Nέα της αγοράς

ΗΠΑ–Καναδάς: Ο πόλεμος των δασμών πιέζει τις αμερικανικές επιχειρήσεις

ΗΠΑ–Καναδάς: Ο πόλεμος των δασμών πιέζει τις αμερικανικές επιχειρήσεις
Η σύγκρουση ΗΠΑ και Καναδά στα μέταλλα απειλεί να αυξήσει το κόστος για τις επιχειρήσεις και στις δύο πλευρές των συνόρων. Με δασμούς 50% σε χάλυβα και αλουμίνιο, οι αλληλένδετες εφοδιαστικές αλυσίδες δοκιμάζονται σε ένα ιδιαίτερα στενό οικονομικό περιβάλλον.

Η κλιμάκωση που φέρνει νέο κόστος

Σε ολοένα πιο δαπανηρή αντιπαράθεση εξελίσσεται ο εμπορικός πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ και τον Καναδά, με το βάρος να μεταφέρεται πλέον στην καρδιά της βιομηχανικής παραγωγής. Οι δασμοί στο χάλυβα και το αλουμίνιο δεν περιορίζονται πλέον σε μια διμερή πολιτική σύγκρουση, αλλά επηρεάζουν άμεσα επιχειρήσεις και καταναλωτές και στις δύο χώρες.

Η στενή οικονομική διασύνδεση Ουάσιγκτον και Οτάβας αφήνει ελάχιστα περιθώρια για μια καθαρή «νίκη» στη διαμάχη. Για δεκαετίες, χάλυβας, αλουμίνιο και άλλες βιομηχανικές πρώτες ύλες περνούσαν τα σύνορα αδιάκοπα, τροφοδοτώντας παραγωγικές αλυσίδες που είναι βαθιά αλληλεξαρτώμενες.

Η ένταση αυξήθηκε μετά την κατάρρευση των εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο πρωτευουσών. Οι ΗΠΑ ενεργοποίησαν δασμούς 50% σε σειρά καναδικών προϊόντων, ενώ ο χάλυβας και το αλουμίνιο είχαν ήδη βρεθεί αντιμέτωπα με αντίστοιχα αμερικανικά μέτρα. Η καναδική κυβέρνηση αντέδρασε με αντίμετρα σε αμερικανικά προϊόντα αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων.

Το επίκεντρο βρίσκεται στον χάλυβα και το αλουμίνιο

Η πιο ευαίσθητη πλευρά της αντιπαράθεσης αφορά τα μέταλλα. Η αγορά χάλυβα και αλουμινίου συνδέει τις δύο οικονομίες σε βαθμό που καθιστά δύσκολη την άμεση αντικατάσταση προμηθειών ή αγορών. Αυτό σημαίνει ότι οι δασμοί δεν πλήττουν μόνο τους εξαγωγείς της άλλης πλευράς, αλλά ανεβάζουν και το κόστος για τις εγχώριες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν εισαγόμενες πρώτες ύλες.

Τα μεγέθη δείχνουν το βάθος της σχέσης. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, οι ΗΠΑ κάλυπταν το 42,9% των καναδικών εισαγωγών προϊόντων σιδήρου και χάλυβα, με αξία 3,86 δισ. δολάρια. Στο αλουμίνιο, το αμερικανικό μερίδιο έφθανε το 47,2%, ενώ οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στα 1,41 δισ. δολάρια.

Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί οι επιχειρήσεις δεν μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν σε μια απότομη μεταβολή των όρων του εμπορίου. Οι καναδικές εταιρείες ενδέχεται να δυσκολευτούν να καλύψουν αμέσως τις ανάγκες τους από άλλους προμηθευτές και, ως αποτέλεσμα, να συνεχίσουν να αγοράζουν αμερικανικά προϊόντα σε σαφώς υψηλότερες τιμές.

Από την άλλη πλευρά, οι αμερικανικές επιχειρήσεις διατρέχουν τον κίνδυνο να χάσουν έναν από τους σημαντικότερους προορισμούς των εξαγωγών τους, τη στιγμή που η αγορά του Καναδά παραμένει κομβική για πολλούς κλάδους.

Προειδοποιήσεις από τη βιομηχανία αλουμινίου

Οι ανησυχίες έχουν ήδη περάσει στη βιομηχανία αλουμινίου των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Charles Johnson, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Aluminum Association, έχει προειδοποιήσει ότι τα καναδικά αντίμετρα θα περιορίσουν τη δυνατότητα των αμερικανικών επιχειρήσεων να ανταγωνιστούν στην αγορά του Καναδά, σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για αλουμίνιο αυξάνεται.

Η πίεση δεν περιορίζεται στο αλουμίνιο. Από τις 8 Σεπτεμβρίου ο Καναδάς προγραμματίζει δασμούς από 15% έως 50% σε εκατοντάδες αμερικανικά προϊόντα. Στη λίστα περιλαμβάνονται μέταλλα, γαλακτοκομικά, οικιακές συσκευές, αγροτικός εξοπλισμός, πλαστικά και ηλεκτρονικά είδη.

Με αυτόν τον τρόπο, η αντιπαράθεση αποκτά ευρύτερο χαρακτήρα και αγγίζει περισσότερους παραγωγικούς κλάδους, αυξάνοντας την αβεβαιότητα για επιχειρήσεις που στηρίζονται στη διασυνοριακή ροή αγαθών.

Η αλληλεξάρτηση των 880 δισ. δολαρίων

Το εμπορικό διακύβευμα είναι εξαιρετικά μεγάλο. Η συνολική αξία του εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών ανάμεσα στις δύο χώρες έφθασε πέρυσι περίπου τα 880 δισ. δολάρια, ενώ πάνω από το 70% των καναδικών εξαγωγών κατευθύνεται στην αμερικανική αγορά.

Πίσω από τα νούμερα υπάρχει όμως μια ακόμα βαθύτερη σχέση. Αμερικανικά διυλιστήρια βασίζονται στο καναδικό πετρέλαιο, οι αγρότες στις καναδικές λιπαντικές ύλες, ενώ οι βιομηχανίες αυτοκινήτου και μετάλλων λειτουργούν εδώ και δεκαετίες μέσα σε κοινές βορειοαμερικανικές εφοδιαστικές αλυσίδες.

Αυτός ακριβώς ο μηχανισμός κάνει τον εμπορικό πόλεμο τόσο δύσκολο στη διαχείριση. Η προσπάθεια προστασίας της εγχώριας βιομηχανίας μέσω υψηλών δασμών μπορεί να μετατραπεί σε επιβάρυνση για τις ίδιες τις αμερικανικές εταιρείες, να περιορίσει τις εξαγωγές προς τον Καναδά και, τελικά, να περάσει μέρος του κόστους στους καταναλωτές.

Όσο η αντιπαράθεση παρατείνεται, μεγαλώνει και ο κίνδυνος των ανακατατάξεων. Οι επιχειρήσεις μπορεί να αναζητήσουν νέους προμηθευτές και νέες αγορές, μεταβάλλοντας σχέσεις που χτίστηκαν επί δεκαετίες. Η βαθιά αλληλεξάρτηση των δύο οικονομιών αναδεικνύεται έτσι σε αδυναμία για μια μακρά σύγκρουση: οι δασμοί που σχεδιάστηκαν για να πλήξουν την άλλη πλευρά μπορούν γρήγορα να επιστρέψουν ως υψηλότερο κόστος στο εσωτερικό.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο