Ισχυρές πιέσεις δέχεται η αγορά κρατικού χρέους της Βρετανίας, με τις αποδόσεις των gilts να κινούνται σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Η νέα έκδοση 30ετούς ομολόγου επιβεβαίωσε το πόσο ακριβότερη έχει γίνει πλέον η χρηματοδότηση του βρετανικού Δημοσίου, σε μία περίοδο κατά την οποία το Λονδίνο βρίσκεται αντιμέτωπο με υψηλό χρέος, αυξημένες δαπάνες τόκων και περιορισμένο δημοσιονομικό περιθώριο.
Απόδοση 5,8168% στη νέα 30ετή έκδοση
Η βρετανική κυβέρνηση άντλησε 4,25 δισ. λίρες μέσω 30ετούς κρατικού ομολόγου, με την απόδοση να διαμορφώνεται στο 5,8168%. Πρόκειται για το υψηλότερο κόστος που έχει καταγραφεί σε αντίστοιχη έκδοση από τότε που ιδρύθηκε το Debt Management Office το 1998.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτυπώνει την ένταση με την οποία το πρόσφατο selloff στις διεθνείς αγορές ομολόγων έχει επηρεάσει τη Βρετανία. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων gilts είχαν ήδη κινηθεί γύρω από το 5,83%, έχοντας αγγίξει επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί από τον Μάιο του 1998.
Όσο υψηλότερη είναι η απόδοση που απαιτούν οι επενδυτές, τόσο μεγαλύτερο είναι το κόστος με το οποίο το κράτος πρέπει να αναχρηματοδοτεί το χρέος του.
Ισχυρή ζήτηση παρά το υψηλό επιτόκιο
Παρά το αυξημένο κόστος, η ζήτηση από τους επενδυτές παρέμεινε ιδιαίτερα ισχυρή. Οι προσφορές ξεπέρασαν τις 85 δισ. λίρες, δείχνοντας ότι η αγορά εξακολουθεί να είναι πρόθυμη να χρηματοδοτεί τη Βρετανία, αλλά πλέον ζητά σαφώς υψηλότερη απόδοση για να το κάνει.
Αυτό αποτελεί μία σημαντική διάκριση. Η βρετανική αγορά χρέους δεν αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή έλλειψη επενδυτικού ενδιαφέροντος. Αντιμετωπίζει, όμως, μία ακριβότερη πραγματικότητα.
Οι επενδυτές αγοράζουν βρετανικό χρέος, αλλά απαιτούν πολύ μεγαλύτερη ανταμοιβή για τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν.
Γιατί εκτοξεύθηκαν οι αποδόσεις των gilts
Η άνοδος δεν αποτελεί αποκλειστικά βρετανικό φαινόμενο. Οι διεθνείς αγορές κρατικών ομολόγων έχουν βρεθεί υπό πίεση, καθώς οι επενδυτές επαναξιολογούν τις προοπτικές του πληθωρισμού, τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και το ενδεχόμενο τα επιτόκια να παραμείνουν υψηλότερα για περισσότερο διάστημα.
Στη Βρετανία, όμως, αυτές οι διεθνείς πιέσεις συναντούν ήδη ένα επιβαρυμένο δημοσιονομικό περιβάλλον.
Οι ανησυχίες για νέα άνοδο των ενεργειακών τιμών έχουν ενισχύσει τον φόβο ότι ο πληθωρισμός μπορεί να παραμείνει επίμονος. Παράλληλα, τα αυξημένα επίπεδα κρατικού δανεισμού και η μεγάλη προσφορά νέων ομολόγων πιέζουν περαιτέρω τις αποδόσεις.
Το χρέος πάνω από το 94% του ΑΕΠ
Το δημοσιονομικό υπόβαθρο εξηγεί γιατί οι κινήσεις στην αγορά ομολόγων προκαλούν τόσο μεγάλη ανησυχία στο Λονδίνο.
Το καθαρό χρέος του δημόσιου τομέα έχει αυξηθεί από περίπου 85% του ΑΕΠ το οικονομικό έτος 2019-2020 σε λίγο πάνω από 94%, επίπεδο που αποτελεί το υψηλότερο βάρος από τη δεκαετία του 1960.
Την ίδια στιγμή, μόνο τον Ιούλιο οι πληρωμές τόκων έφτασαν τα 7,7 δισ. λίρες, ενώ κατά το οικονομικό έτος 2025-2026 περίπου 8 πένες από κάθε 1 λίρα κρατικής δαπάνης κατευθύνθηκαν στην εξυπηρέτηση του χρέους.
Οι συνολικές πληρωμές τόκων εκτιμάται ότι θα κινηθούν φέτος κοντά ή και πάνω από τα 109 δισ. λίρες, δημιουργώντας μία διαρκώς αυξανόμενη πίεση στον κρατικό προϋπολογισμό.
Το δημοσιονομικό περιθώριο μειώνεται
Η αύξηση των αποδόσεων έχει άμεσες συνέπειες στον σχεδιασμό της κυβέρνησης.
Το δημοσιονομικό περιθώριο που διαθέτει στο πλαίσιο των ισχυόντων κανόνων εκτιμάται ότι έχει σχεδόν μειωθεί στο μισό σε σχέση με τα 23,6 δισ. λίρες που υπολογίζονταν την άνοιξη.
Αυτό σημαίνει λιγότερος χώρος για νέες δαπάνες, φορολογικές ελαφρύνσεις ή πρόσθετες παρεμβάσεις χωρίς να τεθούν σε κίνδυνο οι δημοσιονομικοί στόχοι.
Ουσιαστικά, η αγορά ομολόγων περιορίζει τις επιλογές της κυβέρνησης πριν ακόμη καταρτιστεί ο επόμενος προϋπολογισμός.
Η πίεση στον υπουργό Οικονομικών
Ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με μία ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση.
Από τη μία πλευρά πρέπει να διατηρήσει την αξιοπιστία των δημόσιων οικονομικών και να πείσει τις αγορές ότι η χώρα θα παραμείνει προσηλωμένη στη δημοσιονομική πειθαρχία. Από την άλλη, η κυβέρνηση καλείται να χρηματοδοτήσει δημόσιες υπηρεσίες, επενδύσεις και κοινωνικές ανάγκες σε ένα περιβάλλον όπου κάθε νέα λίρα δανεισμού γίνεται ακριβότερη.
Όταν ανεβαίνουν οι αποδόσεις, το κόστος δεν παραμένει μόνο στις οθόνες των traders. Μεταφέρεται στον προϋπολογισμό και τελικά στις πολιτικές επιλογές.
Βρετανία με από τα υψηλότερα επιτόκια στις ανεπτυγμένες οικονομίες
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν συγκριθεί η Βρετανία με άλλες μεγάλες οικονομίες.
Η χώρα βρίσκεται πλέον μεταξύ εκείνων που πληρώνουν το υψηλότερο κόστος δανεισμού στον ανεπτυγμένο κόσμο, ενώ οι αποδόσεις των 10ετών τίτλων κινούνται σε επίπεδα άνω του 5%.
Η Γερμανία και οι ΗΠΑ έχουν επίσης δει σημαντική αύξηση στο κόστος έκδοσης μακροπρόθεσμου χρέους, γεγονός που δείχνει ότι η πίεση αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου παγκόσμιου κύματος. Ωστόσο, τα βρετανικά gilts έχουν υποστεί ιδιαίτερα ισχυρό πλήγμα.
Κίνδυνος και για στεγαστικά και επιχειρήσεις
Η άνοδος των κρατικών αποδόσεων μπορεί να επηρεάσει σταδιακά και την πραγματική οικονομία.
Τα υψηλότερα επιτόκια στα gilts επηρεάζουν το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών, τα εταιρικά ομόλογα και τις τιμές των στεγαστικών δανείων. Ήδη στη βρετανική αγορά έχουν ενισχυθεί οι προσδοκίες ότι αρκετοί δανειστές θα επανεξετάσουν προς τα πάνω τα επιτόκια νέων στεγαστικών προϊόντων.
Εάν οι αποδόσεις παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα, η πίεση μπορεί να περάσει από το Δημόσιο στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.
Η αγορά στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα
Η νέα 30ετής έκδοση δείχνει ότι η Βρετανία εξακολουθεί να διαθέτει πρόσβαση σε βαθιές και ισχυρές κεφαλαιαγορές. Οι προσφορές των επενδυτών ήταν πολλαπλάσιες του ποσού που τελικά άντλησε το Δημόσιο.
Το μήνυμα, όμως, είναι εξίσου καθαρό: η εποχή του φθηνού χρήματος έχει τελειώσει.
Με χρέος άνω του 94% του ΑΕΠ, αυξημένο κόστος τόκων και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, κάθε νέα άνοδος των αποδόσεων δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τις επιλογές της βρετανικής κυβέρνησης.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Βρετανία μπορεί να δανειστεί. Είναι πόσο ακριβά θα πρέπει να πληρώνει για να το κάνει.
Πηγή: Pagenews.gr
