Η κρίση στη Θέουτα έφερε ξανά το μεταναστευτικό στο προσκήνιο
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιστρέφει σε μια γνώριμη αλλά ιδιαίτερα φορτισμένη συζήτηση: πώς θα διαχειριστεί τη μετανάστευση μετά τη μεγάλη κρίση που προκάλεσε η μαζική είσοδος παράτυπων μεταναστών στη Θέουτα. Το ζήτημα, που είχε περάσει προσωρινά σε δεύτερο πλάνο μέσα στο καλοκαίρι, αναδείχθηκε ξανά ως μία από τις πιο πιεστικές προκλήσεις για τις Βρυξέλλες και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών.
Περισσότεροι από 70.000 παράτυποι μετανάστες εισήλθαν στον ισπανικό θύλακα μέσα σε μία μόνο ημέρα, στις 30 Ιουλίου, αριθμός που ξεπέρασε όλες τις άλλες παράτυπες εισόδους στα ευρωπαϊκά σύνορα από τις αρχές του 2026. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε πολιτική κρίση στην Ισπανία και προκάλεσε ανησυχία σε ολόκληρη την ΕΕ, η οποία αναζητά πλέον πιο αυστηρά εργαλεία για το άσυλο και τις επιστροφές.
Οι ηγέτες της Ένωσης αναμένεται να εξετάσουν το θέμα τον Οκτώβριο, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις Βρυξέλλες, έπειτα από έντονες συζητήσεις σε υπουργικό και διπλωματικό επίπεδο. Η ατζέντα του φθινοπώρου περιλαμβάνει ελέγχους στα σύνορα, κέντρα απέλασης εκτός ΕΕ και την ανακατανομή μεταναστών.
Η Σένγκεν δέχεται νέες πιέσεις
Η κρίση στη Θέουτα δεν επηρέασε μόνο τη συζήτηση για τη μετανάστευση, αλλά και την ίδια την ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ΕΕ. Η Ιταλία επανέφερε προσωρινούς ελέγχους στα εναέρια και θαλάσσια σύνορα με την Ισπανία για έναν μήνα, ενώ χώρες όπως η Δανία και η Φινλανδία έθεσαν θέμα ακόμη και αναστολής της συμμετοχής της Ισπανίας στη ζώνη Σένγκεν.
Η Μαδρίτη απάντησε με αντίστοιχα μέτρα προς την Ιταλία, επαναφέροντας ελέγχους στα σύνορα έως τις 7 Σεπτεμβρίου και υιοθετώντας ακόμη και τη διατύπωση της ιταλικής κοινοποίησης. Στη συνέχεια, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να παρατείνουν την αναστολή της συνθήκης για ακόμη 15 ημέρες. Τα επεισόδια αυτά ανέδειξαν πόσο εύθραυστη παραμένει η ισορροπία στη Σένγκεν όταν αυξάνεται η πίεση από τις μεταναστευτικές ροές.
Η συζήτηση δεν περιορίζεται στην Ιταλία και την Ισπανία. Σε έκτακτη διαδικτυακή συνεδρίαση στις Βρυξέλλες στις αρχές Αυγούστου, οι υπουργοί Εσωτερικών της ΕΕ άνοιξαν ευρύτερα το ζήτημα του μέλλοντος της ελεύθερης κυκλοφορίας. Είκοσι δύο κυβερνήσεις ανέφεραν ότι μπορεί να εξεταστούν όλα τα αναγκαία μέτρα για τη δημόσια τάξη και για την αντιμετώπιση των κινδύνων από τις δευτερογενείς μετακινήσεις μεταναστών.
Ο ερευνητής για τη μετανάστευση στο CEPS, Ντάβιντε Κολόμπι, τόνισε ότι «το σύστημα Σένγκεν έχει μετατραπεί σε ένα από τα βασικά θύματα των εσωτερικών πολιτικών δυναμικών και των ανησυχιών των κρατών μελών γύρω από τη μετανάστευση». Όπως σημείωσε, η μεταναστευτική πίεση θα έχει ευρύτερες επιπτώσεις στις εσωτερικές μετακινήσεις, ενώ η Επιτροπή προς το παρόν επιλέγει τη διπλωματία αντί να αμφισβητήσει νομικά τις επαναφορές ελέγχων.
Η αλληλεγγύη και η νέα συμφωνία για το άσυλο
Η μαζική άφιξη στη Θέουτα προκάλεσε επίσης πολιτική κριτική προς την κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ, με αρκετές χώρες να υποστηρίζουν ότι η Ισπανία δεν προστάτευσε επαρκώς τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης. Το επεισόδιο αυτό επανέφερε στο επίκεντρο τον πυρήνα του νέου Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου της ΕΕ, που τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιουνίου.
Κεντρικός του άξονας είναι ένας υποχρεωτικός μηχανισμός στήριξης για τα κράτη πρώτης γραμμής, μέσω της λεγόμενης «δεξαμενής αλληλεγγύης». Το σύστημα προβλέπει ότι οι χώρες μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα στη μετεγκατάσταση αιτούντων άσυλο, στη χρηματική συνεισφορά ή στη χρηματοδότηση λειτουργικών δαπανών. Ωστόσο, η ανακατανομή παραμένει το πιο αμφιλεγόμενο σημείο και έχει ήδη περιοριστεί σημαντικά για το 2026, καθώς αρκετές κυβερνήσεις ζήτησαν εξαιρέσεις.
Σημαντικό είναι επίσης ότι οι μετεγκαταστάσεις αφορούν μόνο αιτούντες άσυλο και άτομα που έχουν ήδη λάβει προστασία. Αυτό σημαίνει πως οι περισσότεροι από τους παράτυπους Μαροκινούς που μπήκαν στη Θέουτα και έχουν ήδη επιστραφεί ή πρόκειται να επιστραφούν στη χώρα καταγωγής τους, δεν εντάσσονται στο συγκεκριμένο πλαίσιο.
Παρά τις δυσκολίες, η Ισπανία συγκαταλέγεται στις χώρες που θεωρούνται υπό μεταναστευτική πίεση, μαζί με την Ιταλία, την Ελλάδα, την Κύπρο και τη Μάλτα. Φέτος, συνολικά 8.878 μετανάστες που έχουν υποβάλει αίτηση ασύλου σε αυτές τις χώρες θα γίνουν δεκτοί από άλλα κράτη μέλη.
Τα πρώτα ρήγματα στο σύστημα στήριξης
Το κλίμα αναμένεται να δοκιμαστεί ακόμη περισσότερο στις επόμενες εβδομάδες. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο Ιταλός υπουργός Εσωτερικών Ματέο Πιαντεντόζι και ο Γερμανός ομόλογός του Αλεξάντερ Νόμπριντ θα έχουν διμερή συνάντηση, η οποία θα ανοίξει τη συζήτηση για την αλληλεγγύη. Το θέμα θα συνεχιστεί στο Συμβούλιο Εσωτερικών Υποθέσεων στις αρχές Οκτωβρίου.
Καθοριστικό θα είναι και το πώς θα διαμορφωθεί η δεξαμενή αλληλεγγύης για το 2027. Σε εκείνο το σημείο, Ιταλία και Ισπανία ενδέχεται να κινηθούν στην ίδια κατεύθυνση ζητώντας μεγαλύτερες συνεισφορές από άλλες χώρες, μετά από ένα καλοκαίρι έντονων διπλωματικών εντάσεων ανάμεσα στη Ρώμη και τη Μαδρίτη.
Τα κέντρα επιστροφής και οι νέες διαφωνίες
Στην καρδιά της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη μετανάστευση βρίσκεται και η επιστροφή των παράτυπων μεταναστών. Ο νέος κανονισμός που οριστικοποιήθηκε τον περασμένο Ιούνιο θεωρείται ο πιο αυστηρός μέχρι σήμερα και δίνει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να στέλνουν μετανάστες σε τρίτη χώρα, με την οποία δεν έχουν άμεση ή έμμεση σχέση, εφόσον υπάρχει διμερής συμφωνία για κέντρα απέλασης.
Τα λεγόμενα κέντρα επιστροφής μπορούν να λειτουργούν είτε ως σημεία προσωρινής παραμονής πριν από την επιστροφή στη χώρα καταγωγής είτε ως χώροι όπου ο μετανάστης παραμένει χωρίς εγγύηση περαιτέρω μετακίνησης. Ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν ήδη χώρες εταίρους, με έμφαση στην Ασία και την κεντρική Αφρική, με στόχο η πρώτη συνεργασία να έχει συμφωνηθεί έως το τέλος του έτους.
Γερμανία, Αυστρία, Δανία, Ελλάδα και Ολλανδία συμμετέχουν σε κοινό σχέδιο και βρίσκονται σε επαφές με την Ουγκάντα και τη Ρουάντα. Οι υπουργοί Μετανάστευσης των πέντε χωρών αναμένεται να εξετάσουν την πρόοδο της προσπάθειας σε συνάντηση στην Κοπεγχάγη στις 4 Σεπτεμβρίου.
Ο Κολόμπι επισημαίνει ότι παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα για το ποιος έχει την ευθύνη των μεταναστών σε τέτοια κέντρα, για το πόσο μπορούν να παραμένουν εκεί και για το ποιος ελέγχει τις συνθήκες κράτησης και την πρόσβαση σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα. Προβλέπει μάλιστα ότι, όταν εφαρμοστούν στην πράξη, τα κέντρα επιστροφής θα βρεθούν αντιμέτωπα με δικαστικές προσφυγές, όπως ήδη συνέβη με το βρετανικό σχέδιο για τη Ρουάντα.
Πηγή: Pagenews.gr
