Policy Briefs

Η Ευρώπη ξαναβάζει στο τραπέζι τα €210 δισ. της Ρωσίας – Το στοίχημα που μπορεί να αλλάξει το ευρώ

Η Ευρώπη ξαναβάζει στο τραπέζι τα €210 δισ. της Ρωσίας – Το στοίχημα που μπορεί να αλλάξει το ευρώ

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Η Ευρώπη ξαναβάζει στο τραπέζι τα €210 δισ. της Ρωσίας – Το στοίχημα που μπορεί να αλλάξει το ευρώ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Οι Βρυξέλλες ξανανοίγουν τον φάκελο των παγωμένων ρωσικών αποθεματικών, αναζητώντας νέα χρηματοδότηση για την Ουκρανία. Πίσω όμως από τα €210 δισ. βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο δίλημμα: πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η Ευρώπη χωρίς να πλήξει την ασφάλεια που υπόσχεται το ευρώ στους παγκόσμιους επενδυτές.

Η Ευρώπη επιστρέφει σε έναν από τους πιο δύσκολους οικονομικούς και γεωπολιτικούς φακέλους που άνοιξε ο πόλεμος στην Ουκρανία: τι θα γίνει τελικά με τα περίπου 210 δισ. ευρώ αποθεματικών της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας που παραμένουν ακινητοποιημένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ζήτημα δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από το τραπέζι.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαίωσε στις 7 Σεπτεμβρίου ότι η αξιοποίηση των παγωμένων ρωσικών assets παραμένει στην ευρωπαϊκή ατζέντα και ότι συνεχίζεται η εξέταση των τεχνικών και νομικών παραμέτρων μιας βαθύτερης αξιοποίησής τους.

Το επόμενο μεγάλο πολιτικό ραντεβού είναι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 15ης και 16ης Οκτωβρίου, για το οποίο έχει ήδη κυκλοφορήσει σχέδιο ημερήσιας διάταξης.

Και αυτή τη φορά το ερώτημα είναι μεγαλύτερο από το πώς θα συνεχιστεί η χρηματοδότηση της Ουκρανίας.

Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να μετατρέψει παγωμένα κρατικά αποθεματικά μιας ξένης κεντρικής τράπεζας σε μόνιμο χρηματοδοτικό μοχλό — χωρίς να δημιουργήσει ένα προηγούμενο που θα επιστρέψει κάποια στιγμή εναντίον του ευρώ.

Τα €210 δισ. που δεν μπορεί να αγγίξει η Μόσχα

Μετά τη ρωσική εισβολή του Φεβρουαρίου 2022, η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγόρευσε τις συναλλαγές που σχετίζονται με τη διαχείριση των αποθεματικών της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας.

Το αποτέλεσμα ήταν να ακινητοποιηθούν στην ΕΕ περίπου 210 δισ. ευρώ ρωσικών κεντρικοτραπεζικών assets.

Το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα μέσω κεντρικών αποθετηρίων τίτλων.

Τα κεφάλαια δεν έχουν κατασχεθεί: εξακολουθούν να θεωρούνται ρωσικά περιουσιακά στοιχεία, αλλά η Μόσχα δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει όσο παραμένουν σε ισχύ οι σχετικοί περιορισμοί.

Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.

Άλλο το «παγώνω» ένα sovereign asset και άλλο το «κατάσχω» και μεταβιβάζω την κυριότητά του.

Και ακριβώς πάνω σε αυτή τη λεπτή γραμμή προσπαθούν να κινηθούν οι Βρυξέλλες.

Η Ευρώπη ήδη χρησιμοποιεί τα κέρδη τους

Η ΕΕ έχει ήδη περάσει το πρώτο κατώφλι.

Από το 2024 χρησιμοποιεί τα έκτακτα έσοδα που δημιουργούνται από την ακινητοποίηση των ρωσικών assets για να υποστηρίζει την Ουκρανία.

Οι ευρωπαϊκοί κανόνες προβλέπουν ότι το 95% αυτών των extraordinary revenues κατευθύνεται στον μηχανισμό που υποστηρίζει την αποπληρωμή των δανείων ΕΕ-G7 προς την Ουκρανία, ενώ το υπόλοιπο 5% πηγαίνει στο European Peace Facility.

Αυτά τα έσοδα είναι διαφορετικά νομικά από το ίδιο το ρωσικό κεφάλαιο.

Η Επιτροπή είχε εκτιμήσει ότι μπορούν να δημιουργούν περίπου 2,5 έως 3 δισ. ευρώ ετησίως, ανάλογα με τα επιτόκια.

Το μεγάλο επόμενο βήμα, όμως, είναι πολύ πιο φιλόδοξο.

Το «Reparations Loan»: Τα λεφτά μένουν ρωσικά, αλλά δουλεύουν για την Ουκρανία

Η ιδέα που εξακολουθούν να εξετάζουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι το λεγόμενο Reparations Loan.

Η αρχική αρχιτεκτονική προέβλεπε ότι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που κρατούν τα assets της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας θα μπορούσαν να επενδύουν τα σχετικά cash balances σε ευρωπαϊκό χρεωστικό μέσο.

Με αυτό τον τρόπο η ΕΕ θα μπορούσε να κινητοποιήσει τα κεφάλαια για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας χωρίς τυπικά να μεταβιβάσει την κυριότητα των ίδιων των ρωσικών αποθεματικών.

Η λογική είναι πολιτικά ευφυής αλλά νομικά εξαιρετικά σύνθετη:

η Ρωσία διατηρεί την απαίτησή της επί των assets,

η Ουκρανία αποκτά χρηματοδότηση σήμερα,

και η τελική αποπληρωμή συνδέεται με τις μελλοντικές ρωσικές επανορθώσεις.

Ακριβώς αυτή η κατασκευή είναι που προκάλεσε τις μεγαλύτερες αντιδράσεις.

Γιατί το Βέλγιο φοβάται περισσότερο από όλους

Το Βέλγιο βρίσκεται στο κέντρο της σύγκρουσης επειδή στις Βρυξέλλες εδρεύει η Euroclear, μέσω της οποίας βρίσκεται μεγάλο μέρος των ακινητοποιημένων ρωσικών κεφαλαίων.

Για τις Βρυξέλλες το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό.

Είναι δυνητικά νομικό και χρηματοπιστωτικό.

Εάν η Ρωσία προσφύγει δικαστικά ή εάν μια μελλοντική ειρηνευτική συμφωνία αλλάξει το καθεστώς των assets, η χώρα που φιλοξενεί τον βασικό θεματοφύλακα δεν θέλει να βρεθεί μόνη της απέναντι στις συνέπειες.

Αυτή ήταν μία από τις βασικές αιτίες που δεν επέτρεψαν στην αρχική πρόταση να προχωρήσει στα τέλη του 2025.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου δεν εγκατέλειψε την ιδέα, αλλά έδωσε εντολή να συνεχιστεί η επεξεργασία των τεχνικών και νομικών πτυχών της.

Το plan B των €90 δισ.

Μπροστά στο αδιέξοδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέλεξε στο μεταξύ μια ασφαλέστερη λύση.

Ενέκρινε χρηματοδότηση 90 δισ. ευρώ για το 2026 και το 2027, μέσω δανεισμού της ίδιας της ΕΕ από τις κεφαλαιαγορές και με στήριξη από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.

Το σημαντικό είναι ο όρος αποπληρωμής.

Η Ουκρανία θα κληθεί να αποπληρώσει το συγκεκριμένο δάνειο όταν λάβει επανορθώσεις από τη Ρωσία.

Μέχρι τότε τα ρωσικά assets παραμένουν ακινητοποιημένα και η ΕΕ έχει διατηρήσει ρητά το δικαίωμα να εξετάσει τη χρησιμοποίησή τους για την αποπληρωμή του δανείου, υπό την προϋπόθεση συμμόρφωσης με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.

Η πρώτη δόση ύψους 3,2 δισ. ευρώ από το νέο Ukraine Support Loan εκταμιεύθηκε τον Ιούνιο.

Γιατί λοιπόν ξανανοίγει τώρα ο φάκελος;

Γιατί οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας παραμένουν μεγάλες και το πολιτικό ερώτημα για τα ρωσικά assets δεν έχει λυθεί.

Η Κομισιόν επιβεβαίωσε στις αρχές Σεπτεμβρίου ότι η ουκρανική πλευρά επανέφερε το θέμα στις επαφές της με τον Επίτροπο Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις.

Η απάντηση των Βρυξελλών ήταν αποκαλυπτική:

το θέμα «δεν βγήκε ποτέ από την ατζέντα» και οι τεχνικές και νομικές εργασίες συνεχίζονται.

Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο την κάλυψη μιας προσωρινής δημοσιονομικής τρύπας.

Αφορά το τι θα γίνει με τα ρωσικά αποθεματικά όσο ο πόλεμος συνεχίζεται και, κυρίως, ποιος θα πληρώσει τελικά τον λογαριασμό της Ουκρανίας.

Οι προφανείς κερδισμένοι – και το ευρωπαϊκό ρίσκο

Εάν η ΕΕ καταφέρει να κατασκευάσει έναν νομικά ανθεκτικό μηχανισμό, η Ουκρανία θα αποκτήσει μια μεγάλη πρόσθετη πηγή χρηματοδότησης χωρίς να απαιτούνται κάθε φορά νέα δημοσιονομικά πακέτα από τους Ευρωπαίους φορολογουμένους.

Για τα κράτη που αντιμετωπίζουν τη ρωσική απειλή ως άμεσο ζήτημα εθνικής ασφάλειας, αυτό θα αποτελούσε επίσης έναν τρόπο να μεταφερθεί μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού κόστους του πολέμου στη Ρωσία.

Το ρίσκο, όμως, δεν εξαφανίζεται.

Μεταφέρεται.

Στους θεματοφύλακες των assets.

Στις κυβερνήσεις που θα εγγυηθούν τον μηχανισμό.

Στο ευρωπαϊκό δικαστικό σύστημα.

Και τελικά στην αξιοπιστία της ίδιας της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής.

Το πραγματικό διακύβευμα: Τι σημαίνει πλέον «ασφαλές αποθεματικό»;

Εδώ το θέμα ξεπερνά την Ουκρανία.

Τα συναλλαγματικά αποθέματα μιας κεντρικής τράπεζας θεωρούνταν επί δεκαετίες ένα από τα ασφαλέστερα κρατικά περιουσιακά στοιχεία του διεθνούς συστήματος.

Η απόφαση του 2022 έδειξε ότι αυτό δεν ισχύει απόλυτα όταν ένα κράτος βρίσκεται αντιμέτωπο με εκτεταμένες διεθνείς κυρώσεις.

Μια πολύ βαθύτερη αξιοποίηση του κεφαλαίου θα πήγαινε ένα βήμα παραπέρα.

Και αυτό παρακολουθείται όχι μόνο από τη Μόσχα.

Το παρακολουθούν η Κίνα, οι χώρες του Κόλπου, η Ινδία και κάθε κεντρική τράπεζα που πρέπει να αποφασίσει πού θα κρατήσει τα αποθέματά της τις επόμενες δεκαετίες.

Ο χρυσός και η μεγάλη συζήτηση για τα reserves

Η ισχυρή ζήτηση για χρυσό από κεντρικές τράπεζες τα τελευταία χρόνια έχει τροφοδοτήσει τη συζήτηση περί σταδιακής διαφοροποίησης των συναλλαγματικών αποθεμάτων μακριά από τα παραδοσιακά νομίσματα.

Θα ήταν υπερβολικό να αποδοθεί η άνοδος του χρυσού αποκλειστικά στα παγωμένα ρωσικά assets: επιτόκια, πληθωρισμός, γεωπολιτικός κίνδυνος, δημοσιονομικές ανησυχίες και αγορές κεντρικών τραπεζών επηρεάζουν ταυτόχρονα την τιμή.

Υπάρχει όμως ένα ευρύτερο γεωοικονομικό ερώτημα που η Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοήσει:

όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται τα αποθεματικά ως εργαλείο κυρώσεων, τόσο ισχυρότερο γίνεται το κίνητρο ορισμένων κρατών να διαφοροποιούν το πού και με ποια μορφή κρατούν τον εθνικό τους πλούτο.

Το παράδοξο του ευρώ

Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο δίλημμα των Βρυξελλών.

Η Ευρώπη θέλει ταυτόχρονα δύο πράγματα.

Θέλει να αυξήσει τη γεωπολιτική ισχύ του ευρώ και να το καταστήσει ισχυρότερο διεθνές αποθεματικό νόμισμα.

Αλλά θέλει επίσης να χρησιμοποιήσει τη χρηματοπιστωτική της υποδομή ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία.

Οι δύο στόχοι δεν είναι αναγκαστικά ασύμβατοι.

Υπάρχει όμως μια πραγματική ένταση μεταξύ τους.

Όσο περισσότερο το ευρώ χρησιμοποιείται ως γεωπολιτικό όπλο, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά για τρίτες χώρες το ερώτημα υπό ποιες συνθήκες τα δικά τους assets θα μπορούσαν στο μέλλον να υποστούν αντίστοιχη μεταχείριση.

15–16 Οκτωβρίου: Η επόμενη μάχη στις Βρυξέλλες

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 15ης και 16ης Οκτωβρίου αποτελεί τον επόμενο μεγάλο σταθμό.

Το σχέδιο ημερήσιας διάταξης έχει ήδη τεθεί στη διαδικασία προετοιμασίας των ευρωπαϊκών θεσμών.

Το κρίσιμο δεν θα είναι απλώς εάν οι ηγέτες μιλήσουν ξανά για τα ρωσικά assets.

Το πραγματικό τεστ θα είναι εάν υπάρχει πλέον αρκετή πολιτική και νομική σύγκλιση ώστε να περάσει η συζήτηση από την επεξεργασία σε ένα δεσμευτικότερο μοντέλο.

Για την Ουκρανία, το διακύβευμα είναι η χρηματοδότηση του πολέμου και της οικονομίας της.

Για τη Ρωσία, είναι 210 δισ. ευρώ κρατικών αποθεματικών.

Για το Βέλγιο, είναι ένας τεράστιος νομικός και χρηματοπιστωτικός κίνδυνος.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως, το διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο:

αν μπορεί να μετατρέψει τη δύναμη του ευρώ σε γεωπολιτικό όπλο χωρίς να μειώσει ταυτόχρονα την αξία του ως παγκόσμιου ασφαλούς καταφυγίου.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο