Οικονομία

Οι «δύο Ελλάδες» της οικονομίας:Ανάπτυξη και κέρδη από τη μία,πίεση σε μισθούς,στέγη και φτώχεια από την άλλη

Οι «δύο Ελλάδες» της οικονομίας:Ανάπτυξη και κέρδη από τη μία,πίεση σε μισθούς,στέγη και φτώχεια από την άλλη
ΤτΕ και ΓΣΕΕ βλέπουν την ίδια οικονομία αλλά φωτίζουν διαφορετικές πλευρές – ΑΕΠ +2,1%, ανεργία σε χαμηλό 16ετίας, όμως η αγοραστική δύναμη παραμένει χαμηλή, τα ενοίκια πιέζουν και η μακροχρόνια ανεργία επιμένει

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, οι επενδύσεις αυξάνονται, η ανεργία υποχωρεί και η επιχειρηματική κερδοφορία παραμένει ισχυρή.

Την ίδια στιγμή, όμως, μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει χαμηλή αγοραστική δύναμη, υψηλό κόστος στέγασης, μακροχρόνια ανεργία και αυξημένο κίνδυνο φτώχειας.

Αυτή η διπλή εικόνα αποτυπώνεται με διαφορετικό τρόπο στις ετήσιες εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.

Οι δύο πλευρές δεν διαφωνούν τόσο στα βασικά στοιχεία. Διαφέρουν περισσότερο στην ερμηνεία τους.

Η ΤτΕ εστιάζει στη μακροοικονομική σταθερότητα, στην ανάπτυξη, στις επενδύσεις και στην ενίσχυση της απασχόλησης.

Η ΓΣΕΕ επιμένει στο κατά πόσο αυτή η βελτίωση περνά πραγματικά στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και των νοικοκυριών.

Ανάπτυξη 2,1%, αλλά η σύγκλιση με την Ευρώπη παραμένει αργή

Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει για το 2025 ανάπτυξη 2,1%, ίδια με εκείνη του 2024, επισημαίνοντας ότι η οικονομία κινήθηκε ταχύτερα από την Ευρωζώνη για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά.

Η σύνθεση της ανάπτυξης ήταν πιο ισορροπημένη:

  • επενδύσεις: +8,9%
  • ιδιωτική κατανάλωση: +2,0%
  • εξαγωγές: +1,7%

Η ΓΣΕΕ δεν αμφισβητεί την ανάπτυξη, αλλά θεωρεί ότι δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ουσιαστική σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα έφθασε το 2025 περίπου στα 19.400 ευρώ, έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ-27.

Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 68% του μέσου ευρωπαϊκού όρου, από 66% το 2019.

Η βελτίωση υπάρχει, αλλά η απόσταση παραμένει μεγάλη.

Οι Έλληνες καταναλώνουν περισσότερο απ’ όσο αυξάνεται το εισόδημά τους

Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά σημεία της έκθεσης της ΤτΕ αφορά την αποταμίευση.

Η κατανάλωση αυξήθηκε ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημα, με αποτέλεσμα το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών να παραμένει αρνητικό.

Με απλά λόγια, πολλά νοικοκυριά αναγκάζονται να στηρίζουν την κατανάλωσή τους σε αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών ή να περιορίζουν ακόμη περισσότερο το οικονομικό τους «μαξιλάρι».

Αυτό δείχνει ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν μεταφράζεται με τον ίδιο ρυθμό σε βελτίωση της οικονομικής ασφάλειας των νοικοκυριών.

Ανεργία σε χαμηλό 16ετίας, αλλά όχι για όλους

Η αγορά εργασίας αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα σημεία της οικονομίας.

Η ανεργία υποχώρησε στο 8,9%, επίπεδο που σύμφωνα με την ΤτΕ αποτελεί χαμηλό 16ετίας.

Παράλληλα, το ποσοστό απασχόλησης στις ηλικίες 15-64 ανέβηκε στο 64,6%, από 56,5% το 2019.

Η ΓΣΕΕ, όμως, αναδεικνύει τα κενά που παραμένουν.

  • Μέσο ποσοστό απασχόλησης ΕΕ: 71,0%
  • Ελλάδα: 64,6%
  • Γυναίκες στην Ελλάδα: 56,5%
  • Γυναίκες στην ΕΕ: 66,6%
  • Νέοι 15-29 στην Ελλάδα: 36,2%
  • Νέοι 15-29 στην ΕΕ: 49,1%

Ακόμη και στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η απασχόληση στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 81,9%, χαμηλότερα από το 86,8% της ΕΕ.

Η μεγάλη πληγή της μακροχρόνιας ανεργίας

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το ποσοστό όσων μένουν χωρίς δουλειά για περισσότερο από έναν χρόνο.

Το 2025, το 55,8% των ανέργων στην Ελλάδα ήταν μακροχρόνια άνεργοι.

Στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 31,5%.

Αυτό σημαίνει ότι, παρότι η συνολική ανεργία μειώνεται, ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού εξακολουθεί να παραμένει εκτός αγοράς εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Και αυτή είναι μία από τις πιο δύσκολες μορφές ανεργίας, καθώς όσο αυξάνεται η διάρκεια αποχής από την εργασία τόσο δυσκολότερη γίνεται η επιστροφή.

Μεγάλες διαφορές ανά περιφέρεια

Η ανάκαμψη της απασχόλησης δεν έχει την ίδια ένταση σε ολόκληρη τη χώρα.

Τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης το 2025 καταγράφονται:

  • Κρήτη: 68,3%
  • Πελοπόννησος: 68,1%
  • Αττική: 67,5%

Τα χαμηλότερα:

  • Δυτική Μακεδονία: 56,3%
  • Δυτική Ελλάδα: 59,9%
  • Ανατολική Μακεδονία και Θράκη: 60,5%

Η εικόνα δείχνει ότι η ανάπτυξη δεν κατανέμεται ομοιόμορφα και ότι η παραγωγική βάση κάθε περιφέρειας εξακολουθεί να παίζει καθοριστικό ρόλο.

Οι Έλληνες δουλεύουν περισσότερες ώρες

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς εργασίας είναι η υψηλή ένταση απασχόλησης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΓΣΕΕ:

  • στο εμπόριο οι μέσες εβδομαδιαίες ώρες φθάνουν τις 42,3
  • στη μεταποίηση τις 41,7
  • στον πρωτογενή τομέα τις 47,1

Οι ώρες αυτές είναι υψηλότερες από τον μέσο όρο αρκετών ευρωπαϊκών χωρών.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο οι χαμηλότερες αμοιβές αλλά και η σχέση μεταξύ αμοιβής, χρόνου εργασίας και παραγωγικότητας.

Η φτώχεια παραμένει πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη στους κοινωνικούς δείκτες.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, ο κίνδυνος φτώχειας στην Ελλάδα ανήλθε στο 19,6%, έναντι 16,2% στην ΕΕ-27.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η συνολική εικόνα για φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό.

Το ποσοστό αυξήθηκε στο 27,5%, που αντιστοιχεί σε περίπου 2,8 εκατομμύρια ανθρώπους.

Η ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι οι πιέσεις είναι ιδιαίτερα έντονες σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες:

  • νέοι 18-24 ετών: κίνδυνος φτώχειας 24,2%
  • ηλικίες 25-54: 17,5%, έναντι 14,3% στην ΕΕ
  • ηλικίες 55-64: 17,3%, έναντι 14,9% στην ΕΕ

Η μεγάλη πρόκληση είναι ότι ακόμη και η αύξηση της απασχόλησης δεν αρκεί από μόνη της για να εξαλείψει τη φτώχεια.

Η στέγη γίνεται ο νέος μεγάλος πληθωριστικός πονοκέφαλος

Η Τράπεζα της Ελλάδος αναγνωρίζει πλέον ότι ο πληθωρισμός στη στέγαση έχει αποκτήσει διαρθρωτικό χαρακτήρα.

Ενώ το 2021 και το 2022 το κύριο πρόβλημα ήταν η ενεργειακή κρίση, από το 2023 και ιδιαίτερα το 2025 το βάρος μεταφέρεται στα ενοίκια κύριας κατοικίας.

Η πίεση εξηγείται από έναν συνδυασμό παραγόντων:

  • χαμηλές επενδύσεις σε νέα κατοικία
  • περιορισμένη προσφορά για μακροχρόνια μίσθωση
  • αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων
  • ισχυρή ζήτηση σε μεγάλες πόλεις
  • ξένες επενδύσεις σε ακίνητα
  • υψηλότερο κόστος συντήρησης και ανακαίνισης

Η ΤτΕ επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος αυτού του κόστους μετακυλίεται τελικά στα ενοίκια.

Και την ίδια ώρα, τα επιχειρηματικά κέρδη ανεβαίνουν

Σε πλήρη αντίθεση με την πίεση που καταγράφεται στα νοικοκυριά, η επιχειρηματική κερδοφορία παρέμεινε ισχυρή.

Το πρώτο εννεάμηνο του 2025, το μερίδιο καθαρού κέρδους των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αυξήθηκε στο 29,5%, από 29,1% την αντίστοιχη περίοδο του 2024.

Πριν από την πανδημία, την περίοδο 2017-2019, το αντίστοιχο ποσοστό βρισκόταν κατά μέσο όρο στο 25,2%.

Η ΤτΕ αποδίδει τη βελτίωση μεταξύ άλλων:

  • στις ξένες άμεσες επενδύσεις
  • στην αξιοποίηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης
  • στη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης
  • στην ισχυρή τουριστική δραστηριότητα
  • στην υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης
  • αλλά και στις επίμονες αυξήσεις τιμών, ειδικά σε υπηρεσίες με περιορισμένο ανταγωνισμό

Οι «δύο Ελλάδες» σε μία εικόνα

Τα στοιχεία δεν περιγράφουν δύο διαφορετικές οικονομίες.

Περιγράφουν την ίδια οικονομία από δύο διαφορετικές οπτικές.

Η μία δείχνει ανάπτυξη 2,1%, αύξηση επενδύσεων, χαμηλότερη ανεργία και υψηλά επιχειρηματικά κέρδη.

Η άλλη δείχνει χαμηλή αγοραστική δύναμη σε σχέση με την Ευρώπη, αρνητική αποταμίευση, υψηλό κόστος στέγασης, μακροχρόνια ανεργία και σχεδόν 2,8 εκατομμύρια ανθρώπους σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Και εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό οικονομικό στοίχημα των επόμενων ετών.

Η ελληνική οικονομία έχει αποδείξει ότι μπορεί να αναπτύσσεται.

Το επόμενο τεστ είναι αν αυτή η ανάπτυξη μπορεί να γίνει αισθητή όχι μόνο στους μακροοικονομικούς δείκτες και στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων, αλλά και στο πορτοφόλι, στο ενοίκιο και στην καθημερινότητα των νοικοκυριών.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο