Σ.Αραβία:Χτίζει τείχος συμμαχιών απέναντι στο Ιράν–Αμυντικό δόγμα Ριάντ και ο φόβος πολέμου χωρίς επιστροφή
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Σ.Αραβία:Χτίζει τείχος συμμαχιών απέναντι στο Ιράν–Αμυντικό δόγμα Ριάντ και ο φόβος πολέμου χωρίς επιστροφή
Η Σαουδική Αραβία αλλάζει ταχύτητα στην άμυνά της. Υπό την πίεση του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν, των επιθέσεων που συνδέονται με το ιρανικό δίκτυο συμμάχων και της νέας απειλής των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, το Ριάντ επιχειρεί να δημιουργήσει γύρω του ένα πλέγμα περιφερειακών στρατιωτικών συνεργασιών.
Δεν πρόκειται απλώς για αγορά περισσότερων όπλων.
Πρόκειται για μια προσπάθεια να αλλάξει η ίδια η εξίσωση αποτροπής στον Κόλπο και στην Ερυθρά Θάλασσα.
Στην καρδιά της νέας στρατηγικής βρίσκονται δύο κινήσεις: η αμυντική συμφωνία της Μέκκας με Τουρκία και Πακιστάν, που υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου 2026, και η δημιουργία πολυεθνικής ναυτικής συμμαχίας για την προστασία της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Το μήνυμα του Ριάντ είναι σαφές:
Η Σαουδική Αραβία δεν επιδιώκει τον πόλεμο με το Ιράν, αλλά θέλει πλέον το κόστος οποιασδήποτε επίθεσης εναντίον της να είναι πολύ μεγαλύτερο.
Από τη διπλωματία στην «ένοπλη αποτροπή»
Από την έναρξη της νέας σύγκρουσης με το Ιράν, η σαουδαραβική ηγεσία επιχείρησε να διατηρήσει αποστάσεις από την πολεμική αντιπαράθεση.
Αυτή η επιλογή είχε ισχυρή οικονομική λογική.
Το Ριάντ έχει επενδύσει τεράστιο πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο στο Vision 2030, στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, στον τουρισμό, στις νέες πόλεις, στις υποδομές και στη σταδιακή απεξάρτηση της οικονομίας από το πετρέλαιο.
Ένας μεγάλος περιφερειακός πόλεμος θα απειλούσε ακριβώς αυτό το μοντέλο.
Όμως η σαουδαραβική αυτοσυγκράτηση έχει και αντίθετη ανάγνωση: ότι οι αντίπαλοι του βασιλείου μπορεί να θεωρήσουν πως το Ριάντ δεν είναι πρόθυμο να απαντήσει στρατιωτικά.
Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters στις 14 Αυγούστου, αυτό ακριβώς είναι το δίλημμα που οδηγεί τώρα τη Σαουδική Αραβία σε ισχυρότερες περιφερειακές αμυντικές συμμαχίες.
Η Μέκκα αλλάζει το παιχνίδι
Η σημαντικότερη κίνηση έγινε στις 7 Αυγούστου 2026.
Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν υπέγραψαν τη νέα κοινή αμυντική συμφωνία, η οποία προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.
Η διατύπωση θυμίζει αναπόφευκτα το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δημιουργήθηκε ένα «μουσουλμανικό ΝΑΤΟ».
Η διαφορά είναι τεράστια: το ΝΑΤΟ διαθέτει δεκαετίες στρατιωτικής ολοκλήρωσης, κοινές δομές διοίκησης, επιχειρησιακό σχεδιασμό, διαλειτουργικότητα και μόνιμους μηχανισμούς συλλογικής άμυνας.
Η συμφωνία της Μέκκας βρίσκεται ακόμη στην αρχή.
Πολιτικά, όμως, είναι εξαιρετικά σημαντική.
Τρεις χώρες, τρία διαφορετικά όπλα ισχύος
Η συμμαχία ενώνει τρεις δυνάμεις με εντελώς διαφορετικά στρατηγικά πλεονεκτήματα.
Η Σαουδική Αραβία φέρνει οικονομική ισχύ, ενεργειακό βάρος και τεράστιες αμυντικές δαπάνες.
Η Τουρκία διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, drones, πυραυλικά συστήματα και επιχειρησιακή εμπειρία σε διαφορετικά μέτωπα.
Το Πακιστάν, όμως, προσθέτει κάτι που κανένα από τα άλλα δύο κράτη δεν διαθέτει:
πυρηνικό οπλοστάσιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το πακιστανικό πυρηνικό αποτρεπτικό μεταφέρεται αυτομάτως στη Σαουδική Αραβία. Τέτοια πρόβλεψη δεν προκύπτει από όσα έχουν δημοσιοποιηθεί.
Αλλά η παρουσία μιας πυρηνικής δύναμης σε μια συμφωνία συλλογικής άμυνας αυξάνει αναπόφευκτα το στρατηγικό βάρος της.
Το μήνυμα προς την Τεχεράνη
Το Πακιστάν έχει επιμείνει ότι η συμφωνία είναι «αμιγώς αμυντική» και δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένου κράτους. Η συμφωνία παραμένει επίσης ανοικτή σε άλλες χώρες που αποδέχονται τις αρχές της.
Επισήμως, επομένως, το Ιράν δεν κατονομάζεται ως αντίπαλος.
Η χρονική συγκυρία, όμως, δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η συμφωνία υπογράφεται ενώ ολόκληρη η περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας βρίσκεται υπό πίεση και ενώ η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει ξανά απειλές στις δύο σημαντικότερες θαλάσσιες εξόδους του πετρελαίου της.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό στρατηγικό μήνυμα:
Μια μελλοντική επίθεση στη Σαουδική Αραβία ενδέχεται να μην αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως σαουδαραβικό πρόβλημα.
Οι Χούθι άνοιξαν ξανά την πληγή της Υεμένης
Η μεγαλύτερη άμεση απειλή για το Ριάντ προέρχεται και πάλι από την Υεμένη.
Στις 20 Ιουλίου 2026, οι Χούθι ανακοίνωσαν ναυτικό αποκλεισμό της Σαουδικής Αραβίας, απειλώντας τις θαλάσσιες μεταφορές του βασιλείου μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.
Λίγες ημέρες αργότερα υποστήριξαν ότι επιτέθηκαν σε δύο σαουδαραβικά πετρελαιοφόρα στο πλαίσιο του αποκλεισμού.
Η εξέλιξη ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη, επειδή ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ είχαν ήδη αυξήσει δραματικά τη σημασία της εναλλακτικής σαουδαραβικής εξόδου προς την Ερυθρά Θάλασσα.
Η Σαουδική Αραβία ανάμεσα σε δύο θαλάσσια «σημεία ασφυξίας»
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη γεωοικονομική διάσταση της κρίσης.
Στα ανατολικά βρίσκεται το Στενό του Ορμούζ.
Στα δυτικά, η έξοδος από την Ερυθρά Θάλασσα περνά από το Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Όταν το Ορμούζ αντιμετωπίζει προβλήματα, η Σαουδική Αραβία μπορεί να μεταφέρει πετρέλαιο μέσω του αγωγού East-West προς το λιμάνι Yanbu στην Ερυθρά Θάλασσα.
Όμως από εκεί τα δεξαμενόπλοια πρέπει τελικά να περάσουν από το Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Το τελευταίο διάστημα οι εξαγωγές από το Yanbu είχαν αυξηθεί εντυπωσιακά: σύμφωνα με στοιχεία που επικαλέστηκε το Reuters, έφταναν περίπου τα 4 εκατ. βαρέλια ημερησίως, από περίπου 973.000 βαρέλια ημερησίως έναν χρόνο νωρίτερα.
Άρα η απειλή των Χούθι χτυπά ακριβώς τη σαουδαραβική εναλλακτική οδό απέναντι στο Ορμούζ.
Το 7% της παγκόσμιας παραγωγής
Η σημασία του Μπαμπ ελ Μαντέμπ δεν περιορίζεται στη Σαουδική Αραβία.
Τον Ιούνιο, οι συνολικές πετρελαϊκές ροές μέσω του περάσματος υπολογίζονταν περίπου στα 7,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 7% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.
Επομένως, μια σοβαρή κλιμάκωση στην Υεμένη δεν αποτελεί τοπική υπόθεση.
Μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμιο ενεργειακό σοκ.
Η απάντηση: Νέα ναυτική συμμαχία στην Ερυθρά Θάλασσα
Η δεύτερη μεγάλη κίνηση του Ριάντ είναι γι’ αυτό καθαρά ναυτική.
Η Σαουδική Αραβία προχωρά στη συγκρότηση πολυεθνικού συνασπισμού θαλάσσιας άμυνας με στόχο την προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, στην Ερυθρά Θάλασσα και στον Κόλπο του Άντεν.
Στις 6 Αυγούστου, το σαουδαραβικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε τον διορισμό του υποναυάρχου Abdullah bin Salem Al-Shehri ως διοικητή του συνασπισμού.
Η επιλογή δείχνει ότι το Ριάντ θέλει να περάσει γρήγορα από τις πολιτικές ανακοινώσεις στην επιχειρησιακή συγκρότηση.
Η Ερυθρά Θάλασσα έχει πλέον μετατραπεί σε ζήτημα εθνικής οικονομικής ασφάλειας για τη Σαουδική Αραβία.
Γιατί το 2019 στοιχειώνει ακόμη το Ριάντ
Υπάρχει και μια ιστορική μνήμη πίσω από όλες αυτές τις κινήσεις.
Τον Σεπτέμβριο του 2019, οι εγκαταστάσεις της Abqaiq και της Khurais δέχθηκαν μια από τις σοβαρότερες επιθέσεις στην ιστορία της παγκόσμιας πετρελαϊκής βιομηχανίας.
Η παραγωγή της Saudi Aramco μειώθηκε προσωρινά κατά εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Για το Ριάντ, το μάθημα ήταν οδυνηρό:
Ακόμη και ένα κράτος που δαπανά τεράστια ποσά για άμυνα μπορεί να παραμένει ευάλωτο σε σχετικά φθηνά drones και πυραύλους.
Η σημερινή στρατηγική των συμμαχιών αποτελεί εν μέρει απάντηση σε αυτή την πραγματικότητα.
Το δύσκολο στοίχημα του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν
Ο διάδοχος του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα παράδοξο.
Για να προστατεύσει την οικονομική μεταμόρφωση της Σαουδικής Αραβίας χρειάζεται περισσότερη στρατιωτική αποτροπή.
Όσο περισσότερο όμως στρατιωτικοποιεί τις συμμαχίες του, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να παρασυρθεί σε μια σύγκρουση την οποία θέλει να αποφύγει.
Αυτό είναι το κεντρικό δίλημμα.
Αποτροπή χωρίς πόλεμο.
Το Vision 2030 χρειάζεται σταθερότητα, όχι πυραύλους
Η Σαουδική Αραβία δεν είναι πλέον η χώρα που μπορούσε να αντιμετωπίζει κάθε περιφερειακή κρίση αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα του πετρελαίου.
Το Vision 2030 βασίζεται στην εικόνα ενός ασφαλούς διεθνούς επενδυτικού προορισμού.
NEOM, τουρισμός, αερομεταφορές, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, τεχνολογία, αθλητισμός και μεγάλα διεθνή events χρειάζονται πάνω απ’ όλα ένα πράγμα:
προβλεψιμότητα.
Ένα βασίλειο που βρίσκεται υπό συνεχή πυραυλική απειλή δυσκολεύεται να πουλήσει αυτή την εικόνα.
Γι’ αυτό η άμυνα έχει γίνει πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομικής στρατηγικής του Ριάντ.
Η Τουρκία κερδίζει έναν νέο ρόλο
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος μεγάλος κερδισμένος από αυτή τη μετατόπιση:
η Τουρκία.
Η Άγκυρα αποκτά θεσμικό ρόλο σε μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας του Κόλπου, κάτι που πριν από μερικά χρόνια θα φαινόταν εξαιρετικά δύσκολο λόγω της έντονης τουρκοσαουδαραβικής αντιπαράθεσης.
Παράλληλα, η συμφωνία της Μέκκας δεν φαίνεται να σχεδιάστηκε ως κλειστό κλαμπ τριών κρατών.
Οι συμμετέχοντες έχουν αφήσει ανοικτή την πόρτα για διεύρυνση προς άλλες χώρες.
Αυτό είναι που δίνει στη συμφωνία μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία.
Και το Πακιστάν καλείται να ισορροπήσει
Για το Ισλαμαμπάντ, ωστόσο, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα.
Το Πακιστάν έχει μακρά αμυντική σχέση με τη Σαουδική Αραβία, αλλά ταυτόχρονα συνορεύει με το Ιράν.
Άρα δεν έχει συμφέρον να μετατραπεί σε αιχμή του δόρατος μιας αντιιρανικής στρατηγικής.
Αυτό εξηγεί και την επιμονή του Πακιστάν ότι η συμφωνία είναι αμυντική και δεν στοχεύει συγκεκριμένο κράτος.
Το μεγάλο τεστ θα έρθει εάν υπάρξει σοβαρή επίθεση εναντίον σαουδαραβικού εδάφους.
Τότε θα φανεί τι σημαίνει στην πράξη η ρήτρα συλλογικής άμυνας.
Το μεγάλο ερώτημα: Πόσο πραγματικές είναι οι εγγυήσεις;
Εδώ βρίσκεται και η αδυναμία όλων των νέων συμμαχιών.
Οι πολιτικές διακηρύξεις είναι εύκολες.
Η πραγματική στρατιωτική αποτροπή απαιτεί πολύ περισσότερα:
κοινά κέντρα διοίκησης, ανταλλαγή πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο, ολοκληρωμένη αεράμυνα, κοινές ασκήσεις, διαλειτουργικότητα οπλικών συστημάτων και –κυρίως– σαφείς κανόνες για το πότε και πώς ενεργοποιείται η συλλογική άμυνα.
Μέχρι να αποδειχθούν αυτά στην πράξη, η Μέκκα είναι περισσότερο ισχυρό στρατηγικό μήνυμα παρά πλήρως δοκιμασμένη στρατιωτική ομπρέλα.
Η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να αλλάξει την εξίσωση
Το Ριάντ, ωστόσο, δεν χρειάζεται απαραίτητα να δημιουργήσει αύριο ένα νέο ΝΑΤΟ για να πετύχει τον άμεσο στόχο του.
Χρειάζεται να δημιουργήσει αβεβαιότητα στον αντίπαλο.
Μέχρι σήμερα, ένας αντίπαλος μπορούσε να υπολογίζει ότι μια περιορισμένη επίθεση σε σαουδαραβική εγκατάσταση θα παρέμενε πιθανότατα διμερές ζήτημα.
Η νέα στρατηγική θέλει να αλλάξει αυτόν τον υπολογισμό.
Αν μια επίθεση μπορεί να προκαλέσει αντίδραση από τη Σαουδική Αραβία, αλλά ταυτόχρονα πολιτική ή στρατιωτική εμπλοκή της Τουρκίας, του Πακιστάν και ενός ευρύτερου ναυτικού συνασπισμού, τότε το κόστος γίνεται δυσκολότερο να προβλεφθεί.
Και αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα είναι μέρος της αποτροπής.
Το Ριάντ δεν θέλει να νικήσει σε έναν πόλεμο – θέλει να μην ξεκινήσει
Αυτό είναι τελικά το κλειδί για να διαβαστούν οι τελευταίες κινήσεις της Σαουδικής Αραβίας.
Η χώρα δεν φαίνεται να προετοιμάζεται για μια ευθεία σύγκρουση με το Ιράν.
Προσπαθεί να καταστήσει μια τέτοια σύγκρουση λιγότερο πιθανή, αυξάνοντας εκ των προτέρων το πιθανό τίμημα για όποιον επιλέξει να την πλήξει.
Η συμφωνία της Μέκκας, η πολυεθνική δύναμη στην Ερυθρά Θάλασσα και η σταδιακά σκληρότερη στρατιωτική στάση αποτελούν διαφορετικά κομμάτια του ίδιου παζλ.
Το ρίσκο είναι ότι οι συμμαχίες έχουν τη δική τους δυναμική.
Μια συμφωνία αμοιβαίας άμυνας που δημιουργήθηκε για να αποτρέψει έναν πόλεμο μπορεί, σε μια μεγάλη κρίση, να δημιουργήσει πίεση για συμμετοχή σε αυτόν.
Και γι’ αυτό το πραγματικό τεστ για τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν δεν είναι αν μπορεί να συγκροτήσει έναν ισχυρό συνασπισμό.
Είναι αν μπορεί να πετύχει κάτι πολύ δυσκολότερο:
να κάνει τη Σαουδική Αραβία αρκετά ισχυρή ώστε οι αντίπαλοί της να φοβούνται να την πλήξουν, χωρίς να γίνει τόσο βαθιά εμπλεκόμενη ώστε να χάσει τη δυνατότητα να μείνει έξω από τον επόμενο μεγάλο πόλεμο της Μέσης Ανατολής.
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο