Υπάρχουν στιγμές στην εξωτερική πολιτική όπου μία πολιτική δήλωση και μία αμυντική συμφωνία συμπίπτουν και αποκαλύπτουν κάτι πολύ μεγαλύτερο από την επικαιρότητα της ημέρας.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στις σχέσεις Ελλάδας–Ισραήλ.
Την ώρα που στο Ισραήλ προχωρούν οι συμφωνίες για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», το πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας που φιλοδοξεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα προστατεύει τον εθνικό της χώρο, ο Άδωνις Γεωργιάδης έδωσε από τον ΣΚΑΪ 100,3 και τον Άρη Πορτοσάλτε την πολιτική ερμηνεία της επιλογής.
«Η Ελλάδα δεν συμμαχεί με τον πρωθυπουργό Νετανιάχου. Η Ελλάδα συμμαχεί με το κράτος του Ισραήλ».
Και αμέσως μετά:
«Το ποιον πρωθυπουργό θα έχει το κράτος του Ισραήλ το αποφασίζουν οι Ισραηλινοί πολίτες και η δημοκρατία τους. Εμείς δεν επιλέγουμε πρωθυπουργό του Ισραήλ. Εμείς επιλέγουμε στρατηγικό σύμμαχο. Το Ισραήλ».
Αυτές οι δύο φράσεις συμπυκνώνουν μια ολόκληρη σχολή εξωτερικής πολιτικής: οι στρατηγικές σχέσεις ενός κράτους δεν οικοδομούνται πάνω στις κυβερνήσεις της στιγμής, αλλά πάνω σε συμφέροντα δεκαετιών.
Από τη διπλωματία στην «Ασπίδα»: Η σχέση αποκτά στρατιωτικό βάθος
Η σημερινή συγκυρία είναι ιδιαίτερα συμβολική.
Η Αθήνα περνά από τη διακήρυξη της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας–Ισραήλ σε ένα από τα μεγαλύτερα πρακτικά βήματα εμβάθυνσής της.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» προβλέπει μια νέα πολυεπίπεδη ελληνική αρχιτεκτονική αεράμυνας απέναντι σε αεροσκάφη, drones, πυραύλους cruise και βαλλιστικούς πυραύλους. Οι συμφωνίες γίνονται μεταξύ της ελληνικής ΓΔΑΕΕ και της ισραηλινής SIBAT, ενώ μετά την ενεργοποίησή τους προβλέπεται χρονικός ορίζοντας 35 μηνών για την ολοκλήρωση του προγράμματος.
Δεν πρόκειται επομένως απλώς για μια αγορά οπλικών συστημάτων.
Η Ελλάδα συνδέει ένα κρίσιμο τμήμα της μελλοντικής αμυντικής της αρχιτεκτονικής με την ισραηλινή τεχνογνωσία.
€3,1 δισ., ελληνική συμμετοχή και source code
Το αντιαεροπορικό σκέλος του προγράμματος τοποθετείται περίπου στα 3,1 δισ. ευρώ, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχουν δύο όροι που έχουν τεθεί από την ελληνική πλευρά: συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας τουλάχιστον κατά 25% και μεταφορά του πηγαίου κώδικα.
Η τελευταία παράμετρος έχει ξεχωριστή στρατηγική αξία.
Η Ελλάδα δεν θέλει να αποκτήσει ένα «μαύρο κουτί» το οποίο θα μπορεί να λειτουργεί ή να αναβαθμίζει μόνο ο ξένος κατασκευαστής. Θέλει εθνικό έλεγχο πάνω στην αρχιτεκτονική Command & Control και δυνατότητα μελλοντικής ενσωμάτωσης νέων αισθητήρων και οπλικών συστημάτων.
Με απλά λόγια, η Αθήνα επιχειρεί να αγοράσει όχι μόνο όπλα αλλά και μεγαλύτερο βαθμό τεχνολογικής κυριαρχίας.
Άδωνις: «Το Ισραήλ είναι ένα θαύμα της σύγχρονης ανθρωπότητας»
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η δεύτερη τοποθέτηση του Άδωνι Γεωργιάδη.
«Θα το πω όπως το πιστεύω. Το Ισραήλ, Άρη μου, δεν πάνε να λένε ό,τι θέλουν, είναι ένα θαύμα της σύγχρονης ανθρωπότητας».
Ο υπουργός συνέδεσε την εκτίμησή του με τις επιδόσεις του Ισραήλ στην τεχνολογία, την επιστήμη και την ιατρική.
Στην περίπτωση της «Ασπίδας του Αχιλλέα», όμως, αυτή η τεχνολογική υπεροχή αποκτά άμεση στρατηγική εφαρμογή.
Το Ισραήλ διαθέτει εξαιρετικά μεγάλη πραγματική εμπειρία στην πολυεπίπεδη αεράμυνα και στην αντιμετώπιση ταυτόχρονων απειλών διαφορετικού τύπου — από drones μέχρι βαλλιστικούς πυραύλους.
Και η Ελλάδα επιχειρεί να μεταφέρει ένα μέρος αυτής της τεχνογνωσίας στο δικό της, εντελώς διαφορετικό γεωγραφικό και επιχειρησιακό περιβάλλον.
Το πραγματικό μήνυμα προς την Τουρκία
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν χρειάζεται να γράφει τη λέξη «Τουρκία» πάνω στις συμβάσεις για να αλλάζει την εξίσωση αποτροπής στο Αιγαίο.
Η Άγκυρα έχει επενδύσει συστηματικά σε drones, βαλλιστικά και πυραυλικά συστήματα, ηλεκτρονικό πόλεμο και εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Η απάντηση της Αθήνας δεν είναι να αντιγράψει το τουρκικό μοντέλο.
Είναι να καταστήσει πολύ δυσκολότερη την επιτυχία οποιασδήποτε αεροπορικής ή πυραυλικής επιχείρησης εναντίον ελληνικού εδάφους και κρίσιμων υποδομών.
Η νέα αρχιτεκτονική σχεδιάζεται ώστε διαφορετικά συστήματα, αισθητήρες και ραντάρ να συνεργάζονται με τις ήδη υφιστάμενες δυνατότητες των Patriot, των Rafale, των F-16 Viper και του ευρύτερου ελληνικού δικτύου αεράμυνας.
Το αποτέλεσμα, εφόσον το πρόγραμμα υλοποιηθεί όπως σχεδιάζεται, θα είναι ένα πολύ πυκνότερο πλέγμα εντοπισμού και αναχαίτισης.
«Ήρεμα νερά» δεν σημαίνει αφοπλισμός
Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πολιτική διάσταση της σημερινής εξέλιξης.
Η κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση για τα λεγόμενα «ήρεμα νερά» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η Αθήνα, επιδιώκοντας αποκλιμάκωση με την Άγκυρα, περιορίζει παράλληλα τα περιθώρια άσκησης μιας περισσότερο αποτρεπτικής εξωτερικής πολιτικής.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δείχνει μια διαφορετική πραγματικότητα.
Η Ελλάδα μπορεί να επιδιώκει χαμηλότερη ένταση με την Τουρκία και ταυτόχρονα να πραγματοποιεί μια από τις μεγαλύτερες αναβαθμίσεις της αεράμυνάς της.
Μπορεί να συνομιλεί με την Άγκυρα και ταυτόχρονα να επενδύει δισεκατομμύρια στην αποτροπή.
Μπορεί να επιδιώκει διπλωματική ηρεμία χωρίς να εγκαταλείπει τη στρατιωτική προετοιμασία.
Τα «ήρεμα νερά», υπό αυτή την ανάγνωση, δεν αποτελούν εναλλακτική της αποτροπής.
Λειτουργούν επειδή πίσω τους πρέπει να υπάρχει αποτροπή.
«Δεν έχει η Ελλάδα εξωτερική πολιτική;»
Γι’ αυτό αποκτά πρόσθετη σημασία και η απάντηση του Άδωνι Γεωργιάδη στην κριτική του Νίκου Τσούτσια ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει εξωτερική πολιτική.
«Δεν έχει η Ελλάδα εξωτερική πολιτική;», διερωτήθηκε ο υπουργός.
Και παρέθεσε ως απάντηση το πλέγμα των ελληνικών στρατηγικών σχέσεων με ΗΠΑ, Γαλλία, Αίγυπτο και Ισραήλ, καθώς και τις κινήσεις στις θαλάσσιες ζώνες.
«Έχουμε κάνει 12 μίλια στο Ιόνιο. Έχουμε κάνει ΑΟΖ με την Αίγυπτο».
Το επιχείρημα αποκτά σήμερα μια πολύ απτή διάσταση: την ίδια ημέρα που διατυπώνεται αυτή η κριτική, η Ελλάδα εμβαθύνει με το Ισραήλ μια συνεργασία που αγγίζει πλέον την ίδια την αρχιτεκτονική προστασίας του ελληνικού εναέριου χώρου.
Μητσοτάκης: Οι συμμαχίες ως πολλαπλασιαστής ισχύος
Πίσω από τη συγκεκριμένη επιλογή βρίσκεται μια ευρύτερη στρατηγική της κυβέρνησης Μητσοτάκη: η ελληνική ισχύς να μην υπολογίζεται αποκλειστικά από τα εθνικά οπλικά συστήματα, αλλά και από το δίκτυο των διεθνών συμμαχιών της χώρας.
Η αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία, η στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συνεργασία με την Αίγυπτο και ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ λειτουργούν ως διαφορετικά κομμάτια αυτής της αρχιτεκτονικής.
Δεν είναι όλες οι σχέσεις ίδιες ούτε δημιουργούν αυτομάτως τις ίδιες υποχρεώσεις.
Αλλά αθροιστικά αυξάνουν το διπλωματικό, στρατιωτικό και τεχνολογικό βάθος της χώρας.
Η Αθήνα ποντάρει στο κράτος του Ισραήλ, όχι στον Νετανιάχου
Η διάκριση που έκανε ο Άδωνις Γεωργιάδης αποκτά εδώ ουσιαστικό γεωπολιτικό περιεχόμενο.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να σχεδιάζει την άμυνα των επόμενων 20 ή 30 ετών με βάση το ποιος βρίσκεται σήμερα στο πρωθυπουργικό γραφείο του Ισραήλ.
Ούτε το Ισραήλ σχεδιάζει τις στρατηγικές του σχέσεις με βάση το ποιος θα κυβερνά την Ελλάδα μετά την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί μια συγκυριακή πολιτική σχέση από μια στρατηγική κρατική σχέση.
«Εμείς δεν επιλέγουμε πρωθυπουργό του Ισραήλ. Εμείς επιλέγουμε στρατηγικό σύμμαχο».
Και η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι ίσως η ισχυρότερη υλική απόδειξη αυτής της φράσης.
Από τα Rafale και τις Belharra στον ελληνικό «θόλο»
Η ελληνική αποτροπή αλλάζει πλέον επίπεδο.
Τα Rafale έδωσαν στην Πολεμική Αεροπορία νέα όπλα και αισθητήρες.
Τα F-16 Viper αναβαθμίζουν τον βασικό κορμό του ελληνικού στόλου μαχητικών.
Οι FDI/Belharra μεταφέρουν νέες δυνατότητες στο Πολεμικό Ναυτικό.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» έρχεται να προσθέσει το στοιχείο που συνδέει ολοένα περισσότερο τη σύγχρονη στρατιωτική ισχύ: ένα πολυεπίπεδο, δικτυωμένο σύστημα που βλέπει, αξιολογεί και απαντά σε πολλαπλές απειλές.
Αυτό είναι και το βαθύτερο μήνυμα της σημερινής ημέρας.
Η Ελλάδα δεν επιλέγει μεταξύ διπλωματίας και αποτροπής.
Επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη διπλωματία για να αποκτήσει ισχυρότερες συμμαχίες και τις συμμαχίες για να αποκτήσει ισχυρότερη αποτροπή.
Και γι’ αυτό η φράση του Άδωνι Γεωργιάδη για το Ισραήλ ξεπερνά κατά πολύ μια ραδιοφωνική αντιπαράθεση:
«Η Ελλάδα συμμαχεί με το κράτος του Ισραήλ».
Σήμερα, αυτή η συμμαχία αποκτά και θόλο.
Πηγή: pagenews.gr
