Οικονομία

Μισθοί μετά τη ΔΕΘ: Η «τρύπα» πίσω από τα €1.000 – Μόλις 0,3% η πραγματική αύξηση από το 2019

Μισθοί μετά τη ΔΕΘ: Η «τρύπα» πίσω από τα €1.000 – Μόλις 0,3% η πραγματική αύξηση από το 2019
Ο Μητσοτάκης έβαλε στόχο κατώτατο μισθό €1.000 έως τον Ιανουάριο του 2028, όμως τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ αποκαλύπτουν το πραγματικό στοίχημα: οι ονομαστικές αυξήσεις συγκρούονται με ακρίβεια, στέγη και συσσωρευμένο πληθωρισμό – Η αγοραστική δύναμη των μισθωτών βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ

Η κυβέρνηση έβαλε στη ΔΕΘ έναν αριθμό στο κέντρο της οικονομικής της στρατηγικής για την επόμενη ημέρα: 1.000 ευρώ κατώτατος μισθός έως τον Ιανουάριο του 2028.

Υπάρχει όμως ένας δεύτερος αριθμός που δείχνει γιατί η μάχη των μισθών θα είναι πολύ δυσκολότερη από μια απλή αύξηση του κατώτατου.

0,3%.

Τόσο αυξήθηκε κατά μέσο όρο ετησίως ο πραγματικός μέσος μισθός στην Ελλάδα την περίοδο 2019-2025, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ που παρουσιάζει η «Καθημερινή». Την ίδια ώρα, η σωρευτική άνοδος του γενικού επιπέδου τιμών από τον Ιούλιο του 2021 φτάνει περίπου το 25%, το κόστος στέγασης έχει αυξηθεί κατά 37% και η τιμή του κρέατος κατά 51%.

Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο οικονομικό τεστ μετά τη ΔΕΘ.

Δεν αρκεί πλέον να αυξάνονται οι μισθοί.

Πρέπει να αυξάνονται γρηγορότερα από τη ζωή.

Τα €1.000 του Μητσοτάκη και η πραγματική μάχη

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεσμεύθηκε ότι ο κατώτατος μισθός θα φτάσει τα €1.000 —και τα €1.300 με τριετίες— έως τον Ιανουάριο του 2028.

Παράλληλα, από τον Απρίλιο του 2027 προβλέπεται νέα μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων.

Η κατεύθυνση είναι ξεκάθαρη: μεγαλύτερος καθαρός μισθός και μικρότερο μη μισθολογικό κόστος.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πραγματική οικονομία δεν μετρά τους μισθούς μόνο σε ευρώ.

Τους μετρά σε αγοραστική δύναμη.

Και εκεί η εικόνα γίνεται πολύ πιο δύσκολη.

Το 68% της Ευρώπης

Σύμφωνα με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων μισθωτών βρίσκεται μόλις στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό είναι ίσως το πιο πολιτικά ισχυρό στοιχείο.

Γιατί η κυβέρνηση μπορεί να δείχνει την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, την πτώση της ανεργίας, την επενδυτική βαθμίδα και τη βελτίωση των δημοσιονομικών.

Ο εργαζόμενος όμως κάνει έναν πολύ απλούστερο υπολογισμό.

Πόσα χρήματα μπαίνουν στον λογαριασμό του και πόσα απομένουν αφού πληρώσει ενοίκιο, σούπερ μάρκετ, ενέργεια και μετακινήσεις.

Και εκεί θα κριθεί τελικά η επιτυχία ή αποτυχία του κυβερνητικού στοιχήματος.

Το μεγάλο παράδοξο: Οι μισθοί ανέβηκαν – Αλλά οι τιμές έτρεξαν περισσότερο

Υπάρχει μία κρίσιμη διάκριση.

Οι ονομαστικοί μισθοί έχουν πράγματι αυξηθεί.

Σε προηγούμενα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός εμφανίζεται αυξημένος κατά 19,7% μεταξύ 2019 και 2025, φτάνοντας στα €18.134.

Όταν όμως αφαιρεθεί η επίδραση των τιμών, η εικόνα αλλάζει.

Ο πραγματικός μέσος μισθός παραμένει χαμηλότερος από τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ σε σχέση με το 2021 εμφανίζεται επίσης μειωμένος.

Με απλά λόγια:

ο εργαζόμενος παίρνει περισσότερα ευρώ.

Δεν σημαίνει ότι μπορεί να αγοράσει αναλογικά περισσότερα πράγματα.

Η στέγη «τρώει» τον μισθό

Και πουθενά αυτή η αντίφαση δεν είναι τόσο έντονη όσο στη στέγη.

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που έχει παρουσιάσει η «Καθημερινή», οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν συνολικά κατά 50,4% μεταξύ 2021 και 2025.

Στη Θεσσαλονίκη η αύξηση έφτασε το 60,7%.

Εδώ βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του «Σπίτι μου 3».

Η κυβέρνηση επιχειρεί να διευκολύνει την πρόσβαση στην ιδιοκτησία με ένα νέο πρόγραμμα €2 δισ.

Όμως εάν η πρόσθετη χρηματοδότηση αυξήσει τη ζήτηση χωρίς να αυξηθεί παράλληλα η προσφορά κατοικιών, υπάρχει κίνδυνος ένα μέρος της βοήθειας να απορροφηθεί από ακόμη υψηλότερες τιμές.

Το στεγαστικό επομένως δεν είναι απλώς κοινωνικό πρόγραμμα.

Είναι μέρος της πολιτικής μισθών.

Η άλλη παγίδα: Ο κατώτατος πλησιάζει τον μέσο μισθό

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, πιο δομικό πρόβλημα.

Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει μία από τις μικρότερες αποστάσεις στην ΕΕ μεταξύ κατώτατου και μέσου μισθού.

Ακούγεται θετικό.

Δεν είναι απαραίτητα.

Εάν αυξάνεται γρήγορα ο κατώτατος αλλά δεν ακολουθεί ολόκληρη η μισθολογική κλίμακα, τότε όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι με εμπειρία, ειδίκευση και περισσότερα προσόντα συγκεντρώνονται κοντά στον κατώτατο.

Δημιουργείται δηλαδή μισθολογική συμπίεση.

Γι’ αυτό η ΓΣΕΕ ζητά αυξήσεις σε ολόκληρη την κλίμακα και μεγαλύτερη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις, όχι μόνο διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου.

Η ΔΕΘ άνοιξε μια μάχη που δεν κερδίζεται με έναν αριθμό

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό στοίχημα του Μητσοτάκη.

Τα €1.000 είναι ένας ισχυρός και εύκολα κατανοητός στόχος.

Αλλά μέχρι τον Ιανουάριο του 2028 θα έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία τι θα αγοράζουν αυτά τα €1.000.

Εάν ο πληθωρισμός παραμένει ελεγχόμενος, η στέγη αρχίσει να αποκλιμακώνεται και οι αυξήσεις περάσουν πάνω από τον κατώτατο σε ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα, η κυβέρνηση θα μπορεί να υποστηρίξει ότι η ανάπτυξη μεταφέρθηκε πράγματι στην τσέπη.

Εάν όχι, η αντιπολίτευση θα έχει ένα πολύ απλό επιχείρημα:

οι αριθμοί της οικονομίας αυξήθηκαν, αλλά η πραγματική αγοραστική δύναμη δεν ακολούθησε.

Γι’ αυτό το μεγαλύτερο οικονομικό στοίχημα μετά τη φετινή ΔΕΘ μπορεί τελικά να μην είναι ούτε τα επιδόματα ούτε οι φοροελαφρύνσεις.

Είναι η απόσταση ανάμεσα στον ονομαστικό μισθό και στην πραγματική ζωή.

Και αυτή η απόσταση θα είναι από τους σημαντικότερους αριθμούς της διαδρομής προς το 2027.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο