Σε μια κίνηση με ισχυρό διπλωματικό συμβολισμό, ο Σι Τζινπίνγκ φέρεται να προετοιμάζει επίσκεψη τριών ημερών στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Σεπτέμβριο, με κορυφαίο σταθμό τη συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον στις 24 Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με το Politico, ο Κινέζος πρόεδρος δεν σχεδιάζει να μεταβεί στη Νέα Υόρκη για να απευθυνθεί στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, παρά τις προηγούμενες εκτιμήσεις ότι θα συνδύαζε την αμερικανική του επίσκεψη με παρουσία στον Οργανισμό.
Η επιλογή αυτή ενισχύει την εικόνα ότι το Πεκίνο δίνει αυτή τη στιγμή προτεραιότητα στην απευθείας διαπραγμάτευση με τον Λευκό Οίκο και λιγότερο στη μεγάλη πολυμερή σκηνή της Νέας Υόρκης.
Η 24η Σεπτεμβρίου γίνεται η νέα μεγάλη ημερομηνία
Τέσσερις πηγές με γνώση των σχεδιασμών ανέφεραν στο Politico ότι ο Σι προγραμματίζει τριήμερη επίσκεψη στις ΗΠΑ, με συνάντηση με τον Τραμπ στις 24 Σεπτεμβρίου.
Η ημερομηνία δεν προκύπτει από το πουθενά. Κατά την επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο τον Μάιο, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε προσκαλέσει τον Σι στις ΗΠΑ για επιστροφή της επίσκεψης. Αμερικανικό κυβερνητικό υλικό καταγράφει τη σύνοδο κορυφής του Μαΐου και τη συνάντηση των δύο ηγετών στο Πεκίνο, ενώ μεταγενέστερες αναλύσεις έχουν αναφέρει την 24η Σεπτεμβρίου ως την ημερομηνία της προγραμματισμένης επίσκεψης.
Το Πεκίνο δεν έχει ακόμη ανακοινώσει επίσημα το πλήρες πρόγραμμα.
Εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών περιορίστηκε να δηλώσει ότι οι λεπτομέρειες για τη συμμετοχή της Κίνας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ θα γνωστοποιηθούν όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή.
Γιατί ο Σι αφήνει εκτός τον ΟΗΕ
Η απουσία του Σι από τη Νέα Υόρκη, εφόσον επιβεβαιωθεί, έχει ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον.
Ο Κινέζος πρόεδρος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την παρουσία του στη Γενική Συνέλευση για να προβάλει το κινεζικό αφήγημα περί πολυπολικότητας, μεταρρύθμισης της παγκόσμιας διακυβέρνησης και ενίσχυσης του ρόλου του Παγκόσμιου Νότου.
Αντί γι’ αυτό, φαίνεται να επιλέγει την απευθείας διαπραγμάτευση με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Η κίνηση δεν σημαίνει ότι η Κίνα υποβαθμίζει τον ΟΗΕ ως θεσμό. Το Πεκίνο παραμένει ένας από τους πιο ένθερμους υπερασπιστές της πολυμερούς διπλωματίας όταν αυτή εξυπηρετεί τη στρατηγική του.
Δείχνει όμως ότι, στην παρούσα συγκυρία, οι σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας θεωρούνται πολύ σημαντικές για να «χαθούν» μέσα σε ένα πολυήμερο πρόγραμμα συναντήσεων δεκάδων ηγετών στη Νέα Υόρκη.
Το δύσκολο έργο της σταθεροποίησης
Η συνάντηση θα είναι η δεύτερη μεγάλη επαφή των δύο προέδρων μέσα σε λίγους μήνες.
Η εαρινή σύνοδος στο Πεκίνο χρησιμοποιήθηκε για να περιοριστεί η ένταση που είχε συσσωρευθεί γύρω από το εμπόριο, τους δασμούς, την τεχνολογία, τις κινεζικές εξαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών και την Ταϊβάν.
Δεν έλυσε όμως τα βασικά προβλήματα.
Η Ταϊβάν παραμένει το δυσκολότερο στρατηγικό ζήτημα.
Οι περιορισμοί των ΗΠΑ στις προηγμένες τεχνολογίες και στους ημιαγωγούς παραμένουν σημείο σύγκρουσης.
Οι εμπορικές σχέσεις εξακολουθούν να υπόκεινται σε δασμούς, ελέγχους εξαγωγών και επενδυτικούς περιορισμούς.
Και η ευρύτερη αντιπαράθεση για την τεχνητή νοημοσύνη, τα data centers, τα chips και τις αλυσίδες εφοδιασμού έχει μετατραπεί σε πραγματικό αγώνα στρατηγικής ισχύος.
Η «ιστορική» επίσκεψη του Μαΐου
Παρά τις περιορισμένες χειροπιαστές συμφωνίες, ο Σι είχε χαρακτηρίσει την προηγούμενη σύνοδο με τον Τραμπ «ιστορικό» ορόσημο για τις διμερείς σχέσεις.
Το μήνυμα από το Πεκίνο ήταν ότι Κίνα και ΗΠΑ μπορούν να διαχειριστούν τον ανταγωνισμό τους χωρίς να οδηγηθούν σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Για τον Τραμπ, από την άλλη πλευρά, η προσωπική διπλωματία με τον Σι αποτελεί βασικό εργαλείο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος προτιμά συχνά τις απευθείας συμφωνίες κορυφής, θεωρώντας ότι μπορεί να ξεπεράσει γραφειοκρατικά και θεσμικά εμπόδια μέσα από προσωπική διαπραγμάτευση.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να δοκιμάζεται ξανά τον Σεπτέμβριο.
Η συνάντηση έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από τις midterms
Η χρονική στιγμή είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και για τον Λευκό Οίκο.
Η 24η Σεπτεμβρίου απέχει περίπου έξι εβδομάδες από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε εμπορική ή επενδυτική συμφωνία με την Κίνα θα αποκτήσει άμεσα εσωτερική πολιτική διάσταση.
Ο Τραμπ μπορεί να επιδιώξει παραχωρήσεις που θα μπορούν να παρουσιαστούν ως επιτυχίες: μεγαλύτερες κινεζικές αγορές αμερικανικών προϊόντων, επενδύσεις, συμφωνίες για βιομηχανικές αλυσίδες ή αποκλιμάκωση σε επιμέρους εμπορικά μέτωπα.
Το Πεκίνο γνωρίζει αυτή την πίεση.
Και αυτό μπορεί να του δώσει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Η Ταϊβάν είναι η κόκκινη γραμμή
Κανένα εμπορικό deal, πάντως, δεν μπορεί να κρύψει τη στρατηγική σύγκρουση γύρω από την Ταϊβάν.
Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να ενισχύει τις σχέσεις ασφαλείας με την Ταϊπέι και να εξετάζει την κινεζική στρατιωτική πίεση στην περιοχή ως έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για τον Ινδο-Ειρηνικό.
Για το Πεκίνο, οποιαδήποτε αμερικανική κίνηση που θεωρεί ότι ενισχύει την «ανεξαρτησία» της Ταϊβάν αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η σύνοδος του Μαΐου παρήγαγε μεγάλη συμφωνία πάνω στο θέμα.
Και δύσκολα θα αποτελέσει πεδίο εύκολου συμβιβασμού τον Σεπτέμβριο.
Εμπόριο και τεχνολογία: Η πραγματική μάχη
Πιο πιθανές είναι οι κινήσεις στα οικονομικά.
Η Κίνα θέλει περιορισμό των αμερικανικών ελέγχων σε προηγμένα chips, AI accelerators και κρίσιμο τεχνολογικό εξοπλισμό.
Οι ΗΠΑ θέλουν μεγαλύτερη πρόσβαση στην κινεζική αγορά, περιορισμό των κρατικών επιδοτήσεων και καλύτερη προστασία της αμερικανικής τεχνολογίας.
Η αντιπαράθεση έχει πάψει πλέον να είναι μια απλή εμπορική διαφορά.
Η χώρα που θα ελέγξει περισσότερη υπολογιστική ισχύ, ενεργειακές υποδομές, προηγμένους ημιαγωγούς και κρίσιμες πρώτες ύλες θα αποκτήσει πλεονέκτημα στην επόμενη φάση της παγκόσμιας οικονομίας.
Για αυτό και η συνάντηση Τραμπ–Σι θα παρακολουθηθεί πολύ περισσότερο από τις αγορές τεχνολογίας και ενέργειας παρά μόνο από τους διπλωμάτες.
Το μήνυμα του «σνομπαρίσματος» προς τον ΟΗΕ
Η επιλογή του Σι να μην εμφανιστεί στη Γενική Συνέλευση, εφόσον επιβεβαιωθεί, έχει και επικοινωνιακό βάρος.
Το μήνυμα είναι ότι για τα σημαντικότερα ζητήματα της παγκόσμιας ισορροπίας η πραγματική διαπραγμάτευση εξακολουθεί να γίνεται μεταξύ των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων.
Ο ΟΗΕ παραμένει η μεγαλύτερη πολυμερής πλατφόρμα.
Αλλά για εμπόριο, τεχνολογία, Ταϊβάν και την ευρύτερη στρατηγική ισορροπία ΗΠΑ–Κίνας, η κρίσιμη σκηνή θα βρίσκεται στην Ουάσιγκτον.
Σταθεροποίηση, όχι συμφιλίωση
Αυτό είναι και το πιο πιθανό αποτέλεσμα της συνάντησης.
Ούτε Ουάσιγκτον ούτε Πεκίνο έχουν κίνητρο να οδηγήσουν τη σχέση τους σε πλήρη ρήξη.
Οι δύο οικονομίες παραμένουν βαθιά συνδεδεμένες.
Αλλά ταυτόχρονα ο στρατηγικός ανταγωνισμός είναι δομικός και δύσκολα αντιστρέψιμος.
Η σύνοδος του Σεπτεμβρίου επομένως δεν αναμένεται να σηματοδοτήσει κάποια μεγάλη αμερικανοκινεζική «συμφιλίωση».
Το πραγματικό ζητούμενο είναι πολύ πιο περιορισμένο αλλά εξίσου σημαντικό: να δημιουργηθούν μηχανισμοί που θα εμποδίσουν τον ανταγωνισμό να μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη οικονομική ή στρατιωτική σύγκρουση.
Και μόνο το γεγονός ότι ο Σι φαίνεται έτοιμος να πετάξει στην Ουάσιγκτον αλλά να παρακάμψει τη Νέα Υόρκη δείχνει πού θεωρεί ότι βρίσκεται αυτή τη στιγμή το πραγματικό κέντρο της παγκόσμιας διαπραγμάτευσης.
Πηγή: pagenews.gr
