαθλο: Η ισορροπία δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο
Εάν αυτή η ανάγνωση είναι σωστή, τότε το πραγματικό πεδίο μάχης δεν είναι μόνο το Ιράν.
Είναι ολόκληρη η μεταπολεμική Μέση Ανατολή.
Κάθε χρόνο που η Τεχεράνη χρειάζεται για να ξαναχτίσει δίκτυα, λιμάνια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και βιομηχανίες είναι ένας χρόνος κατά τον οποίο:
- οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου μπορούν να ενισχύσουν τις θέσεις τους,
- το Ισραήλ μπορεί να διατηρήσει μεγαλύτερο στρατιωτικό περιθώριο,
- οι ΗΠΑ μπορούν να αναδιαμορφώσουν τα περιφερειακά δίκτυα ασφάλειας,
- η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και άλλα κράτη μπορούν να διεκδικήσουν μεγαλύτερο χώρο επιρροής.
Η ίδια η μελέτη υπογραμμίζει ότι όσο καθυστερεί η ιρανική ανοικοδόμηση τόσο περισσότερο χρόνο αποκτούν οι ΗΠΑ και οι εταίροι τους για να παγιώσουν μια νέα περιφερειακή ισορροπία.
Η ανοικοδόμηση ως νέος μοχλός αμερικανικής ισχύος
Υπάρχει και μία ακόμη διάσταση.
Ένα Ιράν με εκτεταμένες καταστροφές θα χρειαστεί:
κεφάλαια, τεχνολογία, ανταλλακτικά, ξένες επενδύσεις, τεχνική βοήθεια και πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.
Ακόμη και εάν η Ισλαμική Δημοκρατία αντικατασταθεί κάποτε από άλλη κυβέρνηση, αυτή θα κληρονομήσει τα ίδια κατεστραμμένα ηλεκτρικά δίκτυα, τους ίδιους σιδηροδρόμους και τις ίδιες ανάγκες ανοικοδόμησης.
Τότε η άρση κυρώσεων, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση και η τεχνολογική συνεργασία μπορούν να μετατραπούν σε εξαιρετικά ισχυρούς μοχλούς πίεσης.
Με άλλα λόγια:
η στρατιωτική καταστροφή σήμερα μπορεί να δημιουργήσει διπλωματική εξάρτηση αύριο.
Όμως υπάρχει ένα σοβαρό ρίσκο για την Ουάσιγκτον
Μια τέτοια στρατηγική μπορεί να φαίνεται ψυχρά ορθολογική στους στρατιωτικούς χάρτες.
Στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά επικίνδυνη.
Όσο η καταστροφή αγγίζει περισσότερο την καθημερινότητα των Ιρανών, τόσο μεγαλώνει η πιθανότητα η αντιπαράθεση να μετατραπεί από πόλεμο με το καθεστώς σε εθνική σύγκρουση με το ίδιο το Ιράν.
Η ιστορία δείχνει ότι η οικονομική και κοινωνική πίεση δεν οδηγεί πάντοτε σε εξέγερση εναντίον της κυβέρνησης.
Μπορεί να οδηγήσει σε συσπείρωση απέναντι στον εξωτερικό εχθρό.
Και αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σε μια χώρα με βαθιά ιστορική συνείδηση, ισχυρό εθνικισμό και μακρά εμπειρία εξωτερικών παρεμβάσεων.
Και υπάρχει το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο
Η συζήτηση έχει και μια κρίσιμη νομική διάσταση.
Στο διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, οι πολιτικές υποδομές δεν αποτελούν νόμιμους στόχους απλώς επειδή η καταστροφή τους δημιουργεί οικονομικό κόστος.
Ένα αντικείμενο που χρησιμοποιείται για πολιτικούς σκοπούς μπορεί να αποτελέσει στρατιωτικό στόχο μόνο εφόσον, με βάση τη χρήση, τη θέση ή τη λειτουργία του, συνεισφέρει αποτελεσματικά στη στρατιωτική δράση και η καταστροφή του προσφέρει συγκεκριμένο στρατιωτικό πλεονέκτημα.
Ακόμη και τότε ισχύουν οι αρχές της διάκρισης, της αναλογικότητας και των προφυλάξεων για την προστασία των αμάχων.
Αυτό σημαίνει ότι η στρατηγική ανάλυση του γιατί επιλέγεται ένας στόχος δεν αποτελεί από μόνη της νομική αξιολόγηση της νομιμότητας του πλήγματος.
Και γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στη διατύπωση:
το γεγονός ότι μια υποδομή χρησιμοποιείται από πολίτες δεν αποδεικνύει ότι αποτελούσε παράνομο στόχο· αντίστοιχα, το γεγονός ότι διαθέτει δυνητική στρατιωτική χρησιμότητα δεν καθιστά αυτομάτως νόμιμο οποιοδήποτε πλήγμα εναντίον της.
Ο Τραμπ διατηρεί ανοιχτή την απειλή μεγαλύτερης κλιμάκωσης
Η στρατηγική συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας της ίδιας της ρητορικής του Αμερικανού προέδρου.
Στις 23 Ιουλίου 2026, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι βρίσκεται κοντά σε απόφαση για μια «μαζική επίθεση, μεγαλύτερη από ποτέ» εναντίον του Ιράν.
Οι δηλώσεις αυτές δεν αποδεικνύουν ότι υπάρχει επίσημο σχέδιο μακροχρόνιας οικονομικής αποδυνάμωσης της χώρας.
Δείχνουν όμως ότι η περαιτέρω διεύρυνση του καταλόγου στόχων παραμένει πάνω στο τραπέζι.
Και όσο η εκστρατεία μετακινείται από στρατιωτικές εγκαταστάσεις προς τις αρτηρίες που κρατούν όρθια μια σύγχρονη οικονομία, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως βραχυπρόθεσμη στρατιωτική επιχείρηση.
Τι θα δείξει εάν αυτή είναι πράγματι η αμερικανική στρατηγική
Υπάρχουν συγκεκριμένα σημάδια που θα πρέπει να παρακολουθούνται.
Εάν οι ΗΠΑ επιστρέψουν κυρίως σε πυραυλικές εγκαταστάσεις, βάσεις και στρατιωτική διοίκηση, τότε η σημερινή φάση μπορεί να αποδειχθεί τακτική παρένθεση.
Εάν όμως συνεχιστούν συστηματικά τα πλήγματα σε:
μεγάλες ενεργειακές μονάδες, σιδηροδρομικές αρτηρίες, λιμάνια, γέφυρες, μετασχηματιστές υψηλής τάσης και βιομηχανικούς κόμβους, τότε η υπόθεση της μακροχρόνιας αποδυνάμωσης αποκτά πολύ μεγαλύτερο βάρος.
Και τότε θα είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι ο μοναδικός στόχος είναι η σημερινή στρατιωτική ισχύς της Τεχεράνης.
Ο πόλεμος μπορεί να κρίνεται ήδη στην «επόμενη ημέρα»
Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα.
Στους περισσότερους πολέμους, η μεταπολεμική περίοδος αρχίζει όταν σταματήσουν οι βόμβες.
Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, η μάχη για τη μεταπολεμική ισορροπία μπορεί να έχει ήδη αρχίσει ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται.
Εάν η αμερικανική στρατηγική επιδιώκει πράγματι να περιορίσει την ικανότητα ανασυγκρότησης της ιρανικής εθνικής ισχύος, τότε η τύχη του σημερινού καθεστώτος παύει να είναι το μοναδικό μέτρο επιτυχίας.
Η ανάλυση της πηγής καταλήγει ακριβώς σε αυτή την υπόθεση: είτε επιβιώσει είτε όχι η Ισλαμική Δημοκρατία, ένα μελλοντικό ιρανικό κράτος με βαριά κατεστραμμένες υποδομές θα χρειαστεί χρόνια οικονομικών και διοικητικών πόρων για να επιστρέψει στο προηγούμενο επίπεδο ισχύος.
Και αυτό μας οδηγεί στην πιο σκληρή πιθανή ανάγνωση του σημερινού πολέμου:
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μη χτυπούν μόνο τις δυνάμεις με τις οποίες πολεμά σήμερα το Ιράν. Μπορεί να χτυπούν και τις υποδομές με τις οποίες θα επιχειρούσε να ξαναγίνει ισχυρό αύριο.
Αν αυτή η υπόθεση επιβεβαιωθεί από τη συνέχεια των επιχειρήσεων, τότε ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν έχει ήδη περάσει σε ένα πολύ διαφορετικό επίπεδο.
Δεν θα είναι πλέον μόνο πόλεμος για το ποιος θα επικρατήσει στο πεδίο. Θα είναι πόλεμος για το ποιος θα έχει τη δύναμη να διαμορφώσει τη Μέση Ανατολή όταν το πεδίο σιγήσει.
