Η νέα πολιτική σεζόν ανοίγει με μια παράδοξη μάχη.
Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης δηλώνουν ότι ο βασικός τους αντίπαλος είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Στην πράξη, όμως, πριν μπορέσουν να αμφισβητήσουν τη Νέα Δημοκρατία πρέπει να απαντήσουν σε ένα πολύ πιο άμεσο ερώτημα:
ποιος από τους δύο μπορεί να καταλάβει τον χώρο της βασικής κυβερνητικής εναλλακτικής;
Η πολιτική σύγκρουση του φθινοπώρου επομένως δεν θα έχει μόνο τον παραδοσιακό άξονα κυβέρνηση–αντιπολίτευση.
Θα έχει και έναν δεύτερο, εξίσου κρίσιμο:
Τσίπρας εναντίον Ανδρουλάκη.
Η επιτυχία του ενός μπορεί να περιορίσει δραστικά τον πολιτικό χώρο του άλλου.
Ο Σεπτέμβριος γίνεται το πρώτο crash test
Οι δύο στρατηγικές θα αρχίσουν να ξεδιπλώνονται σχεδόν ταυτόχρονα.
Ο Αλέξης Τσίπρας θα επιχειρήσει από τη Θεσσαλονίκη να παρουσιάσει το νέο πολιτικό και οικονομικό πρόσωπο της ΕΛΑΣ.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης θα χρησιμοποιήσει την επέτειο της 3ης Σεπτέμβρη στο Ηράκλειο ως αφετηρία μιας ευρύτερης πολιτικής επανεκκίνησης του ΠΑΣΟΚ, πριν μεταφέρει και αυτός τη μάχη στη Θεσσαλονίκη.
Η γεωγραφία είναι διαφορετική.
Το πολιτικό κοινό που διεκδικούν, όμως, επικαλύπτεται σε σημαντικό βαθμό.
Κεντροαριστεροί.
Μετριοπαθείς ψηφοφόροι.
Μισθωτοί και μεσαία τάξη που πιέζονται από το κόστος ζωής.
Νεότερες ηλικίες.
Και κυρίως πολίτες που θέλουν αλλαγή κυβέρνησης, αλλά ακόμη δεν έχουν πειστεί ποιος μπορεί να την πραγματοποιήσει.
Ο Τσίπρας θέλει να ξορκίσει το «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης»
Για τον Αλέξη Τσίπρα το δυσκολότερο πρόβλημα είναι η κυβερνητική αξιοπιστία.
Η νέα προσπάθεια δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην πολιτική μνήμη της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ.
Πρέπει να αποδείξει ότι έχει διαφορετικό σχέδιο, διαφορετική οικονομική γλώσσα και κυρίως ότι δεν επιστρέφει στις υποσχέσεις του 2014.
Γι’ αυτό το νέο πρόγραμμα της ΕΛΑΣ επιχειρεί να τοποθετήσει στο κέντρο τη δημοσιονομική αξιοπιστία.
Πηγές της Αμαλίας περιγράφουν το σχέδιο που θα παρουσιαστεί στη ΔΕΘ ως ένα «ολιστικό σχέδιο σύγκλισης με την Ευρώπη», το οποίο θα επιδιώκει ανάπτυξη όχι μόνο των οικονομικών μεγεθών αλλά και της «μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας».
Το πολιτικό τρίπτυχο που διαμορφώνεται είναι:
«Έντιμη διακυβέρνηση – Δίκαιη ανάπτυξη – Παραγωγική ανασυγκρότηση».
Πίσω από αυτό βρίσκονται τρεις βασικοί άξονες: νέα εξωστρεφής παραγωγική βάση, διαφορετική φορολογική πολιτική και μείωση του κόστους ζωής μέσω ισχυρότερων δημόσιων αγαθών.
Η μεγάλη αλλαγή Τσίπρα: «Δεν υπόσχομαι χωρίς λεφτά»
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο πολιτικά ενδιαφέρον στοιχείο.
Ο πρώην πρωθυπουργός αναμένεται να υπογραμμίσει ότι δεν θα εξαγγείλει μέτρο χωρίς μόνιμη χρηματοδότηση και ότι μόνιμες δαπάνες δεν μπορούν να στηρίζονται σε έκτακτα έσοδα. Παράλληλα θα δεσμευθεί στην τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων.
Η κεντρική φιλοσοφία συμπυκνώνεται στη φράση:
«Παράγουμε περισσότερο, μοιράζουμε δικαιότερα, ζούμε καλύτερα».
Δεν πρόκειται απλώς για οικονομική θέση.
Πρόκειται για προσπάθεια πολιτικής αποσύνδεσης από το «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης».
Ο Τσίπρας γνωρίζει ότι οποιαδήποτε επιστροφή του θα κριθεί πρώτα στο ερώτημα αν μπορεί να πείσει κεντρώους και μετριοπαθείς ψηφοφόρους ότι το νέο εγχείρημα δεν αποτελεί επανάληψη του 2015.
Το δεύτερο στοίχημα Τσίπρα: Η νέα γενιά
Η ΕΛΑΣ αντιμετωπίζει ακόμη ένα πρόβλημα: την περιορισμένη διείσδυσή της στις νεότερες ηλικίες.
Γι’ αυτό η νέα ατζέντα αναμένεται να δώσει βάρος στη δημόσια παιδεία, στο ΕΣΥ, στην προστασία της οικογένειας, στις μικρές επιχειρήσεις και στη φορολογική δικαιοσύνη.
Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί μια πολιτική γέφυρα ανάμεσα στους παλαιότερους ψηφοφόρους που γνωρίζουν τον Τσίπρα από την περίοδο ΣΥΡΙΖΑ και σε μια νέα γενιά που δεν έχει την ίδια συναισθηματική ή πολιτική σχέση μαζί του.
Και αυτό είναι πολύ δυσκολότερο από μια απλή επιστροφή πρώην ψηφοφόρων.
Ανδρουλάκης: «Γιατί τώρα ΠΑΣΟΚ;»
Ο Νίκος Ανδρουλάκης αντιμετωπίζει διαφορετικό πρόβλημα.
Δεν χρειάζεται να αποτινάξει το βάρος μιας πρόσφατης πρωθυπουργικής θητείας.
Χρειάζεται να αποδείξει ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί πράγματι να κυβερνήσει.
Η 52η επέτειος της ίδρυσης του κόμματος στο Ηράκλειο θα χρησιμοποιηθεί ως αφετηρία μιας προσπάθειας «ολικής επανεκκίνησης».
Το βασικό ερώτημα που θέλει να απαντήσει η Χαριλάου Τρικούπη είναι:
«Γιατί τώρα ΠΑΣΟΚ;»
Ο Ανδρουλάκης θα επιχειρήσει να παρουσιάσει το κόμμα του ως δύναμη κοινωνικής δικαιοσύνης, θεσμικής σταθερότητας και σύγκρουσης με οργανωμένα συμφέροντα.
Και σύμφωνα με τον σχεδιασμό του ΠΑΣΟΚ, αναμένεται να τονίσει:
«Μοναδική εξάρτηση του ΠΑΣΟΚ αποτελεί το συμβόλαιο τιμής που συνάπτει απευθείας με τον ελληνικό λαό ενόψει των επόμενων εθνικών εκλογών».
Οι «μη προνομιούχοι» επιστρέφουν
Η επιλογή του Ηρακλείου έχει και συμβολισμό.
Ο Ανδρουλάκης επιχειρεί να επανασυνδέσει το σημερινό ΠΑΣΟΚ με το ιστορικό κοινωνικό του αφήγημα, αλλά με σύγχρονη στόχευση.
Στο επίκεντρο αναμένεται να βρεθεί η έννοια των νέων «μη προνομιούχων»: πολίτες που μπορεί να εργάζονται και να έχουν εισόδημα, αλλά αισθάνονται ότι η ακρίβεια, η στέγαση και η οικονομική πίεση περιορίζουν συνεχώς το πραγματικό βιοτικό τους επίπεδο.
Εδώ το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να χτυπήσει ταυτόχρονα δύο αντιπάλους.
Τη ΝΔ, κατηγορώντας την ότι δεν αντιμετωπίζει τις ανισότητες.
Και τον Τσίπρα, υποστηρίζοντας εμμέσως ότι το ΠΑΣΟΚ διαθέτει ήδη επεξεργασμένο πρόγραμμα και δεν χρειάζεται να αποδείξει εκ νέου την κυβερνητική του ωριμότητα.
Ανδρουλάκης: Μονομέτωπος με Μητσοτάκη – αλλά με τον Τσίπρα δίπλα του
Επισήμως η στρατηγική Ανδρουλάκη θα παραμείνει μονομέτωπη απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αναμένεται να προειδοποιήσει ότι μία τρίτη κυβερνητική θητεία της ΝΔ «θα σημάνει άλλα τέσσερα χρόνια καθήλωσης και χαμένων ευκαιριών για τη χώρα».
Όμως η πολιτική αριθμητική είναι αμείλικτη.
Όσο περισσότερο ενισχύεται ένα νέο εγχείρημα Τσίπρα στον χώρο της Κεντροαριστεράς, τόσο δυσκολότερο γίνεται για το ΠΑΣΟΚ να εμφανιστεί ως ο αδιαμφισβήτητος δεύτερος πόλος.
Και αντίστροφα.
Εάν το ΠΑΣΟΚ καταφέρει να παγιώσει την εικόνα της θεσμικής και προγραμματικά έτοιμης αξιωματικής αντιπολίτευσης, τότε περιορίζει τον διαθέσιμο χώρο για την πολιτική επιστροφή Τσίπρα.
Γι’ αυτό η πραγματική σύγκρουση μπορεί να διεξάγεται χωρίς οι δύο πλευρές να κατονομάζουν καθημερινά η μία την άλλη.
Και ο Μητσοτάκης παρακολουθεί τη μάχη των δύο
Υπάρχει όμως ένας τρίτος παίκτης που μπορεί να ωφεληθεί από αυτή τη σύγκρουση.
Το Μέγαρο Μαξίμου.
Για τη ΝΔ, η ύπαρξη δύο ανταγωνιστικών κέντρων στον χώρο απέναντί της δημιουργεί μια διαφορετική εκλογική εξίσωση από εκείνη ενός ενιαίου ισχυρού αντιπάλου.
Και επιτρέπει στον Κυριάκο Μητσοτάκη να θέσει το δικό του ερώτημα:
ποιος μπορεί πράγματι να κυβερνήσει την επόμενη ημέρα;
Εδώ βρίσκεται και η παγίδα για Τσίπρα και Ανδρουλάκη.
Όσο περισσότερο ανταγωνίζονται για την πρωτοκαθεδρία στην αντιπολίτευση, τόσο περισσότερο η κυβέρνηση μπορεί να αντιπαραβάλλει τη δική της κυβερνητική συνέχεια απέναντι σε έναν κατακερματισμένο αντίπαλο χώρο.
Η μάχη θα κριθεί στο Κέντρο
Ο Τσίπρας επιχειρεί να μετακινηθεί προς μια περισσότερο μετριοπαθή, ευρωπαϊκή και δημοσιονομικά αξιόπιστη εικόνα.
Ο Ανδρουλάκης επιχειρεί να αποδείξει ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να συνδυάσει κοινωνική πολιτική με κυβερνητική σοβαρότητα.
Αυτό σημαίνει ότι οι δύο στρατηγικές συγκλίνουν προς το ίδιο εκλογικό πεδίο.
Το Κέντρο.
Εκεί βρίσκονται οι ψηφοφόροι που μπορούν να μετακινηθούν.
Εκεί βρίσκεται ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών που δεν θέλει απαραίτητα τρίτη θητεία Μητσοτάκη, αλλά απαιτεί πειστική εναλλακτική.
Και εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη δεξαμενή που πρέπει να κατακτήσει όποιος θέλει να αμφισβητήσει πραγματικά τη ΝΔ.
Πριν κερδίσουν τον Μητσοτάκη πρέπει να κερδίσουν ο ένας τον άλλον
Αυτή είναι η πραγματική πολιτική εξίσωση του φθινοπώρου.
Ο Αλέξης Τσίπρας χρειάζεται να αποδείξει ότι η επιστροφή του δεν αποτελεί απλώς επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού, αλλά δημιουργία μιας νέας κυβερνητικής πρότασης.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης χρειάζεται να αποδείξει ότι η θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική διεκδίκηση εξουσίας.
Και οι δύο πρέπει να πείσουν ότι διαθέτουν πρόγραμμα.
Και οι δύο πρέπει να διευρυνθούν προς το Κέντρο.
Και οι δύο πρέπει να μιλήσουν στους οικονομικά πιεσμένους πολίτες.
Και οι δύο πρέπει να εμφανιστούν ως αξιόπιστοι ευρωπαϊκοί κυβερνητικοί παίκτες.
Αυτό σημαίνει ότι, πολιτικά, κυνηγούν σε μεγάλο βαθμό το ίδιο ακροατήριο.
Η πρώτη μεγάλη αναμέτρηση επομένως δεν είναι ακόμη Μητσοτάκης–Τσίπρας ή Μητσοτάκης–Ανδρουλάκης.
Είναι Τσίπρας–Ανδρουλάκης για το δικαίωμα να γίνει ένας από τους δύο ο πραγματικός αντίπαλος του Μητσοτάκη.
Και ο Σεπτέμβριος θα αποτελέσει το πρώτο μεγάλο τεστ.
Για τον Τσίπρα, το ερώτημα είναι αν μπορεί να πείσει ότι άλλαξε.
Για τον Ανδρουλάκη, αν μπορεί να πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει.
Για τον Μητσοτάκη, το ιδανικό πολιτικό σενάριο είναι πολύ απλούστερο:
να συνεχίσουν να διεκδικούν και οι δύο τον ίδιο χώρο χωρίς κανείς να καταφέρει να κυριαρχήσει σε αυτόν.
Πηγή: pagenews.gr
