Γεωπολιτική Οικονομία

Μπέσεντ ανοίγει διπλό μέτωπο: «Economic D-Day» στο Ιράν και $1 τρισ. για να συγκρατήσει τα ομόλογα

Μπέσεντ ανοίγει διπλό μέτωπο: «Economic D-Day» στο Ιράν και $1 τρισ. για να συγκρατήσει τα ομόλογα
Πετρέλαιο και Treasuries αντιδρούν πριν από τις νέες κυρώσεις – Η Ουάσιγκτον επιχειρεί ταυτόχρονα να στραγγαλίσει την Τεχεράνη και να κατεβάσει το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ

Ο Σκοτ Μπέσεντ βρίσκεται τη Δευτέρα στο κέντρο δύο διαφορετικών αλλά αλληλένδετων μαχών της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής.

Από τη μία, το υπουργείο Οικονομικών ετοιμάζεται να παρουσιάσει τη νέα δέσμη κυρώσεων κατά του Ιράν, την οποία ο ίδιος ο Μπέσεντ έχει περιγράψει ως τις «σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία». Από την άλλη, η ίδια η Ουάσιγκτον εξετάζει να χρησιμοποιήσει μέρος από τα περίπου 950 δισ. έως 1 τρισ. δολάρια που διατηρεί στον Treasury General Account στη Federal Reserve για να ενισχύσει τις επαναγορές αμερικανικών κρατικών ομολόγων.

Η εικόνα είναι εντυπωσιακή: οι ΗΠΑ επιχειρούν ταυτόχρονα να αυξήσουν το οικονομικό κόστος για την Τεχεράνη και να μειώσουν το χρηματοδοτικό κόστος για τον εαυτό τους.

Και οι αγορές έχουν ήδη αρχίσει να αντιδρούν.

Το πετρέλαιο υποχωρεί πριν από το «Economic D-Day»

Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν περισσότερο από 1% τη Δευτέρα, καθώς οι επενδυτές κατοχύρωσαν κέρδη και περίμεναν να δουν πόσο επιθετικές θα είναι οι νέες αμερικανικές κυρώσεις.

Στις πρωινές συναλλαγές του Λονδίνου, το Brent υποχωρούσε κατά 1,64% στα 92,84 δολάρια το βαρέλι, ενώ το WTI έχανε 2,34% στα 85,02 δολάρια.

Η πτώση δεν σημαίνει ότι οι traders θεωρούν το νέο πακέτο αδιάφορο.

Το αντίθετο.

Μετά από δύο συνεχόμενες εβδομάδες ανόδου άνω του 5%, μέρος της αγοράς προτίμησε να κλειδώσει κέρδη πριν από μια ανακοίνωση που μπορεί να αλλάξει και πάλι τις ισορροπίες στις ροές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή.

Ο Μπέσεντ έχει προαναγγείλει ένα οικονομικό «D-Day» απέναντι στο Ιράν, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ έχει απειλήσει με βαριές οικονομικές συνέπειες και τρίτες χώρες που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.

Το Ορμούζ παραμένει η μεγάλη μεταβλητή

Το πρόβλημα για τις αγορές είναι ότι οι κυρώσεις έρχονται ενώ οι ενεργειακές ροές από τον Περσικό Κόλπο παραμένουν ήδη σοβαρά διαταραγμένες.

Πριν από τον πόλεμο, περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου περνούσε από τα Στενά του Ορμούζ. Σήμερα η κίνηση βρίσκεται πολύ χαμηλότερα, καθώς οι διαπραγματεύσεις Ουάσιγκτον–Τεχεράνης έχουν βαλτώσει και η ναυσιπλοΐα παραμένει περιορισμένη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η αγορά, λιγότερα από 20 πλοία πέρασαν από το Στενό μέσα στο Σαββατοκύριακο.

Παράλληλα, ο διευθύνων σύμβουλος της TotalEnergies Patrick Pouyanné περιέγραψε μια ιδιότυπη παράλληλη αγορά: πλοία που κινούνται με απενεργοποιημένους transponders, τεράστιο ασφαλιστικό κόστος και παραγωγούς μέσα στον Κόλπο που δίνουν πολύ χαμηλότερες τιμές για να μετακινήσουν το αργό τους.

Αυτό σημαίνει ότι το Brent γύρω στα 93 δολάρια δεν αποτυπώνει μόνο τον φόβο μιας έλλειψης. Αποτυπώνει και μια τεράστια στρέβλωση στη γεωγραφία και στο κόστος μεταφοράς του πετρελαίου.

Super-tanker: έως $20 εκατ. μόνο για μεταφορά και ασφάλιση

Η εικόνα που έδωσε ο Pouyanné στο συνέδριο ONS στη Νορβηγία είναι αποκαλυπτική.

Σύμφωνα με όσα μετέδωσε το Bloomberg, τα ναύλα και η ασφάλιση για ένα round trip ενός supertanker μέσω του Ορμούζ έχουν εκτιναχθεί περίπου στα 20 εκατ. δολάρια.

Την ίδια στιγμή, η TotalEnergies μπορεί να αγοράζει πετρέλαιο μέσα στον Κόλπο περίπου στα 50-60 δολάρια το βαρέλι, επειδή οι παραγωγοί δυσκολεύονται να το εξαγάγουν.

Αυτό δημιουργεί ένα ασυνήθιστο ενεργειακό παράδοξο:

ακριβό πετρέλαιο στην παγκόσμια αγορά, αλλά πολύ φθηνότερο αργό παγιδευμένο μέσα στον Κόλπο.

Για το Ιράκ και το Κατάρ, που εξαρτώνται ιδιαίτερα από το Ορμούζ, το πρόβλημα είναι πλέον στρατηγικό και όχι απλώς εμπορικό.

Η αγορά πετρελαίου με μια ματιά

  • Brent: περίπου $92,8-$93 το βαρέλι
  • WTI: περίπου $85 το βαρέλι
  • Πτώση Δευτέρας: έως 2%+
  • Άνοδος προηγούμενων 2 εβδομάδων: πάνω από 5%
  • Προπολεμική τιμή Brent: περίπου $70
  • Κορυφή Μαΐου: σχεδόν $115
  • Ορμούζ: περίπου 20% των παγκόσμιων ροών προπολεμικά
  • Super-tanker: έως ~$20 εκατ. για ναύλα και ασφάλιση round trip

Και την ίδια ώρα, ο Μπέσεντ παλεύει με το αμερικανικό χρέος

Το δεύτερο μέτωπο του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον Περσικό Κόλπο — αλλά συνδέεται άμεσα με τον ίδιο πόλεμο.

Το Treasury εξετάζει τη χρήση μέρους του Treasury General Account, του βασικού λογαριασμού μετρητών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στη Fed, για τη χρηματοδότηση μεγαλύτερων επαναγορών κρατικών ομολόγων. Το διαθέσιμο υπόλοιπο βρίσκεται κοντά στα 950 δισ. δολάρια, σύμφωνα με δύο ανώτερους αξιωματούχους που επικαλείται το CNBC.

Δεν έχει αποφασιστεί πόσο ακριβώς από το ποσό αυτό θα χρησιμοποιηθεί.

Αλλά και μόνο η δυνατότητα αξιοποίησής του έχει σημασία, επειδή αλλάζει την αντίληψη της αγοράς για το μέγεθος των πιθανών παρεμβάσεων.

Την προηγούμενη εβδομάδα το Treasury ανακοίνωσε ότι τουλάχιστον διπλασιάζει τις επαναγορές παλαιότερων, λιγότερο ρευστών μακροπρόθεσμων τίτλων, από 2 δισ. σε τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια ανά πράξη. Ο Μπέσεντ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο οι αγορές να είναι ακόμη μεγαλύτερες.

Γιατί οι επαναγορές ομολόγων έχουν ξαφνικά σημασία

Η αμερικανική αγορά Treasuries αντιμετωπίζει εδώ και εβδομάδες έντονη πίεση.

Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, ενώ οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων παραμένουν σε επίπεδα που αυξάνουν δραματικά το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

Η απόδοση του 10ετούς είχε επιστρέψει κοντά στο 4,69%, ενώ το 30ετές είχε κινηθεί πάνω από το 5%, σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από την περίοδο πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση.

Οι επαναγορές έχουν διπλό στόχο:

να βελτιώσουν τη ρευστότητα σε παλιότερες εκδόσεις και να περιορίσουν την πίεση στις μακροπρόθεσμες αποδόσεις.

Η πιθανή χρήση του TGA προσθέτει όμως μια ακόμη διάσταση.

Αντί το Treasury να χρηματοδοτεί τις αγορές αποκλειστικά εκδίδοντας νέα βραχυπρόθεσμα έντοκα γραμμάτια, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει υπάρχοντα μετρητά. Αυτό θα μπορούσε προσωρινά να προσθέσει ρευστότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και να ενισχύσει την προσπάθεια αποκλιμάκωσης των yields.

Η αντίφαση του Μπέσεντ

Και εδώ ακριβώς ενώνονται τα δύο stories.

Ο Μπέσεντ επιχειρεί σήμερα:

στο Ιράν: να στερήσει ρευστότητα, έσοδα από πετρέλαιο και πρόσβαση στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

στις ΗΠΑ: να ενισχύσει τη ρευστότητα στην αγορά ομολόγων και να μειώσει το κόστος δανεισμού του αμερικανικού Δημοσίου.

Το πρόβλημα είναι ότι το πρώτο μπορεί να δυσκολεύει το δεύτερο.

Εάν οι κυρώσεις στο Ιράν περιορίσουν περισσότερο την προσφορά πετρελαίου ή προκαλέσουν νέα κλιμάκωση στο Ορμούζ, οι τιμές της ενέργειας μπορούν να αυξηθούν ξανά.

Υψηλότερο πετρέλαιο σημαίνει μεγαλύτερη πληθωριστική πίεση.

Και μεγαλύτερος πληθωρισμός σημαίνει ότι οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αγοράσουν αμερικανικά ομόλογα.

Δηλαδή η οικονομική επίθεση στο Ιράν μπορεί να αυξήσει ακριβώς τις αποδόσεις που ο Μπέσεντ προσπαθεί να πιέσει προς τα κάτω.

$40 τρισ. χρέος απέναντι σε πετρέλαιο $90+

Αυτή είναι πλέον η πραγματική γεωοικονομική εξίσωση της κυβέρνησης Τραμπ.

Η Ουάσιγκτον έχει τεράστια χρηματοπιστωτική ισχύ και μπορεί να επιβάλει μεγάλο κόστος σε όσους συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.

Όμως η αμερικανική οικονομία έχει τη δική της ευπάθεια: ένα γιγαντιαίο δημόσιο χρέος που γίνεται ολοένα ακριβότερο όσο αυξάνονται τα επιτόκια.

Το Treasury σχεδιάζει να εκδώσει περίπου 550 δισ. δολάρια σε ομόλογα μόνο στο τρέχον τρίμηνο, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει εξαιρετικά υψηλό.

Έτσι ακόμη και μικρές μεταβολές στις μακροπρόθεσμες αποδόσεις μεταφράζονται σε τεράστιες επιβαρύνσεις για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.

Οι αγορές αρχικά χειροκρότησαν – μετά έγιναν δύσπιστες

Η πληροφορία ότι ο λογαριασμός του Treasury στη Fed θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για επαναγορές έστειλε αρχικά χαμηλότερα τις αποδόσεις 10ετών και 30ετών αμερικανικών ομολόγων.

Ωστόσο η αντίδραση της αγοράς παραμένει επιφυλακτική.

Τα yields είχαν ήδη επανέλθει ανοδικά μετά την προηγούμενη ανακοίνωση για αύξηση των buybacks, με επενδυτές να εκτιμούν ότι οι τεχνικές παρεμβάσεις δεν μπορούν από μόνες τους να επιλύσουν το βασικό πρόβλημα: το μέγεθος του χρέους και των ελλειμμάτων των ΗΠΑ.

Το μήνυμα των bond traders είναι ουσιαστικά ότι οι επαναγορές μπορούν να βελτιώσουν τη λειτουργία της αγοράς, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη δημοσιονομική εξυγίανση.

Το πιο δύσκολο στοίχημα του Τραμπ

Η κυβέρνηση Τραμπ καλείται συνεπώς να πετύχει τρία πράγματα ταυτόχρονα:

  • να στραγγαλίσει οικονομικά το Ιράν,
  • να αποφύγει ένα νέο ενεργειακό σοκ,
  • και να κρατήσει υπό έλεγχο το κόστος χρηματοδότησης ενός χρέους άνω των $40 τρισ.

Καθένα από αυτά είναι δύσκολο από μόνο του.

Το να επιτευχθούν και τα τρία ταυτόχρονα είναι ακόμη δυσκολότερο.

Αν οι νέες κυρώσεις πετύχουν χωρίς να προκαλέσουν νέα στρατιωτική κλιμάκωση, η Ουάσιγκτον μπορεί να αποκτήσει ισχυρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα έναντι της Τεχεράνης.

Αν όμως το Ιράν απαντήσει μέσω του Ορμούζ και το πετρέλαιο επιστρέψει προς τα υψηλά των 110-115 δολαρίων, η πίεση μπορεί να περάσει γρήγορα από την Τεχεράνη στον αμερικανικό πληθωρισμό, στη Fed και τελικά στην ίδια την αγορά Treasuries.

Και τότε ο λογαριασμός του 1 τρισ. δολαρίων στη Fed αποκτά εντελώς διαφορετική σημασία.

Δεν είναι απλώς ένα τεχνικό εργαλείο διαχείρισης χρέους.

Είναι μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης προσπάθειας της Ουάσιγκτον να διεξάγει οικονομικό πόλεμο στο εξωτερικό χωρίς να χάσει τον έλεγχο των αγορών στο εσωτερικό.

Πηγές: Reuters, CNBC, AP

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο