Το παράδοξο του σημερινού πολιτικού σκηνικού είναι ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να μην έχει απέναντί της έναν αντίπαλο που να απειλεί ευθέως την πρώτη θέση της, αλλά ταυτόχρονα δεν διαθέτει σήμερα τα ποσοστά που θα της επέτρεπαν να θεωρεί δεδομένη την τρίτη αυτοδύναμη θητεία.
Αυτό ακριβώς δημιουργεί το πιο ενδιαφέρον πολιτικό ερώτημα για την άνοιξη του 2027: όχι τόσο ποιος θα κερδίσει τις εκλογές, αλλά ποιος και με ποιον θα μπορέσει να κυβερνήσει την επομένη.
Η τελευταία Interview επιβεβαιώνει αυτή τη βασική εικόνα. Η ΝΔ βρίσκεται στο 29,1% στην εκτίμηση αποτελέσματος, η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα στο 15,5% και το ΠΑΣΟΚ στο 13,2%, ενώ το 45% δηλώνει ότι προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση και το 41% κυβέρνηση συνεργασίας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σκηνικό στο οποίο η πολιτική ηγεμονία του Κυριάκου Μητσοτάκη παραμένει ισχυρή, αλλά η κυβερνησιμότητα μετατρέπεται σταδιακά στο μεγαλύτερο στοίχημα.
Χωρίς να εγκλωβίζεται κανείς στα δεκαδικά ψηφία κάθε μέτρησης, η κατεύθυνση είναι αρκετά καθαρή:
Η μεγάλη εικόνα είχε ήδη εμφανιστεί και στον συγκριτικό μέσο όρο οκτώ δημοσκοπήσεων του Ιουλίου: ΝΔ πρώτη με 29,6%, ΕΛΑΣ δεύτερη με 17,3% και ΠΑΣΟΚ τρίτο με 11,1%.
Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα του Μαξίμου.
Η ΝΔ μπορεί να προηγείται με διψήφια διαφορά και να μην αντιμετωπίζει σήμερα αξιόπιστο αντίπαλο για την πρώτη θέση, αλλά ένα αποτέλεσμα κοντά στο 29%-30% δεν αρκεί από μόνο του για αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της στρατηγικής Μητσοτάκη περί «σταθερότητας».
Όσο περισσότερο κατακερματίζεται η αντιπολίτευση, τόσο δυσκολότερο γίνεται να εμφανιστεί ένα εναλλακτικό κυβερνητικό σχήμα. Ταυτόχρονα, όμως, όσο περισσότερο κατακερματίζεται και η δεξιά πλευρά του πολιτικού συστήματος, τόσο δυσκολότερη γίνεται και η αυτοδυναμία της ΝΔ.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται επομένως σε μια παράδοξη θέση: κερδίζει από την αδυναμία των αντιπάλων της, αλλά μπορεί να χάσει την αυτοδυναμία από τις διαρροές της δικής της εκλογικής πολυκατοικίας.
Εδώ εισέρχεται ο Αντώνης Σαμαράς.
Η μεγαλύτερη πολιτική χρησιμότητα για τον πρώην πρωθυπουργό αυτή τη στιγμή μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν έχει ακόμη μετατρέψει την πολιτική του παρουσία σε μετρήσιμο κόμμα.
Όσο παραμένει στη σφαίρα του πιθανού, δεν υφίσταται την καθημερινή δημοσκοπική φθορά ενός κανονικού κομματικού σχηματισμού, ενώ εξακολουθεί να επηρεάζει τη συζήτηση στη συντηρητική βάση.
Μάλιστα, η τελευταία Interview δεν δείχνει αυτή τη στιγμή μαζικό εκλογικό ρεύμα: το 87% δηλώνει ότι δεν θα ψήφιζε κόμμα Σαμαρά. Αυτό δεν αποκλείει μια μικρότερη αλλά κρίσιμη δεξαμενή ψήφων· περιορίζει όμως την ασφάλεια οποιασδήποτε πρόβλεψης περί διψήφιου εκλογικού αποτελέσματος.
Για τη ΝΔ, ακόμη και ένα κόμμα που θα αφαιρούσε λίγες μονάδες από τη δεξιά πτέρυγά της θα μπορούσε να έχει δυσανάλογη σημασία εάν το πραγματικό διακύβευμα είναι η αυτοδυναμία.
Εφόσον η ΝΔ παραμείνει κοντά στο 30% και ένας νέος συντηρητικός σχηματισμός εισέλθει στη Βουλή, τότε αναπόφευκτα θα ανοίξει η συζήτηση για μια κυβέρνηση συνεργασίας στα δεξιά.
Όχι επειδή μια τέτοια κυβέρνηση είναι σήμερα πολιτικά συμφωνημένη — δεν είναι.
Αλλά επειδή η αριθμητική μετά τις εκλογές μπορεί να επιβάλει συζητήσεις που σήμερα φαίνονται αδύνατες.
Το μοντέλο θα παρέπεμπε περισσότερο σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνασπισμού της Κεντροδεξιάς και της συντηρητικής Δεξιάς παρά στο σημερινό ελληνικό μοντέλο μονοκομματικής διακυβέρνησης.
Εδώ, όμως, υπάρχει ένα θεμελιώδες εμπόδιο: η προσωπική ρήξη Μητσοτάκη–Σαμαρά.
Και αυτή η ρήξη είναι που γεννά τα σενάρια της επόμενης ημέρας.
Το σενάριο είναι υποθετικό, αλλά πολιτικά υπαρκτό ως άσκηση μετεκλογικής αριθμητικής.
Εάν:
τότε η πίεση θα μπορούσε να μεταφερθεί από τα κόμματα στα πρόσωπα.
Σε μια τόσο ακραία μετεκλογική συνθήκη, το όνομα του Νίκου Δένδια θα ήταν δύσκολο να μη μπει στη συζήτηση.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας διαθέτει χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν θεωρητικά να τον καταστήσουν πρόσωπο σύνθεσης: ισχυρό αποτύπωμα στα εθνικά θέματα, απήχηση στην παραδοσιακή κεντροδεξιά και ταυτόχρονα προσεκτική αποφυγή δημόσιας εσωκομματικής αμφισβήτησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει σήμερα σχέδιο αντικατάστασης Μητσοτάκη από Δένδια. Σημαίνει ότι, εάν η μετεκλογική αριθμητική δημιουργήσει πραγματικό αδιέξοδο, η συζήτηση για λύση προσώπου θα ήταν δύσκολο να αποφευχθεί.
Αν κάποτε άνοιγε πραγματικά θέμα ηγεσίας στη ΝΔ, η διαδικασία θα είχε καθοριστική σημασία.
Άλλες ισορροπίες θα διαμορφώνονταν μέσα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα και διαφορετικές σε μια ανοιχτή εκλογή από τη βάση.
Σε ένα τέτοιο —ακόμη απολύτως υποθετικό— πεδίο, πρόσωπα όπως ο Κυριάκος Πιερρακάκης και ο Κωστής Χατζηδάκης θα μπορούσαν να εκφράσουν περισσότερο το μεταρρυθμιστικό και κεντρώο σκέλος της παράταξης.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης, από την άλλη, θα διέθετε ισχυρότερη πρόσβαση στο παραδοσιακό δεξιό ακροατήριο και θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά τις εσωκομματικές ισορροπίες.
Όλα αυτά, ωστόσο, προϋποθέτουν μια πολιτική κρίση που σήμερα δεν υπάρχει. Η ΝΔ εξακολουθεί να προηγείται με μεγάλη διαφορά και ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει ο αδιαμφισβήτητος πρωθυπουργός και αρχηγός της.
Στην απέναντι πλευρά, ο Αλέξης Τσίπρας πέτυχε το πρώτο μέρος του στόχου του: δημιούργησε γρήγορα τον ισχυρότερο πόλο της αντιπολίτευσης.
Δεν έχει πετύχει ακόμη το δεύτερο.
Να μετατρέψει δηλαδή την ΕΛΑΣ από κόμμα της δεύτερης θέσης σε πραγματικό εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο.
Το 15,5% της τελευταίας Interview σε σχέση με το 29,1% της ΝΔ δείχνει πόσο μεγάλη παραμένει η απόσταση.
Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται πλέον στο 13,2%. Άρα ο Τσίπρας δεν έχει μόνο να κοιτάξει προς τη ΝΔ· πρέπει να προστατεύσει και τη δεύτερη θέση από την επαναφορά του ΠΑΣΟΚ.
Η επανεμφάνισή του αναδιάταξε την Κεντροαριστερά, αλλά μέχρι στιγμής δεν την ενοποίησε.
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Δημοσκοπικά δείχνει ανάκαμψη. Το 13,2% της Interview αποτελεί σημαντική βελτίωση και το φέρνει σε απόσταση μόλις 2,3 μονάδων από την ΕΛΑΣ.
Το πρόβλημα είναι εάν αυτή η άνοδος μπορεί να μετατραπεί σε πειστική πρόταση εξουσίας.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα των επόμενων εκλογών δεν θα είναι μόνο ποιος είναι δεύτερος.
Θα είναι ποιος μπορεί να κυβερνήσει με ποιον.
Και εδώ το ΠΑΣΟΚ θα βρεθεί μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις εάν η κάλπη δεν δώσει αυτοδυναμία.
Η πιο δύσκολα μετρήσιμη μεταβλητή βρίσκεται ακόμη δεξιότερα.
Ο Ηλίας Κασιδιάρης διατηρεί αναγνωρίσιμο και συμπαγές αντισυστημικό ακροατήριο, όμως οι πραγματικές δυνατότητες εκλογικής συμμετοχής του καθορίζονται από το ισχύον νομικό πλαίσιο και από τις αποφάσεις που θα ληφθούν για οποιαδήποτε συγκεκριμένη υποψηφιότητα ή κομματικό σχήμα.
Γι’ αυτό δεν είναι ασφαλές σήμερα να μετατρέπεται μια δυνητική δημοσκοπική δεξαμενή σε βέβαιο εκλογικό ποσοστό.
Η πολιτική επίδραση όμως μπορεί να υπάρξει ακόμη και χωρίς αυτόνομη ισχυρή κάθοδο.
Μια ενεργότερη παρουσία Κασιδιάρη μπορεί να πιέσει:
Και εκεί αρχίζει η πραγματική καραμπόλα.
Η κεντροαριστερά παραμένει κατακερματισμένη ανάμεσα σε Τσίπρα, ΠΑΣΟΚ και μικρότερα κόμματα.
Στη Δεξιά, όμως, υπάρχει ένα διαφορετικό φαινόμενο: δεν υπάρχει έλλειψη ψηφοφόρων, υπάρχει υπερπροσφορά πολιτικών σχημάτων που διεκδικούν το ίδιο ακροατήριο.
Βελόπουλος, πιθανός Σαμαράς, Λατινοπούλου και η μεταβλητή Κασιδιάρη μπορούν να μετατρέψουν το δεξιό τμήμα της κάλπης σε πεδίο σκληρού ανταγωνισμού.
Αυτό δημιουργεί και το μεγάλο δίλημμα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Εάν μετακινηθεί πολύ δεξιά για να ανακόψει τις διαρροές, κινδυνεύει να αποδυναμώσει την κεντρώα διεύρυνση που του έδωσε τις μεγάλες νίκες του 2019 και του 2023.
Εάν παραμείνει αυστηρά στο Κέντρο, αφήνει περισσότερο χώρο στα δεξιά του.
Σε αυτό το σκηνικό, ίσως το ισχυρότερο προεκλογικό όπλο της ΝΔ να μην είναι ούτε ένα νέο κοινωνικό μέτρο ούτε η πόλωση με τον Τσίπρα.
Είναι η κυβερνησιμότητα.
Όσο δυσκολότερο φαίνεται να σχηματιστεί μια εναλλακτική πλειοψηφία, τόσο περισσότερο το Μαξίμου θα επιχειρεί να μετατρέψει τις εκλογές σε δίλημμα ανάμεσα στη συνέχεια και στην αβεβαιότητα.
Και εάν χρειαστούν δεύτερες κάλπες, αυτή η πίεση μπορεί να γίνει ακόμη μεγαλύτερη.
Η ΝΔ επομένως σήμερα αντέχει, αλλά δεν έχει φτάσει στη βρύση της αυτοδυναμίας.
Ο Τσίπρας είναι δεύτερος, αλλά δεν έχει ακόμη ξεπεράσει τα όρια του δικού του πολιτικού χώρου.
Το ΠΑΣΟΚ ανακάμπτει, αλλά δεν έχει κατοχυρώσει ρόλο εναλλακτικής κυβέρνησης.
Και ο Σαμαράς παραμένει στη σκιά, ακριβώς στο σημείο όπου μπορεί να επηρεάζει περισσότερο από όσο μετριέται.
Αν σε αυτό προστεθεί η μεταβλητή Κασιδιάρη, τότε η επόμενη εκλογική αναμέτρηση μπορεί να κριθεί λιγότερο από τη μάχη ΝΔ–Κεντροαριστεράς και περισσότερο από το ποιος θα επικρατήσει στον εμφύλιο της ευρύτερης Δεξιάς.
Και εάν εκεί χαθούν οι μονάδες που χωρίζουν τη Νέα Δημοκρατία από την αυτοδυναμία, τότε η «καραμπόλα» της επόμενης ημέρας μπορεί να γίνει πολύ πιο ενδιαφέρουσα από το ίδιο το αποτέλεσμα της πρώτης Κυριακής.
Πηγή: pagenews.gr