26.09.2026 | 00:15
Η Ανατολική Μεσόγειος αλλάζει και αυτή τη φορά η μεταβολή δεν καταγράφεται μόνο σε διπλωματικές δηλώσεις.
Καταγράφεται στο πεδίο.
Στις 18 Αυγούστου, ισραηλινά αεροσκάφη έπληξαν την αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη βορειοδυτική Συρία, περίπου 70 χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα. Τουλάχιστον οκτώ βόμβες έπληξαν διαδρόμους και υπόστεγα της βάσης. Δεν αναφέρθηκαν θύματα.
Από μόνο του, ένα ακόμη ισραηλινό πλήγμα στη Συρία δύσκολα θα αποτελούσε γεωπολιτική έκπληξη.
Αυτή τη φορά όμως ο πραγματικός αποδέκτης του μηνύματος δεν ήταν μόνο η Δαμασκός.
Ήταν και η Άγκυρα.
Το γραφείο του Μπενιαμίν Νετανιάχου ανέλαβε την ευθύνη για την επιχείρηση και υποστήριξε ότι η Συρία βρισκόταν κοντά στο να επιτρέψει την ανάπτυξη τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στην αεροπορική βάση.
Οι Ισραηλινοί είχαν προειδοποιήσει τη Δαμασκό να μην επιτρέψει κάτι τέτοιο.
Ο ίδιος ο Νετανιάχου επανήλθε μία ημέρα αργότερα:
«Το μήνυμά μας ήταν πολύ ξεκάθαρο: Μην το κάνετε».
Σύμφωνα με Αμερικανούς και Ισραηλινούς αξιωματούχους, το Ισραήλ είχε ενημερώσει τον Λευκό Οίκο ότι στόχος του ήταν να εμποδίσει τόσο την αποστολή προηγμένων τουρκικών οπλικών συστημάτων όσο και μια ευρύτερη στρατιωτική ανάπτυξη της Τουρκίας στη συγκεκριμένη βάση.
Αυτή είναι η ουσία της νέας αντιπαράθεσης.
Το Ισραήλ δείχνει ότι θεωρεί πλέον κόκκινη γραμμή τη δημιουργία ορισμένων τουρκικών στρατιωτικών δυνατοτήτων στη Συρία.
Η τουρκική εκδοχή είναι διαφορετική.
Τούρκος αξιωματούχος υποστήριξε ότι δεν υπήρχε τουρκική στρατιωτική παρουσία στην Αμπού αλ-Ντουχούρ και κατηγόρησε το Ισραήλ ότι χρησιμοποιεί προσχήματα για στρατιωτικές επιχειρήσεις σε γειτονικές χώρες.
Και η Δαμασκός αμφισβήτησε την ισραηλινή εκδοχή.
Ο Σύρος υπουργός Εξωτερικών Άσαντ αλ-Σαϊμπάνι δήλωσε ότι η βάση βρισκόταν ακόμη σε διαδικασία αποκατάστασης και ότι δεν σχεδιαζόταν μόνιμη τουρκική παρουσία.
Παραδέχθηκε, ωστόσο, μία ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: Τούρκοι στρατιωτικοί είχαν επισκεφθεί την εγκατάσταση λίγες ημέρες πριν από το ισραηλινό χτύπημα, στο πλαίσιο —κατά τη συριακή κυβέρνηση— συνεργασίας για εκπαίδευση και ανταλλαγή τεχνογνωσίας.
Άρα η εικόνα είναι περισσότερο σύνθετη από το «Ισραήλ βομβάρδισε τουρκική βάση».
Δεν υπήρχε επιβεβαιωμένη τουρκική βάση.
Υπήρχε όμως τουρκικό στρατιωτικό ενδιαφέρον για τη Συρία, ισραηλινή καχυποψία και πλέον αποδεδειγμένη ισραηλινή διάθεση να χρησιμοποιηθεί στρατιωτική ισχύς ώστε να εμποδιστεί μια εξέλιξη που η Ιερουσαλήμ θεωρεί απειλητική.
Ίσως η σημαντικότερη δήλωση δεν ήρθε ούτε από την Άγκυρα ούτε από την Ιερουσαλήμ.
Ήρθε από την Ουάσιγκτον.
Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία και Αμερικανός πρεσβευτής στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, αποκάλυψε ότι η Άγκυρα δεν είχε ενημερωθεί για την ισραηλινή επιχείρηση.
Οι τουρκικές αρχές είδαν ισραηλινά αεροσκάφη να κατευθύνονται βόρεια, προς την περιοχή των τουρκικών συνόρων, και σύμφωνα με τον Μπάρακ θα μπορούσαν εύλογα να είχαν προετοιμάσει δική τους στρατιωτική αντίδραση.
«Ευτυχώς, επικράτησε ψυχραιμία και αποφεύχθηκε περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης», δήλωσε.
Οι ΗΠΑ ξεκίνησαν στη συνέχεια προσπάθεια δημιουργίας μηχανισμού αποτροπής στρατιωτικών επεισοδίων μεταξύ Ισραήλ, Τουρκίας και Συρίας.
Αυτό είναι ίσως το ισχυρότερο στοιχείο για να καταλάβει κανείς πόσο κοντά έχουν πλέον έρθει οι στρατιωτικοί χώροι δράσης Ισραήλ και Τουρκίας.
Η Ουάσιγκτον δεν προσπαθεί να αποκλιμακώσει απλώς μια λεκτική διαμάχη.
Προσπαθεί να εμποδίσει λάθος υπολογισμό στο πεδίο.
Η αντιπαράθεση Ισραήλ–Τουρκίας έχει πλέον δομικά χαρακτηριστικά.
Η Άγκυρα επιδιώκει σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό ρόλο στη μεταπολεμική Συρία.
Για το Ισραήλ, το ερώτημα είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η τουρκική παρουσία και ποια οπλικά συστήματα μπορούν να αναπτυχθούν σε περιοχές από τις οποίες θα περιορίζεται η ελευθερία δράσης της ισραηλινής αεροπορίας.
Για την Τουρκία, αντίστροφα, οι ισραηλινές επιχειρήσεις βαθιά μέσα στη Συρία συγκρούονται με τη δική της επιδίωξη να αναδειχθεί σε βασικό εγγυητή της νέας συριακής τάξης πραγμάτων.
Οι δύο περιφερειακές δυνάμεις δεν βρίσκονται σε πόλεμο.
Οι στρατηγικές τους όμως αρχίζουν να τέμνονται γεωγραφικά.
Και όταν αυτό συμβαίνει, το περιθώριο λάθους μικραίνει.
Μέσα σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον αποκτούν διαφορετικό βάρος οι τελευταίες δηλώσεις της Αθήνας.
Στις 9 Σεπτεμβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης ρωτήθηκε ευθέως εάν η στρατηγική σχέση Ελλάδας–Ισραήλ θα συνεχίσει να εμβαθύνεται παρά την ένταση Ισραήλ–Τουρκίας.
Η απάντησή του ήταν σαφής:
«Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν θα καθορίσουμε τις διεθνείς συμμαχίες με βάση τις επιθυμίες άλλων χωρών».
Και αμέσως μετά:
«Βεβαίως και η Ελλάδα θα αναπτύξει τη συνεργασία της με το Ισραήλ. Έχει αποφέρει σημαντική πρόσθετη αξία, ιδίως στα επίπεδα της άμυνας και της τεχνολογίας».
Εδώ υπάρχει μία σημαντική ελληνική στρατηγική επιλογή.
Η Αθήνα δεν παρουσιάζει τη σχέση με το Ισραήλ ως υποκατάστατο των σχέσεών της με τον αραβικό κόσμο.
Αντίθετα, ο Γεραπετρίτης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διατηρεί παράλληλα στρατηγικές σχέσεις με αραβικά κράτη.
Και αυτό φαίνεται και σήμερα, 25 Σεπτεμβρίου, στη Νέα Υόρκη: ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών συμμετέχει σε δύο διαφορετικές τριμερείς, Ελλάδα–Κύπρος–Αίγυπτος και Ελλάδα–Κύπρος–Ιορδανία.
Άρα το ελληνικό μοντέλο δεν είναι απλώς «Ισραήλ εναντίον Τουρκίας».
Είναι προσπάθεια δημιουργίας ενός πολυεπίπεδου δικτύου σχέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Υπάρχει όμως μία ακόμη δήλωση Γεραπετρίτη που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα στη σημερινή συγκυρία:
«Η αδράνεια δεν παράγει ισχύ».
Ο υπουργός Εξωτερικών περιέγραψε τρεις πυλώνες: ισχυρές συμμαχίες, ισχυρή οικονομία και ισχυρή άμυνα.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική συζήτηση για το τι μπορεί να σημαίνει «ιστορική ευκαιρία» για την Ελλάδα.
Όχι να περιμένει η Αθήνα μια στρατιωτική αναμέτρηση Ισραήλ–Τουρκίας.
Αλλά να αναρωτηθεί εάν μπορεί να μετατρέψει την αυξημένη γεωπολιτική της χρησιμότητα σε μόνιμο στρατηγικό κεφάλαιο.
Γιατί την ίδια στιγμή η ελληνοτουρκική εξίσωση γίνεται ξανά δυσκολότερη.
Η ελληνική κυβέρνηση κατήγγειλε τον Αύγουστο νέους τουρκικούς ισχυρισμούς για το Αιγαίο ως «αβάσιμους, απολύτως απαράδεκτους και απορριπτέους».
Το Υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε:
«Το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο είναι απολύτως ξεκάθαρο».
Και επανέλαβε την ελληνική θέση ότι η μόνη ελληνοτουρκική διαφορά που μπορεί να διευθετηθεί είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο Γεραπετρίτης αναφέρθηκε μάλιστα σε νέα περιστατικά με οπλισμένα τουρκικά μαχητικά, παραβιάσεις και παραβάσεις στο Αιγαίο.
Η εικόνα επομένως είναι συγκεκριμένη:
η περίοδος αποκλιμάκωσης Αθήνας–Άγκυρας δεν έλυσε τις δομικές διαφορές.
Τις περιόρισε πολιτικά και διπλωματικά.
Ένα από τα επόμενα τεστ θα είναι τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα.
Η Αθήνα δηλώνει ότι θα προχωρήσει κανονικά στα εφαρμοστικά διατάγματα.
«Βεβαίως και θα υπάρξουν τα εφαρμοστικά διατάγματα για τα θαλάσσια πάρκα», δήλωσε ο Γεραπετρίτης.
Αυτό έχει σημασία γιατί οι θαλάσσιες ζώνες, οι περιβαλλοντικές πολιτικές και οι ενεργειακές υποδομές έχουν μετατραπεί σε πεδία όπου οι ευρύτερες ελληνοτουρκικές διαφορές επανέρχονται με διαφορετική μορφή.
Και υπάρχει ένα ακόμη μεγαλύτερο τεστ.
Η Κύπρος.
Ο Γεραπετρίτης ήταν επίσης κατηγορηματικός για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου:
«Βεβαίως θα υπάρξει και η πόντιση του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου».
Στις 12 Σεπτεμβρίου επανέλαβε ότι το έργο είναι ευρωπαϊκό, ότι εδράζεται στις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου και ότι Ελλάδα, Γαλλία και Κύπρος έχουν εκφράσει την πολιτική στήριξή τους.
Το καλώδιο έχει πλέον σημασία που υπερβαίνει την ενέργεια.
Αφορά την ηλεκτρική απομόνωση της Κύπρου, την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και την πρακτική δυνατότητα εκτέλεσης υποθαλάσσιων έργων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για αυτό και η υλοποίησή του θα αποτελέσει πραγματικό τεστ στρατηγικής αξιοπιστίας.
Η Κύπρος βρίσκεται πλέον στο κέντρο πολλών διαφορετικών γεωπολιτικών αξόνων.
Είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρίσκεται λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα από τις ακτές Ισραήλ, Συρίας και Λιβάνου.
Αποτελεί κρίσιμο σημείο για ενέργεια, θαλάσσιες οδούς και περιφερειακή ασφάλεια.
Και παραμένει διαιρεμένη περισσότερο από μισό αιώνα μετά το 1974.
Τον Ιανουάριο, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ανανέωσε με το ψήφισμα 2815 την εντολή της UNFICYP έως τις 31 Ιανουαρίου 2027.
Άρα, όταν μιλάμε για πιθανές αλλαγές του συσχετισμού ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, το Κυπριακό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν παράπλευρο ζήτημα.
Αλλά ούτε μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν ένα στρατιωτικό «παράθυρο ευκαιρίας».
Η πραγματική δυνατότητα για Αθήνα και Λευκωσία βρίσκεται στη μετατροπή μιας νέας περιφερειακής ισορροπίας σε μεγαλύτερη διπλωματική επιρροή, ισχυρότερη αποτροπή και ευνοϊκότερες συνθήκες για ουσιαστική διαπραγμάτευση.
Το τρίγωνο δεν είναι θεωρητικό.
Στην τελευταία τριμερή κορυφής Κύπρου–Ελλάδας–Ισραήλ, ο Νίκος Χριστοδουλίδης περιέγραψε ως βασικούς τομείς συνεργασίας την άμυνα και ασφάλεια, την ενέργεια, την οικονομία, το εμπόριο και την καινοτομία.
Αυτό δείχνει και κάτι άλλο.
Το πλεονέκτημα Ελλάδας και Κύπρου δεν βρίσκεται μόνο στη στρατιωτική γεωγραφία.
Βρίσκεται στην ικανότητά τους να συνδέουν την Ευρωπαϊκή Ένωση με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Η Αθήνα τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει σημαντικά στην ανανέωση των Ενόπλων Δυνάμεων, στην αεροπορική και ναυτική ισχύ και στις αμυντικές συνεργασίες.
Αλλά ενδιαφέρον έχει το πώς το περιγράφει πλέον η ίδια η κυβέρνηση.
Ο Γεραπετρίτης μίλησε όχι μόνο για πραγματική στρατιωτική ισχύ αλλά και για «παράσταση ισχύος».
Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα την Κύπρο:
«Η παράσταση ισχύος στην Κύπρο με τη φρεγάτα και τα αναβαθμισμένα F-16 […] θα έπρεπε να είναι η καθημερινή δική μας κουβέντα».
Και χρησιμοποίησε έναν ακόμη όρο με ιδιαίτερο γεωπολιτικό βάρος:
η Ελλάδα ως «εξαγωγέας ασφαλείας».
Εδώ χρειάζεται η μεγαλύτερη ψυχραιμία.
Ένας πόλεμος Ισραήλ–Τουρκίας δεν αποτελεί αυτομάτως ευκαιρία για την Ελλάδα.
Θα μπορούσε να δημιουργήσει τεράστια αστάθεια, να επηρεάσει την Κύπρο, το Αιγαίο, τις ενεργειακές οδούς, τις αγορές, τις μεταφορές και ολόκληρη την αρχιτεκτονική ασφαλείας του ΝΑΤΟ.
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων ποια πλευρά θα ενισχυόταν ή ποια νέα ισορροπία θα προέκυπτε.
Η ιστορική ευκαιρία βρίσκεται αλλού.
Στο ότι η Ελλάδα και η Κύπρος αποκτούν μεγαλύτερη στρατηγική χρησιμότητα ακριβώς επειδή η περιοχή γίνεται περισσότερο ασταθής.
Και αυτή η χρησιμότητα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο.
Αυτό θα ήταν υπερβολικά απλοϊκό.
Η εξωτερική πολιτική δεν λειτουργεί με την εξίσωση «ο εχθρός του αντιπάλου μου είναι αυτομάτως σύμμαχός μου».
Οι σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας μπορεί στο μέλλον να μεταβληθούν.
Η αμερικανική πολιτική μπορεί επίσης να μεταβληθεί.
Οι ισορροπίες στη Συρία μπορούν να αλλάξουν ξανά.
Γι’ αυτό το ελληνικό πλεονέκτημα είναι να δημιουργηθεί ένα δίκτυο που δεν εξαρτάται από μία μόνο σχέση:
Ισραήλ, Κύπρος, Αίγυπτος, Ιορδανία, Γαλλία, ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση και αραβικός κόσμος.
Αυτό είναι στρατηγικό βάθος.
Είναι πριν από αυτή.
Το ισραηλινό χτύπημα στην Αμπού αλ-Ντουχούρ έδειξε πόσο γρήγορα μπορεί να δημιουργηθεί μια κατάσταση στην οποία δύο από τους σημαντικότερους στρατούς της περιοχής βρίσκονται επικίνδυνα κοντά.
Η αμερικανική παρέμβαση απέτρεψε αυτή τη φορά την κλιμάκωση.
Δεν υπάρχει εγγύηση ότι θα συμβεί το ίδιο σε κάθε επόμενο επεισόδιο.
Για την Ελλάδα, επομένως, η στρατηγική δεν μπορεί να αρχίζει όταν εμφανιστεί η κρίση.
Πρέπει ήδη να υπάρχουν αποτροπή, συμμαχίες, ενεργειακές υποδομές, αμυντική βιομηχανία, οικονομική ανθεκτικότητα και σχέδιο για την Κύπρο.
Και εδώ ίσως βρίσκεται το πραγματικό νόημα της φράσης που χρησιμοποίησε ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών:
«Η αδράνεια δεν παράγει ισχύ».
Η Ανατολική Μεσόγειος έχει αρχίσει να μετακινείται.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η Ελλάδα θα «εκμεταλλευθεί» έναν πόλεμο.
Είναι εάν θα έχει ήδη αποκτήσει το στρατηγικό βάρος ώστε, όταν διαμορφωθεί η επόμενη ισορροπία, να βρίσκεται στο τραπέζι όπου αυτή θα αποφασιστεί — και όχι έξω από την αίθουσα.
Πηγή: pagenews.gr