Η εικόνα στο Κάρντιφ ήταν ιστορική.
Για πρώτη φορά από την έναρξη της αποκέντρωσης εξουσιών στη Βρετανία, οι κυβερνήσεις της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας βρίσκονται υπό την ηγεσία πολιτικών δυνάμεων που επιδιώκουν διαφορετική συνταγματική σχέση — ή ακόμη και αποχώρηση — από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο John Swinney του SNP, ο Rhun ap Iorwerth του Plaid Cymru και η Michelle O’Neill του Sinn Féin συντονίστηκαν στις 14 Σεπτεμβρίου στο Κάρντιφ γύρω από ένα κοινό μήνυμα:
«Westminster’s time is coming to an end».
Το μνημόνιο καλεί τη βρετανική κυβέρνηση να «prepare for, plan and facilitate constitutional change» στις τρεις δικαιοδοσίες και υποστηρίζει ότι οι πολίτες κάθε έθνους πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν οι ίδιοι για το συνταγματικό τους μέλλον. Η ύπαρξη και το περιεχόμενο του memorandum επιβεβαιώνονται και από το Κοινοβούλιο της Σκωτίας.
Τρεις κυβερνήσεις, μία κοινή πίεση προς το Λονδίνο
Η πολιτική σημασία είναι προφανής.
Σκωτία, Ουαλία και Βόρεια Ιρλανδία επιχειρούν πλέον να μετατρέψουν τρία διαφορετικά εθνικά ζητήματα σε μία κοινή πίεση προς την Downing Street.
Δεν πρόκειται όμως για κοινό νομικό μηχανισμό.
Το ίδιο memorandum δεν δημιουργεί referendum.
Δεν μεταβιβάζει νέες εξουσίες.
Και δεν αφαιρεί από το Westminster καμία από τις αρμοδιότητές του.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που χάνεται πίσω από τις δραματικές εικόνες του Κάρντιφ.
Σκωτία: Η απόφαση του Supreme Court παραμένει το μεγάλο εμπόδιο
Για τη Σκωτία, η νομική κατάσταση είναι ήδη ξεκαθαρισμένη.
Το UK Supreme Court αποφάνθηκε ομόφωνα το 2022 ότι το Scottish Parliament δεν έχει αρμοδιότητα να νομοθετήσει μονομερώς για δημοψήφισμα ανεξαρτησίας, επειδή η Ένωση Σκωτίας–Αγγλίας και το UK Parliament αποτελούν reserved matters.
Το δημοψήφισμα του 2014 κατέστη δυνατό επειδή το Westminster είχε εγκρίνει ειδική Section 30 Order που προσωρινά έδωσε στο Holyrood την αρμοδιότητα να το οργανώσει. Το ίδιο το Supreme Court σημειώνει ότι εκείνη η ειδική εξαίρεση δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ.Άρα, όσο το Λονδίνο δεν συναινεί σε νέα Section 30 Order, η κυβέρνηση της Σκωτίας δεν διαθέτει σήμερα αυτόνομο νομικό δρόμο για νέο δεσμευτικό referendum.
Το παράδοξο της Σκωτίας: περισσότερες έδρες, όχι κατ’ ανάγκην περισσότερη ανεξαρτησία
Το πολιτικό αποτέλεσμα των εκλογών του Μαΐου ενίσχυσε τη θέση του SNP στο κοινοβούλιο της Σκωτίας, αλλά δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με δημοψήφισμα για ανεξαρτησία.
Η Financial Times επισημαίνει ότι η υποστήριξη για την ανεξαρτησία παραμένει περίπου μοιρασμένη, ενώ η ισχυρότερη κοινοβουλευτική παρουσία των αυτονομιστικών κομμάτων επηρεάστηκε και από την κατακερματισμένη ψήφο των αντιπάλων της ανεξαρτησίας.
Αυτό δημιουργεί μία σημαντική διάκριση:
κοινοβουλευτική ισχύς δεν είναι το ίδιο με πλειοψηφική συναίνεση για αποχώρηση από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ουαλία: Ιστορικό Plaid Cymru, αλλά χωρίς «κουμπί» δημοψηφίσματος
Στην Ουαλία, η πολιτική αλλαγή είναι εξίσου εντυπωσιακή.
Το Plaid Cymru κέρδισε για πρώτη φορά τις περισσότερες έδρες στις εκλογές της 7ης Μαΐου 2026, αφήνοντας δεύτερο το Reform UK. Ήταν επίσης η πρώτη φορά από την έναρξη της αποκέντρωσης που οι Εργατικοί δεν αναδείχθηκαν πρώτο κόμμα στην Ουαλία
Όμως το ουαλικό devolution settlement δεν διαθέτει μηχανισμό αντίστοιχο με εκείνον της Βόρειας Ιρλανδίας για αυτόματο δημοψήφισμα συνταγματικού καθεστώτος.
Η ουαλική κυβέρνηση μπορεί να νομοθετεί σε τομείς που δεν είναι ρητά reserved στο Westminster, αλλά το συνταγματικό καθεστώς του Ηνωμένου Βασιλείου παραμένει υπό τον έλεγχο του βρετανικού Κοινοβουλίου.
Άρα η υπογραφή του Plaid Cymru έχει σήμερα πρωτίστως πολιτικό βάρος.
Όχι άμεσο νομικό αποτέλεσμα.
Το Cardiff Agreement Σκωτίας–Ουαλίας πηγαίνει όμως βαθύτερα
Παράλληλα με το τριμερές πολιτικό memorandum, οι κυβερνήσεις Σκωτίας και Ουαλίας υπέγραψαν και ξεχωριστό Cardiff Agreement – Cytundeb Caerdydd.
Το επίσημο κείμενο των δύο κυβερνήσεων αναφέρει ότι, για πρώτη φορά από την εγκαθίδρυση της αποκέντρωσης, Σκωτία και Ουαλία κυβερνώνται ταυτόχρονα από δυνάμεις που θεωρούν ότι οι χώρες τους μπορούν να ευημερήσουν ως ανεξάρτητα έθνη.
Το πλαίσιο προβλέπει συνεργασία σε κοινές πολιτικές προτεραιότητες, δημοκρατική μεταρρύθμιση και ανταλλαγή τεχνογνωσίας.
Και αυτό είναι ίσως πιο ουσιαστικό μακροπρόθεσμα από μια μεμονωμένη δήλωση περί ανεξαρτησίας.
Δημιουργεί θεσμική συνεργασία ανάμεσα σε δύο κυβερνήσεις που έχουν κοινή αντίληψη για την ανάγκη αλλαγής του σημερινού μοντέλου του Ηνωμένου Βασιλείου.
Βόρεια Ιρλανδία: Εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά
Η Βόρεια Ιρλανδία αποτελεί τη μεγάλη εξαίρεση.
Σε αντίθεση με τη Σκωτία και την Ουαλία, διαθέτει ήδη νομικά κατοχυρωμένη διαδικασία για πιθανή αλλαγή συνταγματικού καθεστώτος.
Το Good Friday Agreement και ο Northern Ireland Act του 1998 προβλέπουν ότι ο Βρετανός Secretary of State for Northern Ireland μπορεί να προκηρύξει border poll και υποχρεούται να το κάνει όταν θεωρήσει πιθανό ότι η πλειοψηφία θα ψηφίσει υπέρ της ένωσης με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.
Για να πραγματοποιηθεί επανένωση, απαιτείται πλειοψηφική έγκριση και στη Βόρεια Ιρλανδία και στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.
Το πρόβλημα: κανείς δεν ξέρει ακριβώς πότε πατιέται το κουμπί
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη γκρίζα ζώνη.
Ο νόμος δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα δημοσκοπικά ποσοστά, εκλογικά αποτελέσματα ή άλλους αριθμητικούς δείκτες που υποχρεώνουν τον Secretary of State να ενεργήσει.
Τα βρετανικά δικαστήρια έχουν κρίνει ότι ο υπουργός δεν υποχρεούται να δημοσιεύσει εκ των προτέρων συγκεκριμένα κριτήρια.
Αυτό σημαίνει ότι το σημαντικότερο constitutional trigger στο νησί της Ιρλανδίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό πολιτική κρίση της βρετανικής κυβέρνησης.
Και ακριβώς αυτό θέλει πλέον να αλλάξει το Δουβλίνο.
Micheál Martin: «Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη σαφήνεια»
Ο Ιρλανδός πρωθυπουργός Micheál Martin δήλωσε στις 10 Σεπτεμβρίου ότι χρειάζεται μεγαλύτερη σαφήνεια γύρω από τις συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσε να προκηρυχθεί border poll.
Αναγνώρισε ότι το «appears likely» του 1998 είχε σχεδιαστεί σκοπίμως με κάποια ασάφεια, αλλά υποστήριξε ότι σήμερα υπάρχει λόγος να ξεκινήσει συζήτηση μεταξύ Λονδίνου, Δουβλίνου και των κομμάτων της Βόρειας Ιρλανδίας.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί θεσμικά σημαντικότερο από τις δηλώσεις περί ανεξαρτησίας στο Κάρντιφ.
Γιατί αφορά τον μόνο από τους τρεις δρόμους όπου υπάρχει ήδη νομοθετημένος μηχανισμός referendum.
Και τότε μπήκε ο Τραμπ στη μέση
Δύο ημέρες πριν από τη σύνοδο του Κάρντιφ, ο Donald Trump προκάλεσε πολιτική αναταραχή στο Λονδίνο.
Στη διάρκεια επίσκεψής του στο Δουβλίνο, δίπλα στον Micheál Martin, είπε ότι θα ήθελε να δει ενωμένη Ιρλανδία.
«It’s going to happen eventually. It may as well happen now», δήλωσε.
Η παρέμβαση ήταν ασυνήθιστη για Αμερικανό πρόεδρο, καθώς οι ΗΠΑ παραδοσιακά υποστήριζαν τη διαδικασία του Good Friday Agreement χωρίς να παίρνουν θέση υπέρ της μίας τελικής συνταγματικής επιλογής.
Το Λονδίνο αντέδρασε γρήγορα, επαναλαμβάνοντας ότι κατά την εκτίμησή του δεν υπάρχει σήμερα πλειοψηφική βάση για referendum.
Burnham: Το «όχι» παραμένει — αλλά η πολιτική πίεση μεγαλώνει
Ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός Andy Burnham βρίσκεται στην Downing Street από τον Ιούλιο, μετά την παραίτηση του Keir Starmer στις 20 Ιουλίου. Η τελευταία ομιλία του Starmer ως πρωθυπουργού δημοσιεύθηκε επίσημα από το Νο10 την ίδια ημέρα.
Η κυβέρνηση Burnham εξακολουθεί να απορρίπτει νέο σκωτσέζικο referendum και θεωρεί ότι δεν συντρέχουν σήμερα οι προϋποθέσεις για border poll στη Βόρεια Ιρλανδία.
Όμως η πολιτική πίεση πλέον έρχεται από πολλές πλευρές ταυτόχρονα:
από το SNP.
Από το Plaid Cymru.
Από το Sinn Féin.
Από το Δουβλίνο για σαφέστερα κριτήρια.
Και, πλέον, ακόμη και από δημόσιες παρεμβάσεις του Αμερικανού προέδρου.
Το Westminster εξακολουθεί να έχει το ισχυρότερο χαρτί
Παρά τον θόρυβο, η θεσμική εικόνα παραμένει σαφής.
Στη Σκωτία, το Westminster ελέγχει ουσιαστικά τον δρόμο προς νόμιμο δημοψήφισμα.
Στην Ουαλία, δεν υπάρχει αυτόνομος μηχανισμός ανεξαρτησίας μέσα στο σημερινό devolution settlement.
Στη Βόρεια Ιρλανδία υπάρχει κατοχυρωμένος δρόμος — αλλά το αρχικό trigger βρίσκεται στα χέρια του UK Secretary of State.
Άρα το memorandum του Κάρντιφ δεν ανέτρεψε το Σύνταγμα του Ηνωμένου Βασιλείου.
Άλλαξε όμως την πολιτική γεωμετρία γύρω από αυτό.
Για πρώτη φορά το Λονδίνο έχει απέναντί του τρεις κυβερνήσεις με κοινό μήνυμα
Αυτό είναι το πραγματικό νέο.
Μέχρι σήμερα τα αιτήματα ανεξαρτησίας αντιμετωπίζονταν κυρίως ως τρία ξεχωριστά ζητήματα.
Σκωτσέζικο.
Ουαλικό.
Ιρλανδικό.
Τώρα οι τρεις ηγεσίες επιχειρούν να τα παρουσιάσουν ως μία κοινή συζήτηση για το μέλλον του βρετανικού κράτους.
Δεν έχουν ενιαίο νομικό δρόμο.
Δεν έχουν κοινό επίπεδο λαϊκής υποστήριξης.
Δεν έχουν καν τον ίδιο τελικό στόχο: η Βόρεια Ιρλανδία συζητά πιθανή ένωση με άλλο κράτος, ενώ Σκωτία και Ουαλία μιλούν για ανεξαρτησία.
Έχουν όμως έναν κοινό πολιτικό αντίπαλο:
την αποκλειστική δυνατότητα του Westminster να καθορίζει πότε — και σε μεγάλο βαθμό αν — θα ανοίξει η συνταγματική πόρτα.
Η μάχη τώρα δεν είναι για το αποτέλεσμα — είναι για το δικαίωμα να τεθεί το ερώτημα
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάσταση του Cardiff memorandum.
Δεν λύνει το θέμα της ανεξαρτησίας.
Μεταφέρει όμως τη σύγκρουση ένα βήμα πριν.
Στο ερώτημα:
ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει πότε ένας λαός μπορεί να ψηφίσει για το συνταγματικό του μέλλον;
Οι εθνικιστικές κυβερνήσεις λένε ότι η απόφαση ανήκει στις ίδιες τις κοινωνίες τους.
Το Westminster απαντά ότι οι υπάρχοντες συνταγματικοί και νομοθετικοί κανόνες εξακολουθούν να ισχύουν.
Η πολιτική πίεση προς το Λονδίνο αυξήθηκε θεαματικά μέσα σε μία εβδομάδα.
Το νομικό «κλειδί», όμως, δεν έχει αλλάξει χέρια.
Και γι’ αυτό το επόμενο κεφάλαιο της κρίσης δεν θα κριθεί μόνο στις δημοσκοπήσεις ή στις δηλώσεις περί ανεξαρτησίας.
Θα κριθεί στο αν η Downing Street δεχθεί κάποια στιγμή να μετατρέψει την πολιτική πίεση σε θεσμική διαδικασία.
Πηγή: pagenews.gr
