27.09.2026 | 00:15
Η εποχή των φωτογραφιών τελειώνει.
Και αρχίζει η ώρα της θάλασσας.
Για χρόνια η νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου χτίστηκε μέσα από τριμερείς, στρατηγικές συμφωνίες, κοινές ασκήσεις και ενεργειακά projects.
Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ.
Ελλάδα–Κύπρος–Αίγυπτος.
Γαλλία.
ΗΠΑ.
Και απέναντι, μια Τουρκία που για ένα διάστημα είχε δύσκολες σχέσεις με αρκετούς από τους σημαντικότερους περιφερειακούς παίκτες.
Το 2026, όμως, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η Άγκυρα έχει αποκαταστήσει σημαντικό μέρος των σχέσεών της με το Κάιρο, συνομιλεί στενά με το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ και επιδιώκει να βρίσκεται μέσα —και όχι έξω— από τις νέες περιφερειακές ισορροπίες.
Και η Αθήνα καλείται πλέον να αποδείξει ότι οι δικές της στρατηγικές σχέσεις μπορούν να παράγουν αποτελέσματα όταν εμφανιστούν τα δύσκολα.
Για την Ελλάδα ξεχωρίζουν τρία μεγάλα τεστ:
1. Ισραήλ: εάν η στρατηγική σχέση μπορεί να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο επιχειρησιακό βάθος χωρίς να μετατραπεί σε μηχανισμό αντιπαράθεσης με την Τουρκία.
2. Αίγυπτος: εάν το Κάιρο θα συνεχίσει να αποτελεί σταθερό στρατηγικό εταίρο της Αθήνας, ενώ παράλληλα αναπτύσσει ξανά τη σχέση του με την Άγκυρα.
3. Ενέργεια: εάν ο Great Sea Interconnector και οι έρευνες νοτίως της Κρήτης μπορούν να περάσουν από τον σχεδιασμό στην πράξη χωρίς οι ελληνοτουρκικές διαφορές να λειτουργήσουν ως εμπόδιο.
Και τα τρία θα δοκιμαστούν πλέον όχι στις αίθουσες των υπουργείων αλλά στο πεδίο.
Η επίσκεψη του Νίκου Δένδια στο Κάιρο στις 22 Σεπτεμβρίου έστειλε ένα ισχυρό μήνυμα συνέχειας της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας–Αιγύπτου.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας συναντήθηκε με τον Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι και συμμετείχε στην τριμερή των υπουργών Άμυνας Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου.
Το σημαντικότερο όμως βρίσκεται στην κοινή δήλωση.
Οι τρεις χώρες συμφώνησαν να ενισχύσουν τη στρατιωτική και αμυντική συνεργασία τους ώστε να υποστηρίζεται η συλλογική δυνατότητα για:
«ταχεία και ενιαία αντίδραση»
σε μελλοντικές εξελίξεις που σχετίζονται με πηγές απειλών.
Παράλληλα προβλέπεται εντατικοποίηση της ανταλλαγής πληροφοριών, των εκτιμήσεων και του συντονισμού δυνατοτήτων.
Πρόκειται για γλώσσα σαφώς πιο επιχειρησιακή από μια συνηθισμένη διπλωματική διακήρυξη.
Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι η Αίγυπτος δεν επιδιώκει να επιλέξει μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.
Και αυτό πρέπει να αποτελεί τη βάση κάθε ανάγνωσης της σημερινής πραγματικότητας.
Η στρατηγική συνεργασία της με την Ελλάδα και την Κύπρο συνεχίζεται.
Η μερική οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020 εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό στοιχείο αυτής της σχέσης.
Ταυτόχρονα όμως, το Κάιρο έχει προχωρήσει σε εξομάλυνση με την Τουρκία.
Άρα το πραγματικό ελληνικό στοίχημα δεν είναι να κρατήσει την Αίγυπτο «μακριά» από την Τουρκία.
Είναι να διατηρήσει τη δική του σχέση με το Κάιρο αρκετά ισχυρή ώστε η τουρκοαιγυπτιακή προσέγγιση να μη μεταβάλει τα βασικά δεδομένα για την Αθήνα.
Η αλλαγή του περιφερειακού τοπίου αποτυπώθηκε και στη Νέα Υόρκη.
Οι υπουργοί Εξωτερικών Τουρκίας, Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν συναντήθηκαν στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Συμφώνησαν να συνεχίσουν τον στενό συντονισμό τους για ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δημιουργήθηκε ένας νέος συνασπισμός με στόχο την Ελλάδα.
Σημαίνει όμως κάτι σημαντικότερο για τη μεγάλη εικόνα:
η Τουρκία διευρύνει ξανά το διπλωματικό της δίκτυο σε χώρες-κλειδιά της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου.
Η περίοδος κατά την οποία η Αθήνα μπορούσε να επενδύει και στη σχετική περιφερειακή απομόνωση της Άγκυρας έχει περάσει.
Το Ισραήλ αποτελεί τον δεύτερο κρίσιμο άξονα.
Η σχέση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ έχει πλέον έντονο αμυντικό και ενεργειακό περιεχόμενο.
Αεράμυνα.
Κοινές ασκήσεις.
Εκπαίδευση.
Ανταλλαγή τεχνογνωσίας και πληροφοριών.
Προστασία κρίσιμων υποδομών.
Η ελληνική «Ασπίδα του Αχιλλέα» προσθέτει μία ακόμη διάσταση, καθώς η Αθήνα επενδύει στην πολυεπίπεδη αεράμυνα και σε ισραηλινά συστήματα.
Όμως υπάρχει μια λεπτή γραμμή.
Η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ δεν ισοδυναμεί με στρατιωτική συμμαχία εναντίον της Τουρκίας.
Ούτε η ένταση Άγκυρας–Ιερουσαλήμ σημαίνει αυτομάτως ότι το Ισραήλ θα υιοθετεί τις ελληνικές θέσεις σε κάθε ελληνοτουρκική διαφορά.
Το ελληνικό στοίχημα είναι διαφορετικό:
να μετατρέψει τη σχέση σε σταθερό στρατηγικό κεφάλαιο ανεξάρτητα από τις αυξομειώσεις στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις.
Εδώ τα πράγματα γίνονται πραγματικά δύσκολα.
Ο Great Sea Interconnector επιστρέφει.
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου έχει πλέον πολύ ισχυρότερη γαλλική παρουσία.
Η Meridiam εισήλθε ως πλειοψηφικός μέτοχος στην εταιρεία GSI, ενώ ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans έχουν υπογράψει συμφωνία για τις νέες θαλάσσιες έρευνες.
Και το επόμενο μεγάλο βήμα είναι η επιστροφή των ερευνητικών εργασιών.
Εκεί ακριβώς αρχίζει το γεωπολιτικό τεστ.
Η Άγκυρα έχει επαναφέρει τη θέση ότι δραστηριότητες όπως έρευνες, πόντιση καλωδίων ή αγωγών σε περιοχές που θεωρεί τουρκική υφαλοκρηπίδα πρέπει να πραγματοποιούνται κατόπιν συντονισμού με την Τουρκία.
Η Αθήνα απορρίπτει αυτή την ερμηνεία.
Στο Δίκαιο της Θάλασσας, η πόντιση υποθαλάσσιων καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα δεν υπόκειται σε ένα γενικό δικαίωμα απαγόρευσης από το παράκτιο κράτος, ενώ για τους αγωγούς υπάρχουν πρόσθετες ρυθμίσεις σχετικά με τη χάραξη της διαδρομής.
Ακριβώς γι’ αυτό η επανεκκίνηση των ερευνών αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία από ένα τεχνικό έργο.
Η επόμενη NAVTEX και η επιστροφή των ερευνητικών πλοίων στην περιοχή νοτίως της Κάσου μπορεί να εξελιχθούν στο πρώτο πραγματικό stress test της νέας περιόδου.
Η ελληνική θέση είναι ότι οποιαδήποτε ενημέρωση των παράκτιων κρατών αφορά τη ναυτική ασφάλεια και την εκτέλεση των εργασιών.
Δεν αποτελεί αίτημα τουρκικής άδειας.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, έχει δείξει στο παρελθόν ότι αντιμετωπίζει διαφορετικά το ζήτημα.
Γι’ αυτό η ουσία δεν θα βρίσκεται μόνο στα διπλωματικά ανακοινωθέντα.
Θα βρίσκεται στο τι θα συμβεί όταν το ερευνητικό πλοίο φτάσει στις επίμαχες περιοχές.
Και εδώ αλλάζει μία σημαντική παράμετρος σε σχέση με το προηγούμενο επεισόδιο της Κάσου.
Η Meridiam βρίσκεται πλέον μέσα στο project.
Η γαλλική Nexans παραμένει βασικός βιομηχανικός εταίρος.
Η Γαλλία επομένως έχει πλέον όχι μόνο πολιτικό αλλά και άμεσο επιχειρηματικό και οικονομικό ενδιαφέρον για την πρόοδο του GSI.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Παρίσι παρέχει αυτόματα οποιαδήποτε στρατιωτική εγγύηση για τις εργασίες.
Σημαίνει όμως ότι ενδεχόμενη νέα εμπλοκή γύρω από το έργο δεν θα είναι πλέον αποκλειστικά ελληνοτουρκική υπόθεση.
Θα αφορά και ένα μεγάλο γαλλικό επενδυτικό συμφέρον σε έργο ευρωπαϊκής στρατηγικής σημασίας.
Σαν να μην ήταν αρκετό το καλώδιο, ένα δεύτερο τεστ βρίσκεται νοτίως της Κρήτης.
Οι ενεργειακές έρευνες με τη συμμετοχή της Chevron και της HELLENiQ ENERGY περνούν στην επόμενη φάση.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου δήλωσε στη Νέα Υόρκη ότι οι σεισμικές έρευνες προγραμματίζονται εντός του 2026.
Εδώ το γεωπολιτικό βάρος είναι ακόμη μεγαλύτερο.
Γιατί οι έρευνες συνδέονται με θαλάσσιες περιοχές νοτίως της Κρήτης, σε μια γεωγραφία όπου εξακολουθεί να βρίσκεται στο φόντο το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν έχει εξαφανιστεί επειδή πέρασαν τα χρόνια.
Η Τουρκία εξακολουθεί να το επικαλείται ως βάση των δικών της θαλάσσιων διεκδικήσεων.
Η Ελλάδα το απορρίπτει ως αντίθετο προς το Διεθνές Δίκαιο και χωρίς έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.
Οι πραγματικές ενεργειακές εργασίες, όμως, μεταφέρουν τη συζήτηση από τους χάρτες στη θάλασσα.
Και αυτό κάνει ιδιαίτερα σημαντικές τόσο τις ελληνικές επαφές με τη Λιβύη όσο και τη σχέση με την Αίγυπτο.
Αυτό είναι το παράδοξο της επόμενης φάσης.
Δεν χρειάζεται μια μεγάλη πολιτική απόφαση για να επιστρέψουν τα ελληνοτουρκικά στην πρώτη γραμμή.
Μπορεί να αρκεί:
μία NAVTEX,
ένα ερευνητικό πλοίο,
μία τουρκική αντι-NAVTEX,
μία παρουσία πολεμικού σκάφους,
ή η έναρξη μιας σεισμικής έρευνας νοτίως της Κρήτης.
Οι δίαυλοι Αθήνας–Άγκυρας παραμένουν ανοιχτοί και καμία πλευρά δεν έχει δηλώσει ότι επιδιώκει επιστροφή στην ένταση του 2020.
Οι βασικές διαφωνίες για τις θαλάσσιες ζώνες, όμως, παραμένουν.
Γι’ αυτό το 2026 μπορεί να εξελιχθεί σε έτος διαφορετικό από τα προηγούμενα.
Η Αθήνα έχει οικοδομήσει ένα σημαντικό δίκτυο σχέσεων.
Με την Αίγυπτο.
Με το Ισραήλ.
Με τη Γαλλία.
Με την Κύπρο.
Και μέσω ενεργειακών projects με μεγάλους διεθνείς ομίλους.
Η Άγκυρα, όμως, δεν παρακολουθεί πλέον από την περιφέρεια.
Επανασυνδέεται με το Κάιρο, ενισχύει τους δεσμούς της με το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ και επιχειρεί να διατηρήσει ρόλο σε κάθε μεγάλη εξίσωση της περιοχής.
Η νέα μάχη στην Ανατολική Μεσόγειο, επομένως, δεν είναι τόσο για το ποιος έχει τους περισσότερους «φίλους».
Είναι για το ποιος μπορεί να μετατρέψει τις σχέσεις του σε πραγματικό γεωπολιτικό αποτέλεσμα.
Και για την Ελλάδα, τα πρώτα μεγάλα κρας τεστ έχουν ήδη ονόματα:
Κάσος. GSI. Chevron. Κρήτη. Αίγυπτος.
Εκεί θα φανεί εάν η νέα αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου υπάρχει μόνο στους χάρτες και στα ανακοινωθέντα — ή αν μπορεί πράγματι να λειτουργήσει όταν τα πλοία βγουν στη θάλασσα.
Πηγή: pagenews.gr