Η υπογραφή για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» στο Τελ Αβίβ ανοίγει ένα πολύ μεγαλύτερο κεφάλαιο από την προμήθεια νέων ισραηλινών οπλικών συστημάτων.
Για πρώτη φορά η Ελλάδα επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ενιαίο, πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, στο οποίο διαφορετικά ραντάρ, αισθητήρες, συστήματα αναχαίτισης και anti-drone μέσα θα λειτουργούν ως τμήματα μιας κοινής επιχειρησιακής αρχιτεκτονικής.
Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας εντάσσει το πρόγραμμα στην «Ατζέντα 2030», με τον Νίκο Δένδια να υπογραμμίζει ότι η εφαρμογή του ξεκινά άμεσα.
Και η φιλοσοφία πίσω από το πρόγραμμα είναι ίσως σημαντικότερη από τα ίδια τα όπλα: η Ελλάδα θέλει να περάσει από την άμυνα με επιμέρους συστήματα σε ένα δικτυωμένο μοντέλο προστασίας ολόκληρης της επικράτειας.
Δένδιας: «Η πρώτη χώρα της ΕΕ που υιοθετεί αυτό το μοντέλο»
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας έχει τοποθετήσει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» στον πυρήνα της μεταρρύθμισης των Ενόπλων Δυνάμεων.
«Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υιοθετεί αυτό το μοντέλο», έχει τονίσει ο Νίκος Δένδιας, περιγράφοντας τη μετάβαση σε μια διαφορετική λογική αντιμετώπισης των σύγχρονων απειλών.
Η συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ ενεργοποιεί πλέον το επιχειρησιακό σκέλος αυτής της στρατηγικής.
Το πρόγραμμα ύψους 3,035 δισ. ευρώ προβλέπει σταδιακές παραδόσεις και πλήρη ανάπτυξη των βασικών συστημάτων σε 35 μήνες, με ορίζοντα τα τέλη Ιουλίου του 2029.
Δεν δημιουργείται επομένως απλώς μια νέα αντιαεροπορική «ομπρέλα».
Δημιουργείται το τεχνολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο η Ελλάδα θέλει να οικοδομήσει το νέο δόγμα αεράμυνάς της.
Το μάθημα από Ουκρανία και Μέση Ανατολή
Οι πόλεμοι των τελευταίων ετών ανέτρεψαν πολλές από τις παλιές βεβαιότητες της στρατιωτικής σχεδίασης.
Η Ουκρανία απέδειξε τη μαζική επιχειρησιακή αξία των drones.
Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έδειξαν τι σημαίνουν συνδυασμένες επιθέσεις με UAVs, cruise missiles και βαλλιστικούς πυραύλους.
Και η εμπειρία του ίδιου του Ισραήλ απέδειξε ότι η αποτελεσματική αεράμυνα δεν στηρίζεται σε ένα «θαυματουργό» όπλο.
Χρειάζεται πολλά διαφορετικά επίπεδα αναχαίτισης που επικοινωνούν μεταξύ τους.
Αυτή τη φιλοσοφία αγοράζει τώρα η Ελλάδα.
David’s Sling: Το βαρύ επίπεδο της Ασπίδας
Στο ανώτερο επίπεδο της νέας αρχιτεκτονικής τοποθετείται το David’s Sling, που έχει αναπτυχθεί από το Israel Missile Defense Organization με κύριο ανάδοχο τη Rafael.
Το σύστημα έχει σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση προηγμένων εναέριων και πυραυλικών απειλών και αποτελεί ένα από τα βασικά επίπεδα της ισραηλινής αντιπυραυλικής άμυνας.
Η επιλογή του από την Αθήνα είναι ιδιαίτερα σημαντική και για την ευρωπαϊκή αγορά.
Η Ελλάδα γίνεται ένας από τους ελάχιστους ξένους χρήστες του συστήματος, μετά τη Φινλανδία.
BARAK MX και SPYDER συμπληρώνουν τα επίπεδα
Το BARAK MX της Israel Aerospace Industries και το SPYDER της Rafael προσθέτουν διαφορετικές ζώνες αναχαίτισης.
Ο στόχος είναι να μη χρησιμοποιείται το ίδιο –και συχνά πανάκριβο– όπλο απέναντι σε κάθε απειλή.
Ένα αεροσκάφος, ένας πύραυλος και ένα μικρό UAV δεν απαιτούν την ίδια απάντηση.
Αυτό είναι το οικονομικό αλλά και επιχειρησιακό πλεονέκτημα μιας πολυεπίπεδης αεράμυνας: ο διοικητής μπορεί να επιλέγει το κατάλληλο μέσο για την κατάλληλη απειλή.
Το Drone Dome κλείνει την «τρύπα» των φθηνών UAVs
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη αξία η συμπληρωματική συμφωνία των 26 εκατ. ευρώ για τα Drone Dome της Rafael.
Η Ελλάδα ενισχύει την προστασία στρατηγικών εγκαταστάσεων απέναντι σε μία από τις δυσκολότερες εξισώσεις του σύγχρονου πολέμου: πώς καταρρίπτεις αποτελεσματικά μια φθηνή απειλή χωρίς να εξαντλείς πανάκριβα αποθέματα αντιαεροπορικών πυραύλων.
Το Drone Dome μπορεί να συνδυάζει ραντάρ, ηλεκτροοπτικούς αισθητήρες, ηλεκτρονικό εντοπισμό και παρεμβολές, επιτρέποντας την αντιμετώπιση UAVs με διαφορετικές μεθόδους.
Η αξία του επομένως δεν βρίσκεται μόνο στην προστασία από ένα drone.
Βρίσκεται στη δυνατότητα να απελευθερώνει τα ακριβότερα επίπεδα της Ασπίδας για τις σοβαρότερες απειλές.
Τα MMR γίνονται τα «μάτια» του νέου θόλου
Κρίσιμο ρόλο αναλαμβάνουν τα MMR multi-mission radars της ELTA Systems.
Τα ραντάρ αποτελούν τα «μάτια» της αρχιτεκτονικής.
Γιατί το πρώτο βήμα για οποιαδήποτε αναχαίτιση δεν είναι ο πύραυλος.
Είναι ο έγκαιρος εντοπισμός, η αναγνώριση και η ταξινόμηση της απειλής.
Ακριβώς γι’ αυτό η «Ασπίδα του Αχιλλέα» πρέπει να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως δίκτυο αισθητήρων και όπλων παρά ως συλλογή αντιαεροπορικών συστημάτων.
Το πραγματικό όπλο βρίσκεται στο κέντρο
Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη τεχνολογική αλλαγή.
Η Rafael θα αναπτύξει για την Ελλάδα ένα νέο εθνικό σύστημα Command & Control.
Σε αυτό θα συγκεντρώνεται η πληροφορία από διαφορετικούς αισθητήρες και θα συνδέονται οι διαφορετικές δυνατότητες αναχαίτισης.
Ο στόχος είναι μια απειλή που εντοπίζεται από έναν αισθητήρα να μην αφορά μόνο το σύστημα στο οποίο αυτός ανήκει.
Η πληροφορία πρέπει να διαχέεται στο δίκτυο και η κατάλληλη μονάδα να μπορεί να επιλέξει το καταλληλότερο μέσο αντιμετώπισης.
Αυτό είναι το σημείο όπου αλλάζει πραγματικά η ελληνική αεράμυνα.
Από την προστασία σημείων στην προστασία δικτύου
Η γεωγραφία της Ελλάδας κάνει αυτή την αλλαγή ακόμη σημαντικότερη.
Η χώρα δεν έχει να προστατεύσει μόνο την Αθήνα ή μερικές μεγάλες στρατιωτικές βάσεις.
Έχει εκατοντάδες νησιά, αεροδρόμια, λιμάνια, ναυτικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές, στρατιωτικές μονάδες και κρίσιμα δίκτυα σε μια τεράστια γεωγραφική έκταση.
Γι’ αυτό και η λογική της «Ασπίδας» είναι δικτυοκεντρική.
Οι διαθέσιμες πληροφορίες θέλουν μέρος της ενίσχυσης της anti-drone προστασίας να κατευθύνεται στο ανατολικό Αιγαίο και στον Έβρο, χωρίς η συγκεκριμένη ανάπτυξη να έχει αποτυπωθεί αναλυτικά στις δημόσιες επίσημες ανακοινώσεις.
Η Τουρκία και η νέα εξίσωση αποτροπής
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αναφέρεται επισήμως ως πρόγραμμα εναντίον της Τουρκίας.
Θα ήταν άλλωστε λανθασμένο να περιοριστεί η χρησιμότητά της σε μία μόνο πιθανή απειλή, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου drones και πυραυλικά συστήματα αλλάζουν συνολικά το περιβάλλον ασφαλείας.
Ωστόσο, η ελληνική αποτροπή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη γεωγραφία.
Η Τουρκία διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες Ένοπλες Δυνάμεις του ΝΑΤΟ, ισχυρή πολεμική αεροπορία, αναπτυσσόμενη εγχώρια βιομηχανία UAVs και ολοένα μεγαλύτερη οικογένεια πυραυλικών συστημάτων.
Για την Αθήνα, επομένως, η δυνατότητα εντοπισμού και αντιμετώπισης πολλαπλών εναέριων απειλών ενισχύει αντικειμενικά την αποτρεπτική της θέση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Δεν αλλάζει μόνο πόσα όπλα διαθέτει η Ελλάδα.
Αλλάζει πόσο δύσκολο γίνεται για έναν αντίπαλο να κορέσει ή να διαπεράσει την άμυνά της.
Ελλάδα–Ισραήλ: Μια σχέση που πλέον γίνεται επιχειρησιακή
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη γεωπολιτική διάσταση.
Με τη συγκεκριμένη συμφωνία η σχέση Ελλάδας–Ισραήλ περνά βαθύτερα στο επιχειρησιακό επίπεδο.
Το Ισραήλ δεν προμηθεύει απλώς μερικά συστήματα στην Ελλάδα.
Η ισραηλινή τεχνολογία θα βρίσκεται στον πυρήνα της νέας ελληνικής αεράμυνας.
Αυτό σημαίνει πολυετή συνεργασία σε εκπαίδευση, υποστήριξη, αναβαθμίσεις, λογισμικό και τεχνογνωσία.
Και εξηγεί γιατί το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας χαρακτηρίζει την Ελλάδα βασικό στρατηγικό εταίρο του Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική βιομηχανία μπαίνει μέσα στην Ασπίδα
Η «Ατζέντα 2030» έχει όμως και έναν δεύτερο στόχο: οι ελληνικές αμυντικές δαπάνες να αφήνουν μεγαλύτερο παραγωγικό αποτύπωμα μέσα στη χώρα.
Στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» προβλέπεται συμμετοχή 19 ελληνικών εταιρειών και εγχώριο έργο άνω του 25% του προγράμματος, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες.
Παράλληλα, το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας επιβεβαιώνει επίσημα ότι η συνεργασία περιλαμβάνει μεταφορά γνώσης και τεχνολογίας προς την ελληνική βιομηχανία.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντικό με την αγορά των ίδιων των συστημάτων.
Γιατί το πραγματικό ζητούμενο είναι η Ελλάδα να μπορεί σταδιακά να υποστηρίζει, να συντηρεί και –όπου συμφωνηθεί– να συμμετέχει στην παραγωγή τμημάτων της νέας αρχιτεκτονικής.
2029: Το νέο ελληνικό αμυντικό τοπίο
Ο στόχος είναι σε 35 μήνες από την ενεργοποίηση της συμφωνίας τα βασικά συστήματα να έχουν αναπτυχθεί πλήρως.
Δηλαδή μέχρι τα τέλη Ιουλίου του 2029.
Μέχρι τότε, η Ελλάδα θα έχει παράλληλα προχωρήσει την ένταξη των F-35, τη νέα γενιά φρεγατών και σειρά άλλων προγραμμάτων της «Ατζέντας 2030».
Έτσι δημιουργείται σταδιακά μια διαφορετική εικόνα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων:
λιγότερη έμφαση στην απλή αριθμητική συσσώρευση οπλικών συστημάτων και μεγαλύτερη έμφαση στη δικτύωση, την πληροφορία, τους αισθητήρες, τα drones, την ακρίβεια και την πολυεπίπεδη άμυνα.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» βρίσκεται στην καρδιά αυτής της αλλαγής.
Και αυτός είναι ο λόγος που τα €3,035 δισ. δεν αφορούν απλώς μια μεγάλη εξοπλιστική αγορά.
Αφορούν την προσπάθεια της Ελλάδας να περάσει μέχρι το 2029 σε ένα διαφορετικό δόγμα αποτροπής — σχεδιασμένο όχι για τους πολέμους του χθες, αλλά για τις απειλές που ήδη καθορίζουν τους πολέμους του αύριο.
Πηγή: pagenews.gr
