Μια σύνοδος που η Ουάσιγκτον ήθελε να αφιερώσει στην ανάπτυξη και στο εκρηκτικό παγκόσμιο χρέος εξελίσσεται σε μικρογραφία της νέας γεωπολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ.
Στο Asheville της Βόρειας Καρολίνας, οι ΗΠΑ άνοιξαν ξανά την πόρτα του G20 στον Ρώσο υπουργό Οικονομικών Anton Siluanov, προκαλώντας έντονη δυσφορία στις ευρωπαϊκές αντιπροσωπείες. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί τη σύνοδο για να αυξήσει την πίεση στην Κίνα για το τεράστιο εμπορικό της πλεόνασμα και να οικοδομήσει οικονομικό μέτωπο απέναντι στο Ιράν, καθώς η κρίση στο Στενό του Ορμούζ εξακολουθεί να απειλεί την παγκόσμια οικονομία.
Στο κέντρο όλων βρίσκεται ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Scott Bessent και μια στρατηγική που συνδέει πλέον την οικονομία, τις κυρώσεις, την ενέργεια και τη γεωπολιτική σε ένα ενιαίο πεδίο ισχύος.
Η Ρωσία επιστρέφει αυτοπροσώπως στο τραπέζι
Η εικόνα που αιφνιδίασε αρκετούς Ευρωπαίους υπουργούς ήταν αυτή του Anton Siluanov να κάθεται κανονικά στο τραπέζι των υπουργών Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζιτών του G20.
Ήταν η πρώτη αυτοπρόσωπη παρουσία του Ρώσου υπουργού Οικονομικών σε σύνοδο του G20 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Ο συμβολισμός ήταν ακόμη ισχυρότερος αν συγκριθεί με τον Απρίλιο του 2022, όταν ακόμη και η εξ αποστάσεως συμμετοχή του Siluanov σε σύνοδο του G20 στην Ουάσιγκτον είχε οδηγήσει αξιωματούχους των ΗΠΑ, της Βρετανίας, του Καναδά και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε αποχώρηση από την αίθουσα.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Ρώσος υπουργός επέστρεψε αυτοπροσώπως — και μάλιστα κατόπιν πρόσκλησης της αμερικανικής προεδρίας του G20.
Για αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αυτή η εικόνα ήταν από μόνη της πολιτικό μήνυμα.
Ευρωπαϊκή οργή: «Δεν μπορεί να επιστρέψει η κανονικότητα»
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Lars Klingbeil εξέφρασε δημόσια τη δυσαρέσκειά του για την αμερικανική επιλογή, την ώρα που η Ευρώπη προετοιμάζει νέο πακέτο κυρώσεων κατά της Μόσχας.
«Θα ήθελα μεγαλύτερη σαφήνεια από την αμερικανική πλευρά ότι δεν θα έπρεπε να γίνεται δεκτός εδώ ως ένας κανονικός προσκεκλημένος», δήλωσε ο Klingbeil, χαρακτηρίζοντας το μήνυμα που εκπέμπει η παρουσία Siluanov «αρκετά ανησυχητικό».
Ο Γερμανός υπουργός είπε επίσης ότι απευθύνθηκε ευθέως στον Ρώσο ομόλογό του κατά τη διάρκεια της συνόδου, ζητώντας τον τερματισμό του πολέμου και επαναλαμβάνοντας ότι η Γερμανία θα συνεχίσει να στηρίζει την Ουκρανία.
Το μήνυμα από το Βερολίνο ήταν σαφές: η επιστροφή της Ρωσίας σε ένα τραπέζι διεθνούς οικονομικής συνεργασίας δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιστροφή στις σχέσεις πριν από τον πόλεμο.
Η «οικογενειακή φωτογραφία» που έγινε χωρίς τον Siluanov
Η αντίδραση των Ευρωπαίων δεν έμεινε στις δηλώσεις.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ξεκαθάρισαν ότι δεν επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στην παραδοσιακή «family photo» των υπουργών Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζιτών μαζί με τον Siluanov.
Τελικά, η επίσημη φωτογραφία πραγματοποιήθηκε χωρίς τον Ρώσο υπουργό.
Μια φαινομενικά εθιμοτυπική λεπτομέρεια μετατράπηκε έτσι σε ισχυρό πολιτικό σύμβολο.
Η Ουάσιγκτον άνοιξε την πόρτα.
Η Ευρώπη αρνήθηκε να δώσει την εικόνα της κανονικοποίησης.
Το κρίσιμο τετ α τετ Bessent–Siluanov
Πίσω όμως από τις δημόσιες αντιδράσεις συνέβη κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Ο Scott Bessent είχε διμερή συνάντηση με τον Anton Siluanov στο περιθώριο του G20.
Το ρωσικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι συζητήθηκε οικονομική συνεργασία στο πλαίσιο του G20. Αμερικανός αξιωματούχος έδωσε διαφορετική έμφαση, λέγοντας ότι το επίκεντρο της συζήτησης ήταν το σχέδιο του Donald Trump για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Και εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη λεπτομέρεια.
Πηγή με γνώση της συνάντησης δήλωσε στο Reuters ότι, όταν ο Siluanov επιχείρησε να συζητήσει τομείς κοινού οικονομικού ενδιαφέροντος, ο Bessent τον διέκοψε με ένα ξεκάθαρο μήνυμα:
«Τίποτα δεν είναι δυνατό μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος».
Η γραμμή της Ουάσιγκτον εμφανίζεται επομένως διπλή: διάλογος με τη Μόσχα, αλλά όχι ακόμη οικονομική αποκατάσταση.
Αυτό διαφοροποιείται αισθητά από μια πλήρη επιστροφή στις σχέσεις business as usual.
Το παράδοξο της αμερικανικής στρατηγικής
Η αμερικανική στάση δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον γεωπολιτικό παράδοξο.
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση Τραμπ επαναφέρει έναν κορυφαίο Ρώσο αξιωματούχο στο τραπέζι και πραγματοποιεί απευθείας συνομιλίες μαζί του.
Από την άλλη, ο Bessent φέρεται να συνδέει οποιαδήποτε οικονομική ανακούφιση με τον τερματισμό του πολέμου.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια πολιτική «διάλογος χωρίς κανονικοποίηση».
Η Ουάσιγκτον θέλει να κρατήσει ανοικτό τον δίαυλο προς τη Μόσχα ώστε να προωθήσει το ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ, χωρίς όμως —τουλάχιστον σε αυτή τη φάση— να εγκαταλείψει το οικονομικό μοχλό πίεσης.
Για την Ευρώπη, ωστόσο, ακόμη και η εικόνα του Siluanov στο G20 δημιουργεί ανησυχία ότι η σταδιακή επανένταξη της Ρωσίας μπορεί να ξεκινήσει πριν υπάρξει πολιτική διευθέτηση στην Ουκρανία.
Και ξαφνικά στο στόχαστρο η Κίνα
Η Ρωσία, όμως, είναι μόνο το πρώτο μέτωπο.
Η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί το G20 για να πιέσει και την Κίνα, ζητώντας από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου να επανεξετάσουν τους εμπορικούς όρους τους με το Πεκίνο.
Ο Scott Bessent υποστηρίζει ότι το σημερινό μοντέλο, στο οποίο η Κίνα στηρίζεται σε τεράστιο βαθμό στις εξαγωγές για να αντισταθμίσει την αδύναμη εσωτερική ζήτηση, δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Η φράση του ήταν ενδεικτική:
«Ο κόσμος δεν μπορεί να έχει μια Κίνα με εμπορικό πλεόνασμα 1,2 τρισ. δολαρίων».
Κατά τον Bessent, η κινεζική οικονομία παραμένει αδύναμη και το Πεκίνο προσπαθεί να εξάγει τον δρόμο του προς την ανάπτυξη.
«Η υπόλοιπη παγκόσμια οικονομία θα πρέπει να επανεξετάσει τους όρους εμπορίου της με την Κίνα», τόνισε.
Εδώ η στρατηγική Τραμπ αποκτά παγκόσμια διάσταση.
Οι ΗΠΑ έχουν ήδη υψώσει δασμολογικά και άλλα εμπόδια απέναντι σε σειρά κινεζικών προϊόντων. Η Ουάσιγκτον θέλει τώρα και άλλες μεγάλες οικονομίες —ιδίως εκείνες που απορροφούν τις κινεζικές εξαγωγές που εκτρέπονται από την αμερικανική αγορά— να αυξήσουν τη δική τους πίεση στο Πεκίνο.
Το τρίτο μέτωπο: Ιράν και Ορμούζ
Και υπάρχει ακόμη ένας παίκτης στο παρασκήνιο του G20: το Ιράν.
Η ενεργειακή αναταραχή που έχει προκαλέσει ο πόλεμος και η κρίση στο Στενό του Ορμούζ αποτελεί πλέον κεντρικό πρόβλημα για την παγκόσμια οικονομία.
Στις συζητήσεις του G20, αρκετοί συμμετέχοντες επισήμαναν τους κινδύνους που δημιουργεί για την παγκόσμια ανάπτυξη η διατάραξη στο Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη.
Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να πείσει άλλες χώρες να περιορίσουν τις οικονομικές τους σχέσεις με την Τεχεράνη, εντάσσοντας την οικονομική απομόνωση του Ιράν στην ευρύτερη στρατηγική πίεσης της Ουάσιγκτον.
Έτσι, το G20 μετατρέπεται σε πεδίο όπου η αμερικανική οικονομική πολιτική συναντά ευθέως την εθνική ασφάλεια.
Το βουνό των $353 τρισ. πίσω από όλα
Πίσω από τις γεωπολιτικές συγκρούσεις υπάρχει όμως ένα τεράστιο οικονομικό πρόβλημα.
Το παγκόσμιο χρέος έφθασε νωρίτερα φέτος στο ιστορικό επίπεδο των σχεδόν 353 τρισ. δολαρίων, αυξάνοντας τους φόβους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και οδηγώντας επενδυτές να επανεξετάζουν ακόμη και παραδοσιακά ασφαλή καταφύγια όπως τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα.
Ο Bessent υποστηρίζει ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερη λιτότητα.
«Ο κόσμος είναι πλημμυρισμένος από χρέος μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και μετά την Covid, και ο μόνος τρόπος να βγούμε από αυτό είναι να αναπτυχθούμε», δήλωσε ανοίγοντας τη συνάντηση.
Αυτό είναι και το οικονομικό δόγμα που επιχειρεί να περάσει η αμερικανική προεδρία του G20: ταχύτερη ανάπτυξη, επενδύσεις και κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων αντί μιας αποκλειστικά δημοσιονομικής απάντησης στο παγκόσμιο χρέος.
Νέα σύγκρουση και για τους δημοσιογράφους
Σαν να μην ήταν αρκετές οι αντιπαραθέσεις για Ρωσία, Κίνα και Ιράν, η διοργάνωση προκάλεσε ακόμη μία πολιτική σύγκρουση.
Η αμερικανική κυβέρνηση αρνήθηκε διαπιστεύσεις σε ορισμένους δημοσιογράφους των New York Times, Wall Street Journal και Bloomberg για τη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών και κεντρικών τραπεζιτών. (
Ο Lars Klingbeil αντέδρασε δημόσια:
«Θεωρώ απαράδεκτο να αποκλείονται δημοσιογράφοι — ή ολόκληρες συντακτικές ομάδες».
Και πρόσθεσε:
«Είμαι απόλυτος υποστηρικτής ενός ελεύθερου και ανεξάρτητου Τύπου».
Ο Scott Bessent, από την πλευρά του, δήλωσε στο Associated Press ότι οι αποφάσεις για τις διαπιστεύσεις «δεν έχουν καμία σχέση με την οπτική» των συγκεκριμένων μέσων ή δημοσιογράφων.
Η νέα γεωπολιτική Τραμπ σε ένα τραπέζι
Το Asheville προσφέρει τελικά μια πολύ καθαρότερη εικόνα της αμερικανικής στρατηγικής από εκείνη που θα περίμενε κανείς από μια σύνοδο υπουργών Οικονομικών.
Με τη Ρωσία, ο Τραμπ επιδιώκει απευθείας διάλογο και μια πιθανή διέξοδο για την Ουκρανία, διατηρώντας προς το παρόν την οικονομική πίεση.
Με την Κίνα, θέλει να μετατρέψει το αμερικανικό πρόβλημα του εμπορικού ελλείμματος σε συλλογικό πρόβλημα των μεγάλων οικονομιών και να αναγκάσει το Πεκίνο να αλλάξει το εξαγωγικό του μοντέλο.
Με το Ιράν, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την οικονομική απομόνωση ως εργαλείο πίεσης σε μια στιγμή κατά την οποία το Ορμούζ έχει μετατραπεί σε πηγή παγκόσμιας ενεργειακής αστάθειας.
Και προς τους συμμάχους του στέλνει ένα ακόμη μήνυμα: η Ουάσιγκτον θέλει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, ακόμη κι αν οι επιλογές της προκαλούν έντονη δυσφορία στην Ευρώπη.
Η επιστροφή του Anton Siluanov δεν σημαίνει από μόνη της ότι η Ρωσία επέστρεψε στη διεθνή κανονικότητα. Η αντίδραση των Ευρωπαίων και η θέση Bessent ότι δεν υπάρχει οικονομική ανακούφιση πριν τελειώσει ο πόλεμος δείχνουν ακριβώς το αντίθετο.
Αλλά κάτι έχει ήδη αλλάξει.
Η Ρωσία βρίσκεται ξανά στο τραπέζι.
Και γύρω από το ίδιο τραπέζι η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί ταυτόχρονα να πιέσει την Κίνα, να απομονώσει το Ιράν και να πείσει τον κόσμο ότι η απάντηση σε ένα βουνό χρέους 353 τρισ. δολαρίων είναι μια νέα περίοδος ανάπτυξης.
Το G20 του Asheville δεν είναι επομένως απλώς μια οικονομική σύνοδος.
Είναι μια πρώτη εικόνα του τρόπου με τον οποίο η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ξαναγράψει τους κανόνες της οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος.
Πηγή: pagenews.gr
