Μητσοτάκης: Πρόωρη αποπληρωμή €13 δισ. – Ανδρουλάκης: «Η κοινωνία βουλιάζει στα χρέη»

Μητσοτάκης: Πρόωρη αποπληρωμή €13 δισ. – Ανδρουλάκης: «Η κοινωνία βουλιάζει στα χρέη»

Κρατικά υπερπλεονάσματα, πολίτες στα χρέη: Η «άλλη όψη» πίσω από το success story της ΝΔ

«Τα €13 δισ. του κράτους και τα €114 δισ. των πολιτών: Ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;»  – Η κυβέρνηση προχωρά σε πρόωρη αποπληρωμή σχεδόν 13 δισ. ευρώ και προβάλλει την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους – Η αντιπολίτευση απαντά με ιδιωτικό χρέος, φόρους και ακρίβεια, ενώ οι αριθμοί του ΟΔΔΗΧ αποκαλύπτουν μια πιο σύνθετη εικόνα

Μια από τις πιο ουσιαστικές οικονομικές και πολιτικές συγκρούσεις της περιόδου βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη.

Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση παρουσιάζει την πρόωρη αποπληρωμή σχεδόν 13 δισ. ευρώ δημόσιου χρέους ως απόδειξη ότι η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της την εποχή της δημοσιονομικής ανασφάλειας.

Από την άλλη, η αντιπολίτευση θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: μπορεί το κράτος να εμφανίζει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και να αποπληρώνει ταχύτερα το δικό του χρέος, όταν εκατομμύρια πολίτες εξακολουθούν να έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές και να πιέζονται από φόρους και ακρίβεια;

Πίσω από αυτή τη σύγκρουση υπάρχει όμως και μια τρίτη διάσταση.

Οι ίδιοι οι αριθμοί του δημόσιου χρέους δεν λένε ακριβώς την ίδια ιστορία, ανάλογα με το ποιο μέγεθος εξετάζει κανείς.

Τα €402,6 δισ. και η πρώτη μεγάλη διαφορά με το 2019

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης διαμορφώθηκε στα 402,64 δισ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2026.

Στο τέλος του 2025 ανερχόταν στα 406,184 δισ. ευρώ.

Το αντίστοιχο μέγεθος στο τέλος του 2019 βρισκόταν περίπου στα 356 δισ. ευρώ.

Με άλλα λόγια, εάν συγκριθεί το ίδιο μέγεθος –χρέος Κεντρικής Διοίκησης με χρέος Κεντρικής Διοίκησης– η αύξηση από το τέλος του 2019 έως τα μέσα του 2026 προσεγγίζει τα 46,6 δισ. ευρώ.

Αυτό είναι ένα στοιχείο που περιπλέκει την απλουστευτική πολιτική συζήτηση περί «μείωσης του χρέους».

Δεν σημαίνει όμως ότι η κυβερνητική θέση περί αποκλιμάκωσης είναι ψευδής.

Σημαίνει ότι χρειάζεται να διευκρινιστεί ποιο χρέος μετράμε και, κυρίως, με ποιον τρόπο.

Πώς γίνεται να αυξάνονται τα ευρώ αλλά να πέφτει το χρέος;

Εδώ βρίσκεται το κλειδί.

Το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης δεν είναι το ίδιο μέγεθος με το ενοποιημένο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, το οποίο χρησιμοποιείται για την ευρωπαϊκή δημοσιονομική εποπτεία.

Ο ΟΔΔΗΧ εξηγεί ότι η απόκλιση προκύπτει μεταξύ άλλων από ενδοκυβερνητικές τοποθετήσεις και τις προσαρμογές που προβλέπει το ευρωπαϊκό λογιστικό σύστημα ESA.

Στις 30 Ιουνίου 2026 το χρέος Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται στα 357,576 δισ. ευρώ, έναντι 362,925 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025.

Εδώ, επομένως, υπάρχει σαφής αποκλιμάκωση μέσα στο 2026.

Αλλά και αυτό το χρέος σε απόλυτους αριθμούς παραμένει υψηλότερο από τα περίπου 339 δισ. ευρώ του 2019.

Το μεγάλο όπλο της κυβέρνησης: Χρέος προς ΑΕΠ

Το ισχυρότερο επιχείρημα της ΝΔ βρίσκεται αλλού: στον λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ.

Και σε αυτό το πεδίο η αποκλιμάκωση είναι πραγματική και μεγάλη.

Η ελληνική οικονομία έχει αυξηθεί σημαντικά σε ονομαστικούς όρους, ενώ η ανάπτυξη, ο πληθωρισμός και η παραγωγή υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων έχουν οδηγήσει σε ταχεία μείωση του βάρους του χρέους σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας.

Αυτό έχει σημασία για τις αγορές, τους οίκους αξιολόγησης και το κόστος με το οποίο δανείζεται η χώρα.

Είναι επίσης ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα μπορεί πλέον να προχωρά σε πρόωρες αποπληρωμές δανείων που προέρχονται από την περίοδο των μνημονίων.

Τα €12,84 δισ. που άναψαν την πολιτική φωτιά

Η νέα σύγκρουση πυροδοτήθηκε από την απόφαση για πρόωρη αποπληρωμή χρέους ύψους 12,84 δισ. ευρώ.

Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης υποστηρίζει ότι η στρατηγική αυτή παράγει συγκεκριμένο οικονομικό όφελος για τη χώρα.

«Για κάθε €1 δισ. κερδίζουμε περίπου €30 εκατ. σε τόκους το χρόνο», έχει επισημάνει.

Με βάση τους κυβερνητικούς υπολογισμούς, η πρόωρη αποπληρωμή των περίπου 12,8 δισ. ευρώ οδηγεί σε εξοικονόμηση περίπου 370 εκατ. ευρώ ετησίως και περίπου 2,6 δισ. ευρώ σε βάθος επταετίας.

Η θέση της κυβέρνησης είναι ξεκάθαρη: λιγότερο χρέος σημαίνει μικρότερες μελλοντικές δαπάνες για τόκους, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε μια νέα διεθνή κρίση και περισσότερο δημοσιονομικό χώρο στο μέλλον.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης έχει συνοψίσει αυτή τη λογική ως εξής:

«Η κυβέρνηση ακολουθεί την αντίθετη πορεία. Μειώνει ταχύτερα το δημόσιο χρέος, περιορίζει τις δαπάνες για τόκους, ενισχύει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις και δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο προς όφελος της κοινωνίας».

Ανδρουλάκης: «Η ελληνική κοινωνία βουλιάζει στα χρέη»

Απέναντι στο κυβερνητικό αφήγημα, ο Νίκος Ανδρουλάκης επιλέγει να μεταφέρει τη συζήτηση από το δημόσιο στο ιδιωτικό χρέος.

Στις 27 Αυγούστου, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υποστήριξε ότι πίσω από την εικόνα των υψηλών δημοσιονομικών επιδόσεων υπάρχει μια διαφορετική πραγματικότητα για μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

«Η ελληνική κοινωνία βουλιάζει στα χρέη και τις ανεξόφλητες υποχρεώσεις», ανέφερε.

Η παρέμβασή του στηρίχθηκε σε στοιχεία για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εφορία, τις οποίες το ΠΑΣΟΚ τοποθετεί πλέον στα 114 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, πάνω από 3,5 εκατομμύρια φορολογούμενοι έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, ενώ περίπου 1,6 εκατομμύρια βρίσκονται αντιμέτωποι με αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το νέο πολιτικό δίλημμα:

Κρατικά υπερπλεονάσματα από τη μία – ιδιωτικό χρέος πολιτών από την άλλη.

ΠΑΣΟΚ: Ναι στη μείωση του χρέους, αλλά με ποιο κόστος;

Η θέση του ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει ενδιαφέρον επειδή δεν απορρίπτει επί της αρχής την πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους.

Αμφισβητεί όμως τη δημοσιονομική διαδρομή μέσω της οποίας δημιουργούνται τα υψηλά πλεονάσματα.

Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει προειδοποιήσει ότι επίμονα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα «θα καταλήξουν μεσοπρόθεσμα να λειτουργήσουν ανασταλτικά στην αναπτυξιακή δυναμική της χώρας και στην ευημερία των Ελλήνων φορολογουμένων».

Επομένως, η διαφωνία δεν αφορά μόνο το αν πρέπει να μειωθεί το δημόσιο χρέος.

Αφορά το πόσο γρήγορα πρέπει να μειώνεται και ποιο μέρος της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης πρέπει να επιστρέφει στην οικονομία και στην κοινωνία.

Τσουκαλάς: Από πού προέρχεται το πλεόνασμα;

Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ Κώστας Τσουκαλάς προχωρά ένα βήμα παραπέρα, στρέφοντας το ενδιαφέρον στην προέλευση των πρόσθετων κρατικών εσόδων.

Σε συνέντευξή του στο ΕΡΤnews στις 26 Αυγούστου ανέφερε:

«Στην ανακοίνωση για το πλεόνασμα ύψους 1,3 δισ. του πρώτου εξαμήνου, προκύπτει ότι τα 990 εκατομμύρια είναι από φόρο εισοδήματος και ΦΠΑ».

Η πολιτική θέση του ΠΑΣΟΚ είναι ότι ένα μέρος της υπεραπόδοσης των έμμεσων φόρων συνδέεται με την ακρίβεια: όσο υψηλότερη είναι η τελική τιμή ενός προϊόντος τόσο, υπό τις ίδιες συνθήκες, αυξάνεται και το ποσό του ΦΠΑ που εισπράττει το Δημόσιο.

Ο Τσουκαλάς αμφισβητεί επίσης το κυβερνητικό αφήγημα περί συνολικής μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης, επικαλούμενος μεταξύ άλλων την τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών.

Έτσι, η αντιπολίτευση επιχειρεί να αλλάξει εντελώς το ερώτημα:

Όχι «πόσο μεγάλο είναι το πλεόνασμα;», αλλά «από πού προήλθαν τα χρήματα που δημιούργησαν το πλεόνασμα;».

Τσίπρας: Μείωση φόρων στη μισθωτή εργασία, βάρος στον μεγάλο πλούτο

Στην ίδια συζήτηση επιχειρεί να μπει πλέον και ο Αλέξης Τσίπρας, αν και χρειάζεται μια σημαντική διάκριση: δεν έχει καταγραφεί αντίστοιχη πρόσφατη προσωπική παρέμβασή του ειδικά για την πρόωρη αποπληρωμή των 12,84 δισ. ευρώ.

Η οικονομική ατζέντα που παρουσιάζει το τελευταίο διάστημα κινείται όμως σε διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη της κυβέρνησης.

Ο Τσίπρας προτείνει μείωση της φορολογίας στη μισθωτή εργασία, ελάφρυνση της μεσαίας τάξης και μεγαλύτερη συμμετοχή του μεγάλου πλούτου στα φορολογικά βάρη, ενώ έχει δεσμευθεί ότι δεν θα υπάρξει αύξηση της φορολογίας στην επιχειρηματικότητα και στη μεσαία τάξη.

Παράλληλα, στις επαφές του με εκπροσώπους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχουν βρεθεί στο επίκεντρο το ιδιωτικό χρέος, οι έμμεσοι φόροι και το τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης.

Η ΕΛ.Α.Σ. από την πλευρά της αναγνωρίζει ότι η μείωση του δημόσιου χρέους αποτελεί εθνική υποχρέωση, επιχειρώντας όμως να αποσυνδέσει την ανάγκη δημοσιονομικής σταθερότητας από το κυβερνητικό πολιτικό αφήγημα γύρω από αυτήν.

Η απάντηση Πιερρακάκη: Τα €13 δισ. δεν μπορούν να γίνουν παροχές

Υπάρχει όμως μια κρίσιμη κυβερνητική απάντηση στην κριτική ότι τα χρήματα της πρόωρης αποπληρωμής θα μπορούσαν απλώς να δοθούν στην κοινωνία.

Ο υπουργός Οικονομικών έχει υποστηρίξει ότι το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο δεν επιτρέπει μια τέτοια απευθείας μεταφορά.

«Οι πόροι που κατευθύνονται στη μείωση και την αποπληρωμή του χρέους δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε άλλες δαπάνες, σε άλλες κοινωνικές παροχές, σε δημόσια δαπάνη», έχει επισημάνει.

Αυτό είναι σημαντικό, καθώς περιορίζει την πολιτική συζήτηση.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι τόσο απλό όσο «13 δισ. στους δανειστές ή 13 δισ. στους πολίτες».

Το ερώτημα αφορά περισσότερο τη συνολική δημοσιονομική πολιτική που δημιουργεί τα πλεονάσματα και το περιθώριο που υπάρχει για φορολογικές ελαφρύνσεις και κοινωνικές παρεμβάσεις.

Και υπάρχει ένα «μαξιλάρι» €31,1 δισ.

Στην πλήρη εικόνα πρέπει να προστεθούν και τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας.

Στις 30 Ιουνίου 2026, τα συνολικά ταμειακά διαθέσιμα της Γενικής Κυβέρνησης ανέρχονταν σε 31,11 δισ. ευρώ.

Αφαιρώντας τα από το ακαθάριστο χρέος, ο ΟΔΔΗΧ υπολογίζει το καθαρό χρέος στα 326,466 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για ακόμη ένα στοιχείο που δείχνει γιατί ένας μόνο αριθμός δεν αρκεί για να περιγράψει την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών.

Η μεγάλη πολιτική μάχη: Ευημερούν οι αριθμοί περισσότερο από τους πολίτες;

Κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία της σύγκρουσης.

Η κυβέρνηση έχει πραγματικά επιχειρήματα: το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει αποκλιμακωθεί εντυπωσιακά, η χώρα αποπληρώνει νωρίτερα παλαιότερα δάνεια, περιορίζει μελλοντικούς τόκους και έχει ανακτήσει μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας που έχασε στη διάρκεια της κρίσης.

Η αντιπολίτευση, όμως, αντιπαραθέτει μια διαφορετική πραγματικότητα: υψηλό ιδιωτικό χρέος, εκατομμύρια οφειλέτες, ακρίβεια και μεγάλη συμμετοχή φόρων και ΦΠΑ στα δημόσια έσοδα.

Και υπάρχει ακόμη ένας αριθμός που δεν πρέπει να εξαφανίζεται από τη συζήτηση.

Το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης βρίσκεται περίπου 46,6 δισ. ευρώ υψηλότερα από το 2019, παρά τη θεαματική αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Επομένως, ούτε το κυβερνητικό success story ούτε η αντιπολιτευτική κριτική μπορούν να αποτυπωθούν δίκαια με έναν μόνο δείκτη.

Το μεγάλο πολιτικό ερώτημα ενόψει και της ΔΕΘ είναι πλέον διαφορετικό:

Μπορεί η Ελλάδα να συνεχίσει να μειώνει γρήγορα το δημόσιο χρέος και ταυτόχρονα να μειώσει το ιδιωτικό χρέος, τη φορολογική πίεση και το κόστος ζωής;

Γιατί η επόμενη φάση της οικονομικής συζήτησης δεν θα κριθεί μόνο στο πόσα δισεκατομμύρια χρωστά το κράτος.

Θα κριθεί και στο πόσα χρωστούν οι πολίτες.

Πηγή: pagenews.gr

Μάτα Χάρι
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Μάτα Χάρι Δημοσιογράφος Πολιτικού & Παραπολιτικού Ρεπορτάζ
Δημοσιογράφος με εμπειρία στο πολιτικό και παραπολιτικό ρεπορτάζ, με έμφαση στις εξελίξεις, το πολιτικό παρασκήνιο και τα κέντρα αποφάσεων. Απόφοιτος Δημοσιογραφίας, με εξειδίκευση στην πολιτική επικοινωνία και τα ψηφιακά ΜΜΕ.