Ένα από τα πιο φιλόδοξα κεφάλαια του νέου προγράμματος του Αλέξη Τσίπρα αφορά την Παιδεία.
Αυξήσεις στις αποδοχές των εκπαιδευτικών, 30.000 μόνιμοι διορισμοί, οικονομική ενίσχυση φοιτητών, σχολικά γεύματα, ψυχολόγοι, προσχολική φροντίδα, δωρεάν ενισχυτική διδασκαλία και αλλαγή του συστήματος πρόσβασης στα πανεπιστήμια συνθέτουν ένα πακέτο που επιχειρεί να τοποθετήσει ξανά τη δημόσια εκπαίδευση ψηλά στην πολιτική ατζέντα.
Το ενδιαφέρον, όμως, αρχίζει όταν οι εξαγγελίες μετατραπούν από τίτλους σε αριθμούς και χρονοδιαγράμματα.
Γιατί τότε προκύπτουν ορισμένα ερωτήματα που το πρόγραμμα της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης θα κληθεί να απαντήσει πολύ πιο συγκεκριμένα.
Τα €300 που δεν έρχονται όλα μαζί
Στη Θεσσαλονίκη ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο εισόδημα των εκπαιδευτικών.
«Με μισθούς αξιοπρέπειας για τους εκπαιδευτικούς με αυξήσεις, αρχικά ύψους 300 ευρώ το μήνα», ανέφερε παρουσιάζοντας το πρόγραμμά του.
Η συγκεκριμένη διατύπωση δημιουργεί εύλογα την εντύπωση μιας άμεσης αύξησης €300.
Σύμφωνα όμως με την αναλυτική κοστολόγηση που συνοδεύει το πρόγραμμα και τις μεταγενέστερες διευκρινίσεις της ΕΛ.Α.Σ., η παρέμβαση προβλέπεται να αναπτυχθεί σταδιακά σε βάθος τετραετίας.
Η προβλεπόμενη διαδρομή είναι:
- 2027: +€75 τον μήνα
- 2028: +€150
- 2029: +€225
- 2030: +€300
Αντίστοιχα, η ετήσια δημοσιονομική επιβάρυνση υπολογίζεται περίπου στα €210 εκατ. το πρώτο έτος και αυξάνεται καθώς σωρεύονται οι μισθολογικές παρεμβάσεις, φτάνοντας περίπου στα €840 εκατ. όταν το μέτρο αναπτυχθεί πλήρως.
Η σταδιακή εφαρμογή μιας αύξησης δεν είναι από μόνη της ασυνήθιστη δημοσιονομική επιλογή. Πολιτικά, όμως, είναι σημαντικό να αποσαφηνίζεται ότι τα €300 αποτελούν τον τελικό και όχι τον αρχικό σταθμό της παρέμβασης.
30.000 διορισμοί – αλλά προς το τέλος της τετραετίας
Αντίστοιχη προσοχή χρειάζεται και η δεύτερη μεγάλη εξαγγελία.
Ο Τσίπρας δεσμεύεται για 30.000 νέους μόνιμους εκπαιδευτικούς.
Πρόκειται αναμφίβολα για αριθμό μεγάλης κλίμακας. Για σύγκριση, το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε για το σχολικό έτος 2026-2027 συνολικά 5.487 νέους μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών και μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ.
Το κρίσιμο στοιχείο στο πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ., ωστόσο, είναι ο χρόνος.
Οι 30.000 προσλήψεις δεν προβλέπεται να ξεκινήσουν αμέσως από το 2027, αλλά τοποθετούνται σε δύο φάσεις προς το τέλος του κυβερνητικού κύκλου, το 2029 και το 2030.
Άρα το πολιτικό ερώτημα δεν είναι μόνο «πόσοι», αλλά και «πότε».
Το μεγάλο ερώτημα των δαπανών: Πού πήγε το 5% του ΑΕΠ;
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πολιτική διαφορά μεταξύ του σημερινού σχεδίου και παλαιότερων δεσμεύσεων του Αλέξη Τσίπρα.
Το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. προβλέπει σε πλήρη ανάπτυξη περίπου €1,39 δισ. ετησίως για τη δημόσια Παιδεία, καθώς και περίπου €945 εκατ. για την «Εθνική Εγγύηση για το Παιδί».
Συνολικά πρόκειται για περίπου €2,335 δισ. πρόσθετων παρεμβάσεων.
Δεν είναι μικρό ποσό.
Δεν αποτελεί όμως από μόνο του δέσμευση για συγκεκριμένο ποσοστό του ΑΕΠ.
Και εδώ βρίσκεται η ουσιαστική αλλαγή: ο στόχος για δαπάνες Παιδείας στο 5% του ΑΕΠ, που είχε αποτελέσει επί χρόνια κεντρική προγραμματική αναφορά του ΣΥΡΙΖΑ, δεν εμφανίζεται ως αντίστοιχη ρητή δέσμευση στο νέο πρόγραμμα.
Με δεδομένο ότι ο κρατικός προϋπολογισμός του 2026 προβλέπει ονομαστικό ΑΕΠ περίπου €260 δισ., οι διαφορές ακόμη και μερικών δεκάτων της ποσοστιαίας μονάδας μεταφράζονται σε πολύ μεγάλα ποσά.
Το υπουργείο Παιδείας δημοσιεύει παράλληλα σε μηνιαία βάση τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού του, γεγονός που επιτρέπει πλέον στενότερη παρακολούθηση της πραγματικής δαπάνης.
Το ερώτημα επομένως προς την ΕΛ.Α.Σ. είναι συγκεκριμένο:
Ποιος είναι ο τελικός στόχος για τη δημόσια εκπαιδευτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ;
Χωρίς αυτή την απάντηση, είναι δύσκολο να συγκριθεί το νέο σχέδιο με την παλαιότερη δέσμευση του 5%.
13ος και 14ος μισθός: Η επιστροφή που δεν υπάρχει
Υπάρχει και μια δεύτερη διαφορά από ένα περισσότερο ριζοσπαστικό μισθολογικό πρόγραμμα για το Δημόσιο.
Η αύξηση των €300 αφορά ειδικά τους εκπαιδευτικούς.
Δεν συνοδεύεται από εξαγγελία επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές πολιτικές επιλογές.
Η πρώτη ενισχύει στοχευμένα έναν κλάδο που το πρόγραμμα θεωρεί υποαμειβόμενο.
Η δεύτερη θα αποτελούσε οριζόντια αποκατάσταση μισθολογικών απωλειών για το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων.
Η ΕΛ.Α.Σ. επιλέγει, τουλάχιστον στο σημερινό της πρόγραμμα, την πρώτη διαδρομή.
«Κατάργηση Πανελλαδικών» – Τι ακριβώς καταργείται;
Ακόμη μεγαλύτερη συζήτηση προκαλεί η εξαγγελία για τις Πανελλαδικές.
Ο Τσίπρας ανακοίνωσε την κατάργησή τους και την αντικατάστασή τους από νέο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Η εικόνα όμως είναι πιο σύνθετη.
Για τμήματα όπου οι ενδιαφερόμενοι δεν ξεπερνούν τις διαθέσιμες θέσεις, προβλέπεται ουσιαστικά ελεύθερη πρόσβαση.
Στις σχολές υψηλής ζήτησης, όμως, η επιλογή των υποψηφίων παραμένει.
Η αναλυτικότερη πρόταση προβλέπει μεταβατικά εξετάσεις κατάταξης και στη συνέχεια σύστημα που θα βασίζεται στο «Αναβαθμισμένο Απολυτήριο».
Επομένως, το σημερινό σύστημα Πανελλαδικών μπορεί πράγματι να καταργείται ως θεσμός, δεν εξαφανίζεται όμως η ανάγκη κατάταξης των υποψηφίων στις περιζήτητες σχολές.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό κοινωνικό στοίχημα.
Εάν η πρόσβαση εξακολουθεί να εξαρτάται από μια ανταγωνιστική κατάταξη πριν από το πανεπιστήμιο, θα εξακολουθεί να υπάρχει ισχυρό κίνητρο για φροντιστήρια και εξωσχολική προετοιμασία.
Άρα χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη εξειδίκευση για να φανεί εάν αλλάζει πραγματικά το εκπαιδευτικό μοντέλο ή κυρίως ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η επιλογή.
Αξιολόγηση: Καταργείται το μοντέλο Κεραμέως, αλλά τι έρχεται στη θέση του;
Το ίδιο συμβαίνει με την αξιολόγηση.
Η επίσημη θέση Τσίπρα είναι σαφής ως προς το υπάρχον πλαίσιο:
«Με την κατάργηση του τιμωρητικού νόμου Κεραμέως και εισαγωγή ουσιαστικής ολιστικής αξιολόγησης που στηρίζει τον εκπαιδευτικό και βελτιώνει το σχολείο».
Αυτό απαντά στο τι θέλει να καταργήσει.
Δεν απαντά ακόμη πλήρως στο τι ακριβώς θέλει να δημιουργήσει.
Θα υπάρχει ατομική αξιολόγηση εκπαιδευτικών;
Θα υπάρχουν συγκριτικοί δείκτες μεταξύ σχολείων;
Θα συνδέονται αποτελέσματα αξιολόγησης με χρηματοδότηση ή υπηρεσιακή εξέλιξη;
Ποιος θα αξιολογεί και με ποια κριτήρια;
Μέχρι να παρουσιαστεί το νέο μοντέλο, η έννοια της «ολιστικής αξιολόγησης» παραμένει πολιτική κατεύθυνση και όχι ολοκληρωμένος μηχανισμός.
Το δύσκολο θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων
Υπάρχει τέλος μια πολιτικά λεπτή ισορροπία στο άρθρο 16 και στα μη κρατικά πανεπιστήμια.
Η ΕΛ.Α.Σ. αντιτίθεται στην αναθεώρηση του άρθρου 16.
Ταυτόχρονα όμως δεν προαναγγέλλει κατάργηση των ΝΠΠΕ που έχουν ήδη δημιουργηθεί, αλλά αυστηρότερο θεσμικό πλαίσιο και εποπτεία.
Εδώ υπάρχει μια σαφής μετατόπιση από τη λογική της πλήρους ανατροπής στη λογική της ρύθμισης ενός ήδη διαμορφωμένου τοπίου.
Και αυτό απαιτεί πολιτική εξήγηση.
Εάν η θέση παραμένει ότι η ανώτατη εκπαίδευση αποτελεί πρωτίστως δημόσιο αγαθό και ότι η παράκαμψη του άρθρου 16 ήταν λανθασμένη, τότε πρέπει να εξηγηθεί γιατί ένας ιδιωτικός πανεπιστημιακός τομέας που έχει ήδη δημιουργηθεί αντιμετωπίζεται πλέον ως πραγματικότητα που θα ρυθμιστεί και όχι ως θεσμός που θα ανατραπεί.
Περισσότερα χρήματα, αλλά το πραγματικό debate είναι βαθύτερο
Το πρόγραμμα Τσίπρα περιέχει αναμφίβολα παρεμβάσεις με σημαντικό κοινωνικό αποτύπωμα.
Πέρα από μισθούς και προσλήψεις, περιλαμβάνει καθολικά σχολικά γεύματα, ψυχολόγους στα σχολικά συγκροτήματα, ενίσχυση της προσχολικής φροντίδας, δωρεάν ενισχυτική διδασκαλία και οικονομική υποστήριξη φοιτητών που σπουδάζουν μακριά από την οικογενειακή κατοικία. Επομένως, μια σοβαρή κριτική δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι πρόκειται απλώς για συνέχιση της σημερινής πολιτικής.
Υπάρχουν σαφείς διαφορετικές επιλογές.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο βαθιά φτάνει αυτή η διαφοροποίηση.
Η νέα πρόταση δεν επαναφέρει μέχρι στιγμής τον στόχο του 5% του ΑΕΠ. Δεν προβλέπει 13ο και 14ο μισθό. Μεταθέτει μεγάλο μέρος των 30.000 διορισμών προς το τέλος της τετραετίας. Αντικαθιστά τις Πανελλαδικές χωρίς να καταργεί την ανταγωνιστική επιλογή στις σχολές υψηλής ζήτησης. Δεν έχει εξειδικεύσει πλήρως το νέο σύστημα αξιολόγησης. Και αντιμετωπίζει τα ήδη ιδρυθέντα μη κρατικά πανεπιστήμια ως πραγματικότητα που θα ρυθμίσει.
Αυτό δεν ακυρώνει τις εξαγγελίες.
Μεταφέρει όμως τη συζήτηση από το «πόσα δίνει ο Τσίπρας» στο σημαντικότερο ερώτημα: ποιο εκπαιδευτικό μοντέλο θέλει τελικά να οικοδομήσει.
Γιατί η μεγάλη πολιτική δοκιμασία ενός προγράμματος Παιδείας δεν είναι μόνο εάν διαθέτει περισσότερα χρήματα από τον αντίπαλό του. Είναι εάν οι πρόσθετοι πόροι συνοδεύονται από αλλαγές στους κανόνες που καθορίζουν την πρόσβαση, τις ανισότητες, τη λειτουργία των σχολείων και τον χαρακτήρα του δημόσιου πανεπιστημίου.
Και σε αυτά τα ζητήματα, το νέο πρόγραμμα Τσίπρα έχει ανοίξει τη συζήτηση — δεν έχει ακόμη δώσει όλες τις απαντήσεις.
Πηγή: pagenews.gr
