Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη όχι απλώς με ένα μεγάλο οικονομικό πακέτο, αλλά με έναν σχεδόν ολοκληρωμένο πολιτικό χάρτη μέχρι τις εκλογές του 2027.
Πίσω από τις φοροελαφρύνσεις, τις αυξήσεις, τα στεγαστικά εργαλεία και τις παρεμβάσεις για συνταξιούχους και επαγγελματίες βρίσκεται μία πολύ συγκεκριμένη επιδίωξη του Μεγάρου Μαξίμου: να ξαναφέρει κοντά στη Νέα Δημοκρατία κοινωνικές ομάδες που αποτέλεσαν κρίσιμο μέρος της εκλογικής συμμαχίας του 2023, αλλά στη συνέχεια εμφάνισαν σημάδια απομάκρυνσης, δυσαρέσκειας ή αποχής.
Η κυβερνητική στρατηγική γίνεται πλέον ορατή και μέσα από τις κοινωνικές κατηγορίες στις οποίες κατευθύνονται οι παρεμβάσεις: περίπου 500.000 ελεύθεροι επαγγελματίες, 2,6 εκατ. συνταξιούχοι, 610.000 αγρότες, περισσότερες από 100.000 τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες, περίπου 714.000 δημόσιοι υπάλληλοι και εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται στο κυβερνητικό ραντάρ.
Δεν είναι «καλάθι» – Είναι εκλογικός χάρτης
Αυτή είναι η βασική πολιτική διαφορά της φετινής ΔΕΘ.
Το Μαξίμου δεν επιχειρεί να παρουσιάσει ένα ενιαίο μεγάλο μέτρο που θα λειτουργήσει ως σημαία της οικονομικής πολιτικής.
Αντίθετα, διαμοιράζει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο σε πολλές διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.
Η επιλογή είναι πολιτικά εύλογη: κάθε παρέμβαση απευθύνεται σε διαφορετική εστία πίεσης.
Στους ελεύθερους επαγγελματίες επιχειρείται διόρθωση των συνεπειών της τεκμαρτής φορολόγησης.
Στους συνταξιούχους συζητείται μεγαλύτερη μόνιμη ετήσια ενίσχυση.
Στους αγρότες προετοιμάζεται πρόσθετη φορολογική παρέμβαση.
Στις οικογένειες εξετάζονται ενισχυμένα κίνητρα και ειδικότερα μέτρα για τρίτεκνους και πολύτεκνους.
Στους δημόσιους υπαλλήλους αναζητείται πρόσθετη εισοδηματική ενίσχυση χωρίς επιστροφή στον πλήρη 13ο μισθό.
Και στους νέους το μεγάλο όπλο είναι το στεγαστικό.
Νεότερα ρεπορτάζ καταγράφουν μάλιστα υπό εξέταση παρεμβάσεις από βελτιώσεις στη φορολογία των ενοικίων και το επίδομα παιδιού έως νέα στεγαστικά εργαλεία και ένα πιθανό «Σπίτι μου 3».
Η μεσαία τάξη ξαναγίνεται το μεγάλο στοίχημα
Η πιο κρίσιμη δεξαμενή παραμένει, όμως, η μεσαία τάξη.
Ελεύθεροι επαγγελματίες, μικρές επιχειρήσεις, μισθωτοί και οικογένειες που δεν εντάσσονται στις χαμηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες έχουν δεχθεί τα τελευταία χρόνια συνδυασμένη πίεση από πληθωρισμό, υψηλές τιμές κατοικίας και αυξημένο κόστος καθημερινότητας.
Η κυβέρνηση θέλει τώρα να περάσει στο επόμενο στάδιο του οικονομικού της αφηγήματος:
από το «η οικονομία σταθεροποιήθηκε» στο «η ανάπτυξη επιστρέφει στον φορολογούμενο».
Η επιβράβευση της φορολογικής συνέπειας βρίσκεται γι’ αυτό ψηλά στις κυβερνητικές προτεραιότητες, μαζί με πιθανές αλλαγές στην προκαταβολή φόρου, στα τεκμήρια και στο τέλος επιτηδεύματος για νομικά πρόσωπα.
Η επίσημη κυβερνητική γραμμή ήδη περιγράφει τις φοροελαφρύνσεις, τη μεσαία τάξη, τις οικογένειες και τους συνταξιούχους ως βασικούς άξονες των εξαγγελιών.
Οι συνταξιούχοι και το «μόνιμο χρήμα»
Οι συνταξιούχοι αποτελούν ίσως την πιο ξεκάθαρη περίπτωση.
Το σενάριο που βρίσκεται στο τραπέζι προβλέπει αύξηση της μόνιμης ετήσιας ενίσχυσης, που σήμερα διαμορφώνεται στα 300 ευρώ, με πληροφορίες να μιλούν ακόμη και για περιοχή 400–450 ευρώ, παράλληλα με ενδεχόμενη διεύρυνση των δικαιούχων.
Η επιλογή της μονιμότητας έχει σημασία.
Το Μαξίμου θέλει να αποφύγει την εικόνα του έκτακτου προεκλογικού «μποναμά» και να παρουσιάσει τις παρεμβάσεις ως αποτέλεσμα της σταθερής βελτίωσης των δημόσιων οικονομικών.
Αγρότες: Η δύσκολη σχέση που θέλει να αποκαταστήσει το Μαξίμου
Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα έχει η περίπτωση των αγροτών.
Μετά από μια περίοδο έντονων κινητοποιήσεων και αυξανόμενης δυσαρέσκειας στην περιφέρεια, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα αποτελεί ένα από τα πιο ευάλωτα σημεία της εκλογικής της συμμαχίας.
Για τον λόγο αυτό προετοιμάζεται πρόσθετη φορολογική παρέμβαση, ενώ ήδη έχουν δρομολογηθεί αλλαγές που αφορούν το αγροτικό πετρέλαιο και τη φορολογική μεταχείριση.
Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, η ενίσχυση των αγροτών περιλαμβάνεται μάλιστα στα μέτρα που το κυβερνητικό επιτελείο επιχειρεί να κρατήσει μέχρι τέλους εκτός δημοσιότητας.
Το στεγαστικό γίνεται πολιτική μάχη για τους κάτω των 40
Η κυβέρνηση γνωρίζει επίσης ότι υπάρχει μια κοινωνική ομάδα για την οποία οι φοροελαφρύνσεις από μόνες τους δεν αρκούν: οι νεότερες ηλικίες.
Για έναν εργαζόμενο 30 ή 35 ετών, το βασικό οικονομικό πρόβλημα συχνά δεν είναι μόνο ο φόρος εισοδήματος αλλά το κόστος της κατοικίας.
Γι’ αυτό το στεγαστικό μετατρέπεται σε αυτόνομο πολιτικό μέτωπο.
Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται νέα εργαλεία για αγορά πρώτης κατοικίας, παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην επιστροφή κλειστών ακινήτων στη μακροχρόνια μίσθωση και η πιθανότητα νέου κύκλου του προγράμματος «Σπίτι μου».
Εδώ η κυβέρνηση επιχειρεί να απαντήσει σε μια εκλογικά κρίσιμη αδυναμία: τη δυσκολία προσέγγισης νεότερων ψηφοφόρων.
Το δεύτερο «πακέτο» της ΔΕΘ δεν έχει ευρώ – Έχει Τσίπρα και Ανδρουλάκη
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη διάσταση στην πρωθυπουργική παρουσία στη Θεσσαλονίκη.
Δεν αφορά παροχές αλλά πολιτική σύγκριση.
Το Μέγαρο Μαξίμου θέλει να μεταφέρει τη σύγκρουση από το ερώτημα «ποιος δίνει περισσότερα» στο ερώτημα «ποιος μπορεί να πληρώσει αυτά που υπόσχεται».
Η επίθεση στον Αλέξη Τσίπρα έχει ήδη ξεκινήσει.
Ο Παύλος Μαρινάκης ανέβασε την κυβερνητική κοστολόγηση των εξαγγελιών του πρώην πρωθυπουργού στα 13 δισ. ευρώ ετησίως, αντιπαραβάλλοντας το ποσό αυτό με τα περίπου 145 εκατ. ευρώ που, σύμφωνα με τους κυβερνητικούς υπολογισμούς, θα μπορούσε να αποδώσει η προτεινόμενη «πατριωτική εισφορά» στο πλουσιότερο 1%.
Η κυβερνητική γραμμή θα είναι ότι οι υποσχέσεις πρέπει να συνοδεύονται από πραγματικές πηγές χρηματοδότησης.
Και ο Ανδρουλάκης μπαίνει στην ίδια εξίσωση
Η ίδια πίεση θα ασκηθεί και στο ΠΑΣΟΚ.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί να παρουσιάσει το κόμμα του ως κυβερνητική εναλλακτική, γεγονός που επιτρέπει στο Μαξίμου να απαιτεί ολοένα πιο συγκεκριμένη κοστολόγηση των προτάσεών του.
Αυτό αλλάζει και τη φύση της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η κυβέρνηση δεν θέλει πλέον να συγκρίνεται μόνο με την προηγούμενη περίοδο ΣΥΡΙΖΑ.
Θέλει να κατασκευάσει ένα ευρύτερο δίλημμα:
δημοσιονομική προβλεψιμότητα και σταδιακές μόνιμες παρεμβάσεις ή μεγαλύτερες υποσχέσεις με αμφισβητούμενη χρηματοδότηση;
Αυτό θα είναι πιθανότατα ένα από τα βασικά πολιτικά μοτίβα μέχρι τις κάλπες.
Από το 2027 στο 2030: Το πραγματικό μήνυμα
Εδώ βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της φετινής ΔΕΘ.
Η κυβέρνηση δεν θέλει οι εξαγγελίες να τελειώσουν στον προϋπολογισμό του 2027.
Θέλει να τις εντάξει σε ένα αφήγημα για την «Ελλάδα του 2030».
Με άλλα λόγια, το Μαξίμου προσπαθεί ήδη να γεφυρώσει δύο χρονικούς ορίζοντες:
τι θα πάρει ο πολίτης το 2027 και ποια χώρα υπόσχεται ότι θα παραδώσει η ΝΔ το 2030.
Αυτό μετατρέπει τη Θεσσαλονίκη σε κάτι πολύ περισσότερο από οικονομικό γεγονός.
Η ΔΕΘ είναι η πρώτη πραγματική μάχη επανασυσπείρωσης
Τα δισεκατομμύρια είναι το εργαλείο.
Ο πραγματικός στόχος είναι πολιτικός.
Η Νέα Δημοκρατία θέλει να ανακτήσει τμήματα της κοινωνικής συμμαχίας που της έδωσαν τις μεγάλες εκλογικές νίκες του 2023: μεσαία τάξη, επαγγελματίες, συνταξιούχους, περιφέρεια, οικογένειες και ένα κομμάτι των νεότερων ψηφοφόρων.
Και ταυτόχρονα θέλει να οδηγήσει Τσίπρα και Ανδρουλάκη σε ένα πεδίο όπου θεωρεί ότι διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα: την οικονομική αξιοπιστία και την κοστολόγηση.
Έτσι, πίσω από κάθε φοροελάφρυνση και κάθε επίδομα της φετινής ΔΕΘ υπάρχει στην πραγματικότητα ένα δεύτερο ερώτημα:
ποια από τις κοινωνικές ομάδες που απομακρύνθηκαν από τη ΝΔ μπορεί να επιστρέψει μέχρι την άνοιξη του 2027;
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της Θεσσαλονίκης.
Πηγή: pagenews.gr
