Σημαντική υποχώρηση στο πρώτο εξάμηνο
Οι γερμανικές εταιρείες περιόρισαν αισθητά τις επενδύσεις τους στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οδηγώντας τις άμεσες επενδύσεις στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2023. Η εξέλιξη συνδέεται με το αυξημένο κλίμα αβεβαιότητας που έχει διαμορφωθεί στις διατλαντικές εμπορικές σχέσεις μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία.
Με βάση τους υπολογισμούς του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου, οι άμεσες επενδύσεις μειώθηκαν σχεδόν κατά τα δύο τρίτα σε ετήσια βάση και περιορίστηκαν στα 4,3 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024, η πτώση φτάνει σχεδόν το 80%.
Ο ρόλος της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής
Η καθοδική πορεία αποδίδεται, σε μεγάλο βαθμό, στις κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία έχει απειλήσει τους περισσότερους διεθνείς εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ με εισαγωγικούς δασμούς. Αυτή η τακτική έχει εντείνει τις επιφυλάξεις στις επιχειρήσεις που εξετάζουν νέες τοποθετήσεις κεφαλαίων στην αμερικανική αγορά.
Όπως σημείωσε η ερευνήτρια του IW, Σαμίνα Σουλτάν, η εικόνα αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά συνέχεια μιας τάσης που είναι ορατή από την έναρξη της δεύτερης θητείας του Αμερικανού προέδρου τον Ιανουάριο του 2025. Η αβεβαιότητα, όπως προκύπτει, επηρεάζει ευρύτερα τη διάθεση για νέες επενδυτικές αποφάσεις.
Η σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα
Τα στοιχεία δείχνουν ότι, στα πέντε χρόνια πριν από την πανδημία της COVID-19, οι επενδύσεις πρώτου εξαμήνου από γερμανικές εταιρείες στις ΗΠΑ διαμορφώνονταν κατά μέσο όρο σε 15,8 δισεκατομμύρια ευρώ. Το επίπεδο αυτό είναι σχεδόν τετραπλάσιο σε σχέση με το 2026, γεγονός που αποτυπώνει το εύρος της πτώσης.
Η διαφορά είναι ακόμη πιο έντονη αν ληφθεί υπόψη ότι η περίοδος 2020-2023 επηρεάστηκε από τις «εξαιρετικές περιστάσεις» της πανδημίας. Σε ορισμένα από αυτά τα χρόνια καταγράφηκαν ακόμη και καθαρές εκροές επενδύσεων, κάτι που διαφοροποιεί τη βάση σύγκρισης αλλά δεν αναιρεί τη σημερινή αδυναμία στην επενδυτική κίνηση.
Τι δείχνει η σύνθεση των ροών
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης τη δομή των επενδυτικών ροών το 2025 και διαπίστωσαν ότι τα δάνεια άμεσων επενδύσεων και τα επανεπενδυμένα κέρδη παρέμειναν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Αντίθετα, το μετοχικό κεφάλαιο με τη στενότερη έννοια, δηλαδή το υπόλοιπο των νέων επενδύσεων μετά τις ρευστοποιήσεις, κινήθηκε κάτω από τον μέσο όρο.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι οι εταιρείες που ήδη δραστηριοποιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να τοποθετούν ξανά στη χώρα τα κέρδη που παράγουν εκεί. Την ίδια ώρα, όμως, αποφεύγουν να δεσμεύσουν νέα κεφάλαια, κάτι που δείχνει μεγαλύτερη επιφύλαξη απέναντι στις προοπτικές νέων επενδύσεων.
Παραμένει ελκυστική η αμερικανική αγορά
Παρά τη μείωση στις νέες τοποθετήσεις, η ερευνήτρια του IW εκτίμησε ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν συνολικά ελκυστική αγορά για τις γερμανικές επιχειρήσεις. Η διατύπωση αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι οι εταιρείες που έχουν ήδη παρουσία εκεί επιλέγουν να επανεπενδύουν τα κέρδη τους, αντί να εγκαταλείπουν τη δραστηριότητά τους.
Ωστόσο, η διάθεση για ανάληψη νέων δεσμεύσεων παραμένει συγκρατημένη. Η στάση αυτή αντανακλά την ανησυχία που δημιουργεί το περιβάλλον δασμών και εμπορικών πιέσεων, το οποίο επηρεάζει τις αποφάσεις των επιχειρήσεων σε μια περίοδο που οι διεθνείς ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες.
Το ευρύτερο πλαίσιο των διατλαντικών σχέσεων
Η ΕΕ έχει ήδη επιχειρήσει να περιορίσει τους κινδύνους από τους υψηλούς δασμούς στις εξαγωγές της προς τις ΗΠΑ, καταλήγοντας πέρυσι σε συμφωνία που περιλάμβανε επενδυτική δέσμευση 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι οι εμπορικές και επενδυτικές σχέσεις των δύο πλευρών εξακολουθούν να διαμορφώνονται υπό έντονη πίεση.
Σε αυτό το περιβάλλον, η υποχώρηση των γερμανικών επενδύσεων στις ΗΠΑ λειτουργεί ως ένδειξη της επιφυλακτικότητας που επικρατεί στις μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Η εικόνα παραμένει σύνθετη: από τη μία πλευρά διατηρείται η ελκυστικότητα της αμερικανικής αγοράς και από την άλλη καταγράφεται σαφής δισταγμός για νέα κεφάλαια. Πηγή: Pagenews.gr
