Η ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική φαίνεται να περνά σε μια νέα, πιο σκληρή φάση.
Δανία, Αυστρία, Γερμανία, Ολλανδία και Ελλάδα συμφώνησαν στην Κοπεγχάγη σε συγκεκριμένο οδικό χάρτη για τη δημιουργία Κέντρων Επιστροφής μεταναστών σε ασφαλείς τρίτες χώρες, με τεχνικές επαφές και διαβουλεύσεις με υποψήφιους εταίρους να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Για την ελληνική πλευρά, η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η Αθήνα θέλει να στείλει το μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει μόνιμος χώρος εγκλωβισμού για όσους δεν δικαιούνται διεθνή προστασία.
Από τη θεωρία στην εφαρμογή
Μέχρι πρόσφατα, η ιδέα των return hubs συζητούνταν κυρίως ως πολιτική κατεύθυνση.
Η συνάντηση της Core Group στην Κοπεγχάγη δείχνει ότι πλέον η συζήτηση μεταφέρεται σε πρακτικό επίπεδο.
Οι πέντε χώρες συμφώνησαν σε:
- νομικές απαιτήσεις,
- εθνικά χρονοδιαγράμματα,
- τεχνικές προδιαγραφές,
- και επαφές με τρίτες χώρες που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν τέτοιες δομές.
Αυτό είναι το κρίσιμο νέο.
Η Ευρώπη δεν συζητά πλέον μόνο αν πρέπει να υπάρξουν hubs.
Συζητά πώς θα στηθούν και με ποιους.
Πλεύρης: «Για την Ελλάδα είναι εθνική ανάγκη»
Ο Θάνος Πλεύρης χρησιμοποίησε σαφή και πολιτικά φορτισμένη γλώσσα.
«Για την Ελλάδα —μια χώρα που βρίσκεται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σηκώνει δυσανάλογο βάρος διαχείρισης των ροών— η εφαρμογή των Κέντρων Επιστροφής δεν αποτελεί απλώς μια θεωρητική επιλογή, αλλά επιτακτική εθνική ανάγκη», τόνισε.
Η φράση αυτή δείχνει ότι η κυβέρνηση θέλει να εντάξει τα return hubs σε μια ευρύτερη πολιτική αποτροπής.
Όχι μόνο επιστροφή όσων δεν δικαιούνται άσυλο.
Αλλά και σαφές μήνυμα ότι η είσοδος στην ΕΕ δεν σημαίνει αυτομάτως παραμονή στο ευρωπαϊκό έδαφος.
Η μεγάλη αλλαγή στη φιλοσοφία της ΕΕ
Η ουσία βρίσκεται εδώ.
Για χρόνια, η ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική επικεντρωνόταν κυρίως στην υποδοχή, την εξέταση αιτημάτων ασύλου και τη διανομή βαρών μεταξύ κρατών-μελών.
Το νέο μοντέλο επιχειρεί να μεταφέρει μέρος του βάρους εκτός ΕΕ.
Τα return hubs προορίζονται για ανθρώπους των οποίων τα αιτήματα διεθνούς προστασίας έχουν απορριφθεί ή οι οποίοι δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα παραμονής.
Εάν εφαρμοστούν, θα μπορούσαν να λειτουργούν ως ενδιάμεσοι χώροι πριν από την τελική επιστροφή στις χώρες καταγωγής.
Το νομικό ζήτημα είναι το πιο δύσκολο
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη δυσκολία.
Ο Πλεύρης επέμεινε ότι το μοντέλο θα λειτουργήσει «με πλήρη σεβασμό στο Ευρωπαϊκό και το Διεθνές Δίκαιο».
Και αυτό δεν είναι τυπική αναφορά.
Για να λειτουργήσουν τέτοια κέντρα, πρέπει να λυθούν δύσκολα νομικά ερωτήματα:
αν οι τρίτες χώρες θεωρούνται ασφαλείς, ποιος έχει την ευθύνη για τους ανθρώπους που μεταφέρονται εκεί, ποια δικαιώματα διατηρούν, ποια είναι η διαδικασία προσφυγής και πώς εξασφαλίζεται ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης.
Άρα η πολιτική βούληση υπάρχει.
Η νομική αρχιτεκτονική όμως θα καθορίσει αν το μοντέλο μπορεί πράγματι να σταθεί.
Η Ελλάδα θέλει να μη μείνει «χώρος αναμονής»
Για την Αθήνα, το ζήτημα έχει άμεση εθνική διάσταση.
Ως χώρα πρώτης εισόδου, η Ελλάδα αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια την πίεση να φιλοξενεί ανθρώπους που είτε περιμένουν απόφαση ασύλου είτε έχουν απορριφθεί αλλά δεν μπορούν να επιστραφούν γρήγορα.
Ο Πλεύρης το έθεσε ωμά:
«Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε η Ελλάδα να μετατρέπεται σε μόνιμο σημείο εγκλωβισμού για όσους δεν δικαιούνται διεθνή προστασία».
Αυτό είναι ίσως το βασικό πολιτικό μήνυμα προς το εσωτερικό.
Η κυβέρνηση θέλει να δείξει ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη θα συνοδεύεται πλέον και από μηχανισμούς πραγματικής αποσυμφόρησης.
Ποιοι θα είναι οι τρίτοι εταίροι
Το μεγαλύτερο ερώτημα παραμένει ποια κράτη θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν τα hubs.
Ο Πλεύρης ανέφερε ότι οι διαβουλεύσεις έχουν ήδη ξεκινήσει και ότι υπάρχει αισιοδοξία για αμοιβαία επωφελή συμφωνία.
Δεν έχουν όμως ανακοινωθεί συγκεκριμένες χώρες.
Και αυτό είναι κρίσιμο.
Διότι η επιτυχία ή αποτυχία του μοντέλου θα εξαρτηθεί από το αν θα βρεθούν τρίτα κράτη που:
- θα θεωρούνται νομικά ασφαλή,
- θα διαθέτουν διοικητική ικανότητα,
- θα αποδεχθούν επιστροφές,
- και θα λάβουν οικονομικά ή πολιτικά ανταλλάγματα που θα κάνουν τη συνεργασία βιώσιμη.
Η Ευρώπη γίνεται πιο σκληρή
Η Κοπεγχάγη δείχνει και μια ευρύτερη πολιτική μετατόπιση.
Χώρες με διαφορετικές κυβερνητικές παραδόσεις συγκλίνουν πλέον σε πιο αυστηρή γραμμή στο μεταναστευτικό.
Δανία, Αυστρία, Γερμανία, Ολλανδία και Ελλάδα δεν ανήκουν όλες στο ίδιο πολιτικό στρατόπεδο.
Το ότι συγκροτούν κοινό πυρήνα γύρω από την πολιτική επιστροφών δείχνει ότι η αυστηροποίηση δεν είναι πια μόνο δεξιά ατζέντα.
Γίνεται ευρωπαϊκό mainstream.
Το ελληνικό πολιτικό όφελος
Για την κυβέρνηση, η συμμετοχή στον στενό πυρήνα έχει και εσωτερική πολιτική αξία.
Η Αθήνα μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν ακολουθεί απλώς ευρωπαϊκές αποφάσεις.
Συμμετέχει στη διαμόρφωσή τους.
Αυτό επιτρέπει στο Μαξίμου να παρουσιάσει την Ελλάδα ως χώρα που μεταφέρει την εμπειρία των εξωτερικών συνόρων στο κέντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Η μεγάλη εικόνα: Από τη διαχείριση στην αποτροπή
Αν τα return hubs προχωρήσουν πραγματικά, η αλλαγή θα είναι ουσιαστική.
Η ΕΕ θα μετακινηθεί από ένα μοντέλο όπου οι απορριφθέντες αιτούντες παραμένουν για μεγάλο διάστημα εντός ευρωπαϊκού εδάφους σε ένα σύστημα που επιδιώκει γρηγορότερη απομάκρυνση και εξωτερική διαχείριση.
Αυτό μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.
Μπορεί όμως ταυτόχρονα να ανοίξει μεγάλες νομικές, ανθρωπιστικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι σαφές:
να αποδείξει ότι μπορεί να συνδυάσει αυστηρότερες επιστροφές και αποτροπή με πλήρη νομική θωράκιση.
Αν αυτό πετύχει, τα return hubs δεν θα είναι απλώς μια ακόμη μεταναστευτική πρωτοβουλία.
Θα σηματοδοτήσουν τη μετάβαση της Ευρώπης σε ένα πολύ πιο αυστηρό μοντέλο συνόρων, επιστροφών και ευθύνης προς τρίτες χώρες.
Πηγή: pagenews.gr
