Γεωπολιτικά

Ιράν: Το μεγάλο στοίχημα απέναντι στον Τραμπ – «Θα αντέξουμε το Economic D-Day»

Ιράν: Το μεγάλο στοίχημα απέναντι στον Τραμπ – «Θα αντέξουμε το Economic D-Day»
Η Ουάσινγκτον περνά από τα όπλα στην οικονομική ασφυξία – Η Τεχεράνη ποντάρει σε Κίνα, Ορμούζ και χρόνο

Ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι αντοχής έχει αρχίσει ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη. Με τον πόλεμο να πλησιάζει πλέον το εξάμηνο και τη διπλωματική οδό να βρίσκεται ουσιαστικά σε αδιέξοδο, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να μεταφέρει το κύριο βάρος της σύγκρουσης από το στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο.

Η κυβέρνηση Τραμπ προετοιμάζει αυτό που ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος αποκαλεί «Economic D-Day»: μια προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης του Ιράν που δεν θα περιορίζεται σε νέες κυρώσεις κατά της Τεχεράνης, αλλά θα απειλεί με συνέπειες και τρίτες χώρες, τράπεζες, επιχειρήσεις και δίκτυα που κρατούν ανοικτές τις οικονομικές «αρτηρίες» της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, είναι εάν υπάρχει πράγματι αρκετό οικονομικό οξυγόνο που μπορεί ακόμη να κόψει η Ουάσινγκτον.

Το Ιράν ζει υπό δυτικές κυρώσεις σχεδόν πέντε δεκαετίες και έχει δημιουργήσει ένα περίπλοκο σύστημα παράκαμψής τους: παράλληλες χρηματοπιστωτικές διαδρομές, μεσάζοντες, front companies, εναλλακτικά συστήματα πληρωμών και δίκτυα μεταφοράς πετρελαίου. Αυτό ακριβώς είναι το σύστημα που θέλει τώρα να χτυπήσει ο Τραμπ.

Τραμπ: «Τεράστιες συνέπειες» για όποιον κρατά ζωντανό το Ιράν

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανεβάζει δραματικά τους τόνους.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social προειδοποίησε ότι χώρες που επιτρέπουν σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις, αεροδρόμια ή κρατικές οντότητες να προσφέρουν οποιαδήποτε οικονομική «σανίδα σωτηρίας» στην Τεχεράνη θα αντιμετωπίσουν «tremendous economic consequences».

Στο αμερικανικό στόχαστρο μπαίνουν πλέον:

  • οι παράνομες ή συγκαλυμμένες πωλήσεις πετρελαίου,
  • οι χρηματοοικονομικές μεταφορές και swap lines,
  • τα ανταλλακτήρια και οι μηχανισμοί παράκαμψης του δολαρίου,
  • οι εταιρείες-βιτρίνες,
  • οι νηολογήσεις και τα δίκτυα της «σκιώδους» ναυτιλίας,
  • αλλά και τρίτες χώρες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.

Η λογική είναι σαφής: αν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν ανάγκασαν το Ιράν να υποχωρήσει, η Ουάσινγκτον θα επιχειρήσει να καταστήσει οικονομικά αδύνατη τη συνέχιση της ίδιας στρατηγικής.

Μπέσεντ: «Θα καταρρεύσουμε αυτό το καθεστώς»

Ακόμη πιο αποκαλυπτικός για τον στόχο της Ουάσινγκτον εμφανίστηκε ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ.

«Είναι ένα χτύπημα ένα-δύο. Έχουμε τον αποκλεισμό και θα έχουμε τις σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία», δήλωσε στο CNBC.

Και στη συνέχεια χρησιμοποίησε την πιο βαριά διατύπωση:

«Θα καταρρεύσουμε αυτό το καθεστώς».

Παράλληλα, ο Μπέσεντ άφησε να εννοηθεί ότι η Ουάσινγκτον δεν προσανατολίζεται, τουλάχιστον άμεσα, σε επανέναρξη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η αμερικανική κυβέρνηση θέλει πρώτα να δει εάν ο συνδυασμός αποκλεισμού και οικονομικού πολέμου μπορεί να επιτύχει εκεί όπου δεν απέδωσε η στρατιωτική πίεση.

Γιατί τώρα – Το διπλωματικό παράθυρο έκλεισε

Η αλλαγή στρατηγικής έρχεται μετά την εκπνοή του 60ήμερου μνημονίου κατανόησης που είχε δημιουργήσει το πλαίσιο για μια πιθανή έξοδο από τον πόλεμο.

Το συγκεκριμένο παράθυρο έκλεισε χωρίς μόνιμη συμφωνία.

Μία ημέρα αργότερα, ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν βρίσκονται σε εξέλιξη ούτε έχουν προγραμματιστεί συνομιλίες με την Τεχεράνη.

Αυτό αφήνει τις δύο πλευρές σε μια επικίνδυνη ενδιάμεση κατάσταση: χωρίς συμφωνία, χωρίς πραγματική αποκλιμάκωση, αλλά και χωρίς —προς το παρόν— επιστροφή στην πλήρη στρατιωτική αναμέτρηση.

Η Τεχεράνη απαντά: «Άλλη μία αποτυχημένη πολιτική»

Το Ιράν επιχειρεί δημόσια να εμφανιστεί ανεπηρέαστο.

Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί επιτέθηκε στην αμερικανική στρατηγική, συνδέοντας μάλιστα την επίθεση Τραμπ με τα δημοσιονομικά προβλήματα των ίδιων των ΗΠΑ.

«Το λεγόμενο “Economic D-Day” είναι ένας αντιπερισπασμός από την ίδια την κρίση της Αμερικής: πρωτοφανές χρέος και εκρηκτικό κόστος τόκων», έγραψε.

Και πρόσθεσε ότι η συνέχιση αποτυχημένων πολιτικών θα οδηγήσει σε νέες αποτυχίες και μεγαλύτερη εχθρότητα των Ιρανών απέναντι στις ΗΠΑ.

Η γραμμή της Τεχεράνης είναι ότι η Ουάσινγκτον επαναφέρει με νέο όνομα μια στρατηγική που εφαρμόζει εδώ και δεκαετίες χωρίς να έχει πετύχει αλλαγή καθεστώτος ή στρατηγική συνθηκολόγηση του Ιράν.

Το πραγματικό στοίχημα του Ιράν: Να αντέξει περισσότερο από τον Τραμπ

Πίσω όμως από τη δημόσια περιφρόνηση των αμερικανικών απειλών βρίσκεται μια πολύ πιο υπολογισμένη στρατηγική.

Η Τεχεράνη φαίνεται να πιστεύει ότι δεν χρειάζεται να νικήσει οικονομικά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Χρειάζεται απλώς να αντέξει περισσότερο πολιτικά από τον Τραμπ.

Αυτό είναι και το κρίσιμο στοιχείο.

Η ιρανική ηγεσία γνωρίζει ότι η αμερικανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει το κόστος ενός παρατεταμένου πολέμου, την πίεση των τιμών της ενέργειας και το πολιτικό ημερολόγιο των ενδιάμεσων εκλογών.

Ήδη από προηγούμενη ανάλυση του Al-Monitor, ειδικοί εκτιμούσαν ότι η Τεχεράνη θεωρεί πως μπορεί να απορροφήσει εξαιρετικά μεγάλο οικονομικό κόστος εάν πιστεύει ότι ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της Ουάσινγκτον.

Το ισχυρότερο χαρτί της Τεχεράνης παραμένει το Ορμούζ

Και εδώ εμφανίζεται το σημαντικότερο γεωοικονομικό όπλο του Ιράν: τα Στενά του Ορμούζ.

Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι η πίεση στις θαλάσσιες μεταφορές δεν επιβαρύνει μόνο την ίδια. Μεταφέρεται στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, στις ασφαλίσεις πλοίων, στα ναύλα και τελικά στους καταναλωτές από την Ευρώπη έως τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ανακοίνωση του «Economic D-Day» ήταν αρκετή για να οδηγήσει το Brent πάνω από τα 94 δολάρια το βαρέλι, με ενδοσυνεδριακή κορυφή περίπου στα 94,67 δολάρια.

Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: όσο περισσότερο πιέζεται οικονομικά το Ιράν, τόσο μεγαλύτερο είναι το κίνητρό του να χρησιμοποιεί το Ορμούζ ως μοχλό πίεσης — και τόσο μεγαλύτερο μπορεί να γίνει το κόστος για την παγκόσμια οικονομία.

Η Κίνα είναι ο κρίσιμος κρίκος

Το μεγάλο τεστ του Τραμπ, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στην Τεχεράνη.

Βρίσκεται στο Πεκίνο.

Σύμφωνα με το Al-Monitor, η Κίνα αγοράζει πάνω από το 80% των εξαγόμενων ποσοτήτων ιρανικού πετρελαίου, περίπου 1,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Χωρίς ουσιαστικό περιορισμό αυτής της ροής, η προσπάθεια πλήρους οικονομικής απομόνωσης του Ιράν γίνεται πολύ δυσκολότερη.

Το Πεκίνο έχει ήδη απορρίψει την αμερικανική προσέγγιση.

Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Λιν Τζιάν δήλωσε:

«Η επιβολή κυρώσεων και η άσκηση πίεσης δεν βοηθούν στην επίλυση του ζητήματος», καλώντας τις πλευρές να κινηθούν μέσω πολιτικών και διπλωματικών λύσεων.

Έτσι, το «Economic D-Day» μπορεί γρήγορα να μετατραπεί από αμερικανοϊρανική αντιπαράθεση σε δοκιμασία ισχύος μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου.

Η πρώτη ρωγμή: Τα ΗΑΕ απομακρύνονται από την Τεχεράνη

Υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις ότι η αμερικανική πίεση μπορεί να αρχίζει να αποδίδει.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν διακοπή των εμπορικών σχέσεων με το Ιράν, εξέλιξη ιδιαίτερα σημαντική λόγω του ιστορικού ρόλου του Ντουμπάι ως εμπορικού και χρηματοοικονομικού κόμβου για ιρανικές επιχειρήσεις και κεφάλαια.

Εάν ακολουθήσουν και άλλες χώρες, η Τεχεράνη θα βρεθεί αντιμέτωπη με κάτι διαφορετικό από τις προηγούμενες αμερικανικές κυρώσεις: όχι απλώς περιορισμένη πρόσβαση στο δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά σταδιακό κλείσιμο των ίδιων των μηχανισμών που χρησιμοποιούσε για να παρακάμπτει τις κυρώσεις.

Το πρόβλημα για τον Τραμπ: Τι άλλο μπορεί να κυρώσει;

Αυτό είναι ταυτόχρονα και το μεγάλο ερώτημα της αμερικανικής στρατηγικής.

Το Ιράν έχει περάσει σχεδόν μισό αιώνα υπό διάφορες μορφές δυτικών κυρώσεων. Έχει μάθει να λειτουργεί μέσα σε ένα καθεστώς οικονομικού αποκλεισμού και έχει αναπτύξει παράλληλες δομές εμπορίου και χρηματοδότησης.

Αναλυτές επισημαίνουν συνεπώς ότι υπάρχουν πλέον λιγότεροι εύκολοι στόχοι για την Ουάσινγκτον.

Η πραγματική καινοτομία του σχεδίου Τραμπ δεν είναι επομένως να επιβάλει απλώς περισσότερες κυρώσεις στο Ιράν.

Είναι να κάνει ακριβότερη τη συνεργασία με το Ιράν για όλους τους υπόλοιπους.

Η γεωοικονομική εξίσωση

Η σύγκρουση μπορεί πλέον να συμπυκνωθεί σε μερικούς αριθμούς και μεταβλητές:

  • ~50 χρόνια: εμπειρίας του Ιράν υπό δυτικές κυρώσεις.
  • >80%: το μερίδιο της Κίνας στις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου.
  • ~1,4 εκατ. βαρέλια/ημέρα: οι σχετικές ροές προς την Κίνα.
  • >$94/βαρέλι: η αντίδραση του Brent στην τελευταία κλιμάκωση.
  • 60 ημέρες: το διπλωματικό παράθυρο που εξέπνευσε χωρίς συμφωνία.
  • Στόχος ΗΠΑ: αποκλεισμός πετρελαίου, χρηματοδότησης και δικτύων παράκαμψης.

Το παιχνίδι αντοχής μόλις αρχίζει

Ο Τραμπ ποντάρει ότι η οικονομία του Ιράν, ήδη καταπονημένη από μήνες πολέμου, καταστροφές υποδομών και περιορισμούς στις εξαγωγές, δεν διαθέτει πλέον τα περιθώρια που είχε στις προηγούμενες περιόδους “maximum pressure”.

Η Τεχεράνη ποντάρει στο αντίθετο: ότι μπορεί να αντέξει αρκετά ώστε οι υψηλές τιμές ενέργειας, η πίεση στην αμερικανική οικονομία και οι ενδιάμεσες εκλογές να αναγκάσουν τον Λευκό Οίκο να επιστρέψει στο τραπέζι με καλύτερους όρους.

Και αυτό μετατρέπει τη σύγκρουση σε κάτι μεγαλύτερο από έναν πόλεμο κυρώσεων.

Είναι ένας αγώνας για το ποιος θα σπάσει πρώτος.

Η Ουάσινγκτον προσπαθεί να στερήσει από την Τεχεράνη τα χρήματα που χρειάζεται για να συνεχίσει. Το Ιράν, από την άλλη, προσπαθεί να μεταφέρει αρκετό από το κόστος του πολέμου στις παγκόσμιες αγορές ώστε η ίδια η οικονομική πίεση να γίνει πολιτικά επώδυνη για τον Τραμπ.

Και ανάμεσα στους δύο βρίσκονται η Κίνα, τα Στενά του Ορμούζ και η παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο