Γεωπολιτική Οικονομία

ΕΕ: Τα €202 δισ. του Πούτιν διχάζουν την Ευρώπη – Γιατί το Βέλγιο αρνείται να υποχωρήσει

ΕΕ: Τα €202 δισ. του Πούτιν διχάζουν την Ευρώπη – Γιατί το Βέλγιο αρνείται να υποχωρήσει
Βέλγιο και Σλοβακία αποκαλύπτουν την αχίλλειο πτέρνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής: €202 δισ. της Μόσχας παραμένουν στην Euroclear, ενώ η 15η Σεπτεμβρίου γίνεται κρίσιμο τεστ για τις προσωπικές κυρώσεις

Ρωσία: Δύο ευρωπαϊκά «βέτο» μπλοκάρουν τις κυρώσεις – Το δώρο της ΕΕ στον Πούτιν

Δύο διαφορετικές μάχες εξελίσσονται αυτή τη στιγμή στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης γύρω από τη Ρωσία. Φαινομενικά αφορούν διαφορετικά ζητήματα. Στην πραγματικότητα αποκαλύπτουν την ίδια θεσμική αδυναμία: όταν απαιτείται πολιτική συναίνεση, μία κυβέρνηση μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη δύναμη απέναντι στους υπόλοιπους Ευρωπαίους εταίρους.

Στο πρώτο μέτωπο βρίσκεται το Βέλγιο και τα περίπου €202 δισ. ρωσικών assets που βρίσκονται στην Euroclear.

Στο δεύτερο βρίσκεται η ανανέωση των ευρωπαϊκών ατομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας, οι οποίες λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου 2026 και καλύπτουν περίπου 2.600 πρόσωπα και οντότητες.

Κοινός παρονομαστής είναι ότι η Ευρώπη επιχειρεί να αυξήσει την οικονομική πίεση στη Μόσχα, αλλά οι εσωτερικές διαφωνίες δημιουργούν καθυστερήσεις και προσφέρουν στο Κρεμλίνο ένα πολύτιμο πολιτικό επιχείρημα: ότι η ευρωπαϊκή ενότητα έχει όρια.

Τα €202 δισ. που παραμένουν «παγωμένα» στις Βρυξέλλες

Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ΕΕ ακινητοποίησε τεράστιο όγκο αποθεματικών της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας.

Το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στην Euroclear, τον χρηματοπιστωτικό θεματοφύλακα με έδρα τις Βρυξέλλες.

Στα τέλη Ιουνίου 2026, η Euroclear είχε στον ισολογισμό της €202 δισ. περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας.

Μέχρι σήμερα, η Ευρώπη έχει κινηθεί κυρίως πάνω στα έκτακτα κέρδη που δημιουργούν τα δεσμευμένα assets και όχι στην κατάσχεση του ίδιου του κεφαλαίου.

Τώρα όμως τέσσερις χώρες θέλουν να ανοίξουν ξανά τη συζήτηση.

Σουηδία, Ολλανδία, Ισπανία και Πολωνία ζήτησαν από την ΕΕ να εξετάσει μεγαλύτερη αξιοποίηση των ρωσικών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας. Το θέμα επέστρεψε στο τραπέζι κατά την άτυπη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών στο Wicklow της Ιρλανδίας.

Το Βέλγιο λέει ξανά «όχι»

Οι Βρυξέλλες όμως δεν υποχώρησαν.

Ο Βέλγος υπουργός Εξωτερικών Maxime Prévot κατέστησε σαφές ότι η θέση της κυβέρνησής του παραμένει αμετάβλητη.

«Οι λόγοι πίσω από την αντίθεσή μας δεν εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας στο μεταξύ», δήλωσε μετά τη συνάντηση.

Και εξήγησε ότι μια διαδικασία η οποία ουσιαστικά θα ισοδυναμούσε με κατάσχεση των ρωσικών assets συνεπάγεται «πολύ σημαντικούς κινδύνους».

Η θέση του Βελγίου δεν είναι απλώς πολιτική.

Είναι και οικονομική.

Επειδή τα περισσότερα χρήματα βρίσκονται στην Euroclear, το Βέλγιο φοβάται ότι θα μπορούσε να βρεθεί στην πρώτη γραμμή πιθανών ρωσικών δικαστικών διεκδικήσεων ή αντιποίνων.

Και αυτό δεν αποτελεί θεωρητικό κίνδυνο.

Η Ρωσία έχει ήδη κινηθεί κατά της Euroclear

Η Euroclear αντιμετωπίζει ήδη σειρά διαδικασιών ενώπιον ρωσικών δικαστηρίων, μεταξύ των οποίων και απαίτηση της ίδιας της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας.

Τον Μάιο του 2026, δικαστήριο της Μόσχας εξέδωσε απόφαση υπέρ της ρωσικής κεντρικής τράπεζας. Η έφεση της Euroclear απορρίφθηκε τον Ιούλιο, αν και η ευρωπαϊκή εταιρεία δεν αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία των ρωσικών δικαστηρίων ούτε την ισχύ των αποφάσεών τους στην ΕΕ.

Το Βέλγιο επομένως θέτει ένα απλό ερώτημα στους εταίρους του:

Εάν χρησιμοποιήσουμε τα €200+ δισ. και η Ρωσία απαντήσει οικονομικά ή νομικά, ποιος θα πληρώσει;

Οι Βρυξέλλες ζητούν ουσιαστικά έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό κατανομής του κινδύνου πριν δώσουν το πράσινο φως.

Η Κομισιόν ψάχνει τρόπο να παρακάμψει το πρόβλημα της Euroclear

Και εδώ εμφανίζεται μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εξέλιξη.

Σύμφωνα με πληροφορίες από τις Βρυξέλλες, μεταξύ των επιλογών που εξετάζονται τεχνικά και νομικά βρίσκεται η μεταφορά των δεσμευμένων ρωσικών assets από την Euroclear σε έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό.

Ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να περιορίσει τη δυσανάλογη νομική και χρηματοοικονομική έκθεση του Βελγίου.

Δεν υπάρχει ακόμη τελική απόφαση.

Αλλά το γεγονός ότι εξετάζεται αυτή η λύση δείχνει πόσο αποφασισμένες είναι ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να βρουν τρόπο αξιοποίησης του ρωσικού κεφαλαίου.

Η Kaja Kallas επιβεβαίωσε ότι το ζήτημα παραμένει ανοικτό.

«Ορισμένοι υπουργοί έθεσαν ξανά το θέμα της χρήσης των ακινητοποιημένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Η συζήτηση θα συνεχιστεί», ανέφερε.

Και πρόσθεσε:

«Η Ρωσία πρέπει να πληρώσει για την καταστροφή που έχει προκαλέσει». 

Η δεύτερη μάχη: Η 15η Σεπτεμβρίου

Παράλληλα τρέχει ένα δεύτερο ευρωπαϊκό χρονόμετρο.

Οι ατομικές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί σε περίπου 2.600 Ρώσους και ρωσικές οντότητες λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου.

Τα μέτρα περιλαμβάνουν:

  • δέσμευση περιουσιακών στοιχείων,
  • ταξιδιωτικές απαγορεύσεις για φυσικά πρόσωπα,
  • απαγόρευση διάθεσης χρημάτων και οικονομικών πόρων στους καταχωρισμένους στόχους.

Η ανανέωση των καταχωρίσεων αποτελεί επαναλαμβανόμενο τεστ για την ευρωπαϊκή συνοχή, επειδή κάθε κύκλος επανεξέτασης δίνει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να συνδέσουν τη συναίνεσή τους με δικές τους απαιτήσεις.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα για την ΕΕ.

Η Μόσχα δεν χρειάζεται να νικήσει τις κυρώσεις

Η Ρωσία δεν χρειάζεται απαραίτητα να πείσει την Ευρώπη ότι οι κυρώσεις είναι λανθασμένες.

Αρκεί να υπάρχουν αρκετές εσωτερικές διαφωνίες ώστε η διαδικασία λήψης αποφάσεων να γίνεται αργή, δύσκολη και πολιτικά ακριβή.

Αυτό μετατρέπει την ευρωπαϊκή πολιτική κυρώσεων σε μια διαρκή εσωτερική διαπραγμάτευση.

Κάθε ανανέωση μπορεί να γίνει μοχλός πίεσης.

Κάθε νέο πακέτο μπορεί να οδηγήσει σε παζάρι.

Και κάθε διαφωνία προσφέρει στη Μόσχα την ευκαιρία να παρουσιάσει την ΕΕ ως διαιρεμένη.

Τα €90 δισ. δεν λύνουν το πρόβλημα της Ουκρανίας

Η Ευρώπη έχει ήδη επιλέξει μια ενδιάμεση λύση.

Τον Δεκέμβριο του 2025 συμφωνήθηκε δάνειο €90 δισ. προς την Ουκρανία για το 2026 και το 2027, χρηματοδοτούμενο μέσω δανεισμού της ΕΕ από τις κεφαλαιαγορές.

Η Κομισιόν έχει ήδη εκταμιεύσει τα πρώτα €8,47 δισ., ενώ άλλα €6,1 δισ. έχουν εγκριθεί, μεταξύ άλλων για την αεράμυνα.

Η ίδια η Kallas όμως αναγνώρισε στο Wicklow:

«Αυτό δεν είναι αρκετό». 

Και αυτό εξηγεί γιατί η συζήτηση για τα ρωσικά assets επιστρέφει.

Το μεγάλο γεωοικονομικό ερώτημα: Τι σημαίνει για τα παγκόσμια αποθεματικά;

Υπάρχει όμως μια πολύ μεγαλύτερη διάσταση.

Η διαφορά ανάμεσα στο «παγώνω» και στο «χρησιμοποιώ» τα συναλλαγματικά αποθέματα μιας ξένης κεντρικής τράπεζας είναι τεράστια.

Εάν η Δύση δημιουργήσει έναν μηχανισμό μέσω του οποίου δεσμευμένα κρατικά αποθεματικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση της χώρας που δέχθηκε επίθεση, θα δημιουργηθεί ένα εξαιρετικά σημαντικό προηγούμενο.

Και αυτό δεν παρακολουθείται μόνο στη Μόσχα.

Το παρακολουθούν κεντρικές τράπεζες και sovereign wealth funds σε Κίνα, Ινδία, Μέση Ανατολή και άλλες αναδυόμενες οικονομίες.

Το ερώτημά τους είναι απλό:

Πόσο ασφαλή είναι τελικά τα κρατικά αποθεματικά όταν βρίσκονται σε δυτικές χρηματοπιστωτικές υποδομές;

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η συζήτηση γύρω από το ρωσικό χρήμα ξεπερνά κατά πολύ την Ουκρανία.

Αγγίζει την αρχιτεκτονική του ίδιου του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Το πραγματικό όπλο του Πούτιν είναι ο χρόνος

Για τη Μόσχα, οι δύο ευρωπαϊκές διαμάχες αποτελούν πολιτικό κέρδος ακόμη και χωρίς επίσημη χαλάρωση των κυρώσεων.

Όσο το Βέλγιο αρνείται να αναλάβει μόνο του τον κίνδυνο των €202 δισ. και όσο κάθε ανανέωση των περιοριστικών μέτρων απαιτεί νέα πολιτική διαπραγμάτευση, η Ρωσία μπορεί να ποντάρει σε έναν παράγοντα που λειτουργεί υπέρ της:

τον χρόνο.

Η ΕΕ έχει πλέον υιοθετήσει 21 πακέτα κυρώσεων και δηλώνει ότι η πίεση στη ρωσική οικονομία αυξάνεται.

Το επόμενο τεστ όμως δεν είναι μόνο πόσο σκληρές θα είναι οι επόμενες κυρώσεις.

Είναι εάν οι 27 μπορούν να παραμείνουν πολιτικά ενωμένοι αρκετά ώστε να τις εφαρμόζουν.

Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα της ευρωπαϊκής οικονομικής ισχύος απέναντι στη Μόσχα.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο