Διεθνή

Κάρνεϊ κατά Τραμπ: «Δεχθήκαμε επίθεση» – Ο Καναδάς συσπειρώνεται και απαντά στον εμπορικό πόλεμο

Κάρνεϊ κατά Τραμπ: «Δεχθήκαμε επίθεση» – Ο Καναδάς συσπειρώνεται και απαντά στον εμπορικό πόλεμο
Σε αχαρτογράφητα νερά εισέρχονται οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Καναδά, καθώς μια συμφωνία που μέχρι την τελευταία στιγμή έμοιαζε εφικτή κατέρρευσε, δίνοντας τη θέση της σε μια κλιμακούμενη εμπορική αντιπαράθεση χωρίς σαφή οδό αποκλιμάκωσης.

Ο Μαρκ Κάρνεϊ απέρριψε τους νέους όρους που έθεσε η Ουάσιγκτον, ανέστειλε τις συνομιλίες με τον Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) και επέλεξε να απαντήσει με αντίμετρα, οδηγώντας δύο χώρες με δεκαετίες στενότατης οικονομικής συνεργασίας σε μια νέα φάση έντονης αντιπαράθεσης και αβεβαιότητας.

Για τον Καναδό πρωθυπουργό, η επιλογή αυτή υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας σκληρής διαπραγματευτικής κίνησης. Πρόκειται για μια πολιτική δοκιμασία υψηλού ρίσκου, καθώς ο Κάρνεϊ συγκαταλέγεται πλέον στους λίγους ηγέτες που επέλεξαν να αποχωρήσουν από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τον Λευκό Οίκο αντί να αποδεχθούν μια συμφωνία υπό πίεση. Και όπως είναι φυσικό, όλα τα μάτια είναι στραμμένα επάνω του.

Ο ίδιος φρόντισε να καταστήσει σαφές πώς αντιλαμβάνεται πλέον τη σύγκρουση. «Βρίσκεσαι σε πόλεμο όταν δέχεσαι επίθεση – εμείς δεχθήκαμε επίθεση», δήλωσε όταν ρωτήθηκε εάν ΗΠΑ και Καναδάς βρίσκονται πλέον σε εμπορικό πόλεμο.

Η δήλωση αυτή αποτυπώνει τη μετατόπιση στη στάση της Οτάβας: η σύγκρουση με την Ουάσιγκτον δεν θεωρείται πλέον μια απλή εμπορική διαφωνία για δασμούς και όρους συναλλαγών, αλλά μια ευρύτερη αναμέτρηση που δοκιμάζει τόσο τις αντοχές της καναδικής οικονομίας όσο και την πολιτική αποφασιστικότητα της κυβέρνησης απέναντι στις πιέσεις του Λευκού Οίκου.

«Ζήτησαν πάρα πολλά, προσέφεραν πολύ λίγα»

Και οι δύο πλευρές αποδίδουν την κατάρρευση της προκαταρκτικής συμφωνίας σε αλλαγές που έγιναν στο τελικό στάδιο των διαπραγματεύσεων.

Ο Κάρνεϊ, ωστόσο, ήταν σαφής ως προς τους λόγους για τους οποίους επέλεξε να αποχωρήσει. Οι ΗΠΑ, όπως τόνισε, «ζήτησαν πάρα πολλά» και «προσέφεραν πολύ λίγα».

Σε δηλώσεις του το Σάββατο υποστήριξε ότι η κυβέρνησή του έλαβε την απόφαση αυτή θεωρώντας ότι εξυπηρετεί το συμφέρον της χώρας. «Κάνουμε αυτό το βήμα με τη βεβαιότητα ότι είναι προς το συμφέρον του Καναδά», δήλωσε.

Παράλληλα, κατηγόρησε την Ουάσιγκτον για «επίδειξη ισχύος», υποστηρίζοντας ότι επιχείρησε να μεταβάλει τους όρους της συμφωνίας την τελευταία στιγμή.

Συνεχίζοντας στα γαλλικά, έδωσε ακόμη πιο έντονο πολιτικό τόνο στην τοποθέτησή του. Η σύγκρουση, σημείωσε, «δεν ήταν δική μας επιλογή», ενώ πρόσθεσε: «Ο Καναδάς είναι ισχυρός, ο Καναδάς είναι έτοιμος, ο Καναδάς είναι ενωμένος».

«Η υπογραφή τους είναι μερικές φορές γραμμένη με μολύβι»

Ο Κάρνεϊ ανέβασε ακόμη περισσότερο τους τόνους στη συνέχεια επικρίνοντας την Ουάσιγκτον για την αξιοπιστία της. Όπως υποστήριξε, οι όροι που έθεσαν οι ΗΠΑ λίγο πριν από την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων «ήταν άδικοι, οικονομικά ασύμφοροι και έθεταν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία οποιασδήποτε συμφωνίας».

Κατά τον Καναδό πρωθυπουργό, οι αμερικανικές απαιτήσεις αφορούσαν τόσο την αυτοκινητοβιομηχανία όσο και περιορισμούς που χαρακτήρισε «απαράδεκτους» ως προς τη δυνατότητα του Καναδά να συνάπτει εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες.

Ακολούθησε η πιο έντονη ίσως αιχμή του προς την κυβέρνηση Τραμπ: «Αναγνωρίζουμε ότι ορισμένες φορές η υπογραφή της είναι γραμμένη με μολύβι».

Με τη φράση αυτή, ο Κάρνεϊ κατέστησε σαφές πόσο έχει διαβρωθεί η εμπιστοσύνη στις σχέσεις των δύο πλευρών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ακόμη και μια συμφωνία με την Ουάσιγκτον δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί απολύτως ασφαλής ως προς τη διάρκεια και την τήρησή της.

Συσπείρωση γύρω από τον Κάρνεϊ

Μέσα σε αυτό το κλίμα κλιμάκωσης, ο Κάρνεϊ φαίνεται να διατηρεί ένα κρίσιμο πολιτικό πλεονέκτημα: προς το παρόν, δεν φαίνεται απομονωμένος.

Παρά το σημαντικό οικονομικό ρίσκο που συνεπάγεται η σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ηγέτες επαρχιών και πολιτικά στελέχη δείχνουν να στοιχίζονται πίσω από τη σκληρή γραμμή της Οτάβας, ενισχύοντας την εικόνα εσωτερικής συσπείρωσης.

Το Σάββατο, ο Καναδός πρωθυπουργός ενημέρωσε τους επικεφαλής των επαρχιών για τις τελευταίες εξελίξεις, με τις πρώτες δημόσιες τοποθετήσεις να αποτυπώνουν, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, ένα σχετικά αρραγές μέτωπο.

Ο πρωθυπουργός της Βρετανικής Κολομβίας, Ντέιβιντ Έμπι, δήλωσε προσηλωμένος στο «εθνικό εγχείρημα στο οποίο έχουμε επιδοθεί», ενώ ακόμη πιο κατηγορηματικός εμφανίστηκε ο πρωθυπουργός του Οντάριο, Νταγκ Φορντ: «Δεν ξεκινήσαμε εμείς αυτή τη μάχη, αλλά μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι θα την κερδίσουμε».

Η τοποθέτηση του Φορντ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το Οντάριο, με την ισχυρή μεταποιητική του βάση και την αυτοκινητοβιομηχανία του, βρίσκεται μεταξύ των περιοχών που έχουν πληγεί περισσότερο από την εμπορική αντιπαράθεση των δύο χωρών.

Ο Φορντ είχε ήδη προειδοποιήσει τον Κάρνεϊ ότι μια συμφωνία που θα συναπτόταν υπό πίεση θα μπορούσε να «ενθαρρύνει τις Ηνωμένες Πολιτείες να ζητούν τη μία παραχώρηση μετά την άλλη».

Η στήριξη αυτή ενισχύει και το βασικό επιχείρημα του Καναδού πρωθυπουργού: ότι μια υποχώρηση στην παρούσα φάση δεν θα έκλεινε κατ’ ανάγκην τη σύγκρουση, αλλά θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για νέες και ακόμη μεγαλύτερες απαιτήσεις από την Ουάσιγκτον.

Η πολιτική στήριξη προς τον Κάρνεϊ δεν περιορίζεται στις κυβερνήσεις των επαρχιών του Καναδά.

Ο ηγέτης της συντηρητικής αντιπολίτευσης, Πιερ Πουαλιέβρ, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει «κακή συμφωνία» οποιαδήποτε διευθέτηση περιλάμβανε «μονομερείς» δασμούς εις βάρος της καναδικής βιομηχανίας, στήριξε την απόφαση του πρωθυπουργού να αποχωρήσει, προς το παρόν, από τις συνομιλίες.

«Ο Καναδάς δεν μπορεί να αποδεχθεί μονομερείς δασμούς που θα αποβιομηχανοποιήσουν τη χώρα μας», δήλωσε. Η τοποθέτησή του ενισχύει την εικόνα μιας ευρύτερης πολιτικής συναίνεσης απέναντι στην πίεση της Ουάσιγκτον – τουλάχιστον όσο το οικονομικό κόστος της αντιπαράθεσης παραμένει σε επίπεδα που μπορούν να απορροφηθούν.

Το μεγάλο στοίχημα

Και αυτή είναι η δυσκολότερη δοκιμασία για τον Κάρνεϊ. Η απόφασή του να σηκώσει ανάστημα στον Τραμπ θα κριθεί τελικά από το κατά πόσο οι Καναδοί είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν οικονομικές απώλειες προκειμένου η χώρα να εξασφαλίσει καλύτερους όρους και να μην υποχωρήσει απέναντι στις απαιτήσεις της κυβέρνησης Τραμπ.

Μέχρι στιγμής, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης στηρίζει μια πιο σκληρή προσέγγιση.

Έρευνα της Abacus Data έδειξε ότι περίπου το 36% των Καναδών υποστηρίζει αντίποινα απέναντι στους αμερικανικούς δασμούς, ενώ δημοσκόπηση της Leger έδειξε ότι το 56% θέλει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση να διατηρήσει σκληρή γραμμή και να μην προχωρήσει σε νέες παραχωρήσεις.

Ο Κάρνεϊ είχε άλλωστε ανέλθει στην εξουσία με το σύνθημα «elbows up» -μια έκφραση από το χόκεϊ επί πάγου που παραπέμπει σε επιθετική και μαχητική στάση- δεσμευόμενος ότι ο Καναδάς θα αντισταθεί στην οικονομική πίεση της κυβέρνησης Τραμπ και στην ατζέντα «Πρώτα η Αμερική».

Τώρα καλείται να αποδείξει ότι αυτή η στάση μπορεί να διατηρηθεί και όταν το οικονομικό κόστος αρχίζει να γίνεται πιο αισθητό.

Το καναδικό μποϊκοτάζ έχει ήδη κόστος για τις ΗΠΑ

Η αντίδραση της καναδικής πλευράς δεν περιορίζεται στη ρητορική. Οι Καναδοί, δυσαρεστημένοι από τους δασμούς του Τραμπ, έχουν ήδη αρχίσει να αποφεύγουν τα ταξίδια προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το μποϊκοτάζ αυτό εκτιμάται ότι κόστισε πέρυσι στις ΗΠΑ περίπου 3,3 δισ. καναδικά δολάρια ή 2,35 δισ. δολάρια ΗΠΑ σε ταξιδιωτικά έσοδα.

Παράλληλα, οι περισσότερες καναδικές επαρχίες απέσυραν αμερικανικά αλκοολούχα ποτά από τα ράφια των καταστημάτων, πλήττοντας έναν ακόμη αμερικανικό κλάδο.

Με βάση τα εμπορικά στοιχεία της αμερικανικής κυβέρνησης, οι εξαγωγές κρασιού των ΗΠΑ προς τον Καναδά μειώθηκαν κατά 78% σε ετήσια βάση, με την απολεσθείσα αξία των εξαγωγών να υπολογίζεται σε 357 εκατ. δολάρια.

Η αμερικανική ένωση αποσταγματοποιών παρουσιάζει μια αντίστοιχη εικόνα, υποστηρίζοντας ότι οι απαγορεύσεις που επέβαλαν οι καναδικές επαρχίες οδήγησαν σε πτώση άνω του 70% στις εξαγωγές αμερικανικών οινοπνευματωδών ποτών.

Το ζήτημα εξελίχθηκε γρήγορα σε σημαντική πηγή δυσαρέσκειας για την κυβέρνηση Τραμπ.

Πώς κατέρρευσε η συμφωνία στο παρά πέντε

Για περίπου μία εβδομάδα, όλα έδειχναν ότι Ουάσιγκτον και Οτάβα βρίσκονταν κοντά σε συμφωνία. Το πώς ακριβώς κατέρρευσαν οι συνομιλίες τις τελευταίες ώρες παραμένει ασαφές. Εκείνο που προκύπτει, ωστόσο, είναι ότι οι διαπραγματεύσεις έφτασαν μέχρι το τελικό στάδιο προτού οδηγηθούν σε αδιέξοδο.

Η αμερικανική πλευρά παρουσιάζει διαφορετική εκδοχή για το τι συνέβη. Ο εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, έκανε λόγο για «νέες απαιτήσεις και υπαναχωρήσεις από άλλες δεσμεύσεις εκ μέρους του Καναδά».

Το Distilled Spirits Council of the United States υποστήριξε επίσης ότι «η συνεχιζόμενη άρνηση των καναδικών επαρχιών να επαναφέρουν τα αμερικανικά οινοπνευματώδη ποτά στα ράφια των καταστημάτων οδήγησε σε αυτή την εξέλιξη».

Καναδικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ακόμη ότι ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λούτνικ, ήταν δυσαρεστημένος με την υπό διαμόρφωση συμφωνία. Το BBC επικοινώνησε με το γραφείο του ζητώντας να σχολιάσει.

Η επόμενη κίνηση ανήκει στον Τραμπ

Η κατάρρευση της συμφωνίας ανοίγει πλέον ευρύτερα ερωτήματα για το μέλλον των σχέσεων ΗΠΑ και Καναδά.

Δεν αφορά μόνο τους τρέχοντες δασμούς, αλλά επηρεάζει και το κλίμα ενόψει της εν εξελίξει επανεξέτασης της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ ΗΠΑ, Μεξικού και Καναδά.

Ο Κάρνεϊ έχει χαράξει πλέον μια σαφή γραμμή: ο Καναδάς δεν είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί μια συμφωνία μόνο και μόνο για να αποφύγει την περαιτέρω σύγκρουση.

Το ισχυρότερο πολιτικό του χαρτί, σε αυτή τη φάση, είναι ότι δεν βρίσκεται μόνος. Οι ηγέτες των επαρχιών του Καναδά εμφανίζονται ενωμένοι, η αντιπολίτευση στηρίζει την απόρριψη μιας συμφωνίας που θεωρεί επιζήμια και σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης τάσσεται υπέρ μιας πιο σκληρής στάσης.

Το ρίσκο, ωστόσο, παραμένει μεγάλο.

Όσο οι δασμοί και τα αντίμετρα συσσωρεύονται, ο Κάρνεϊ θα πρέπει να αποδείξει ότι η διακήρυξη πως «ο Καναδάς είναι ισχυρός, έτοιμος και ενωμένος» μπορεί να αντέξει όχι μόνο πολιτικά, αλλά και απέναντι στο πραγματικό οικονομικό κόστος της σύγκρουσης.

Για την ώρα, ο Καναδάς έχει κάνει την επιλογή του. Η επόμενη κίνηση ανήκει πλέον στον Ντόναλντ Τραμπ.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο