30.09.2026 | 20:15
Μια συνέντευξη με σαφές ευρωπαϊκό αλλά και ελληνικό πολιτικό αποτύπωμα έδωσε ο Αλέξης Τσίπρας στο γαλλικό περιοδικό Marianne, επιχειρώντας να περιγράψει όχι μόνο την αντιπολιτευτική γραμμή της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά και τη θέση που διεκδικεί για τη νέα Αριστερά μέσα στην Ευρώπη.
Ο πρώην πρωθυπουργός βάζει στο ίδιο κάδρο ακρίβεια, κοινωνικές ανισότητες, συγκέντρωση πλούτου, παραγωγική υστέρηση και άνοδο της Ακροδεξιάς.
Και καταλήγει σε ένα πολιτικό συμπέρασμα: απέναντι στην ενίσχυση κομμάτων όπως το AfD στη Γερμανία και το RN στη Γαλλία, η Αριστερά, κατά την άποψή του, δεν αρκεί να καταγγέλλει — πρέπει να συγκροτήσει μια πειστική κυβερνητική εναλλακτική.
Η πιο αιχμηρή πολιτική τοποθέτηση της συνέντευξης αφορά την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά.
Ο Τσίπρας υποστηρίζει ότι η εικόνα μιας αντισυστημικής Ακροδεξιάς είναι παραπλανητική και επικαλείται ιστορικά παραδείγματα για να στηρίξει την άποψή του.
«Η Ιστορία δείχνει ότι η Ακροδεξιά είναι η πιο συστημική δύναμη που υπάρχει», αναφέρει, προσθέτοντας ότι σήμερα «ενδύεται έναν αντισυστημικό μανδύα» προκειμένου να προσελκύσει λαϊκά στρώματα.
Πρόκειται για την πολιτική ερμηνεία του ίδιου του προέδρου της ΕΛ.Α.Σ. για την άνοδο της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς.
Το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει είναι ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο αμυντική:
«Η Αριστερά, λοιπόν, πρέπει να είναι έτοιμη να αποτελέσει την εναλλακτική, χωρίς να χάσει την πυξίδα της», σημειώνει.
Η επιλογή του Marianne έχει και έναν προφανή γαλλικό συμβολισμό.
Ο Τσίπρας δηλώνει ότι βρίσκεται σε επικοινωνία με διαφορετικές δυνάμεις του γαλλικού προοδευτικού χώρου, αναφέροντας την Ανυπότακτη Γαλλία, το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Παρά τις διαφορές τους, θεωρεί ότι η γαλλική Αριστερά έχει «σημαντική ευθύνη να εμποδίσει την άνοδο της Ακροδεξιάς».
Για τον ίδιο, μια επικράτηση της Ακροδεξιάς σε μελλοντικές γαλλικές εκλογές θα είχε επιπτώσεις πολύ πέρα από τα γαλλικά σύνορα. Αυτό αποτελεί πολιτική εκτίμηση του Τσίπρα και όχι πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος.
Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο της συνέντευξης αφορά την Ελλάδα.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να αντιπαραβάλει την οικονομική κατάσταση του 2019 με τη σημερινή και υποστηρίζει ότι οι κοινωνικές ανισότητες έχουν διευρυνθεί.
Χρησιμοποιεί μάλιστα μια ιδιαίτερα επιθετική φράση:
«Έχουμε βουλγαρικούς μισθούς, γαλλικές τιμές και κινεζικές συνθήκες εργασίας», υποστηρίζοντας ότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης λειτουργεί, κατά την άποψή του, σαν «νέο μνημόνιο».
Η διατύπωση είναι πολιτική και σαφώς υπερβαίνει αυτό που μπορεί να τεκμηριωθεί αυτούσιο από τους επίσημους οικονομικούς δείκτες.
Ωστόσο, ορισμένα από τα στοιχεία που χρησιμοποιεί για να στηρίξει τη γενικότερη κριτική του αντανακλούν πραγματικές πιέσεις.
Η Eurostat καταγράφει για το 2025 την Ελλάδα και τη Βουλγαρία στο χαμηλότερο επίπεδο της ΕΕ ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, περίπου στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτός ο δείκτης αφορά την οικονομική δραστηριότητα ανά κάτοικο προσαρμοσμένη στις διαφορές τιμών και δεν ταυτίζεται με τον μισθό ή το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Και στο στεγαστικό, τα ευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν υψηλή επιβάρυνση.
Το 2025, σύμφωνα με τη Eurostat, το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το συνολικό κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος — το υψηλότερο σχετικό ποσοστό στην ΕΕ μαζί με τις κορυφαίες ευρωπαϊκές επιβαρύνσεις.
Για το 2024, η Eurostat είχε επίσης υπολογίσει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά αφιέρωναν κατά μέσο όρο περίπου 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους στη στέγαση, έναντι 19% στην ΕΕ.
Άρα η φράση του Τσίπρα ότι όλοι οι Έλληνες διαθέτουν «40% του εισοδήματός τους για το ενοίκιο» δεν πρέπει να διαβαστεί ως κυριολεκτικό στατιστικό δεδομένο για το σύνολο του πληθυσμού. Η πραγματική εικόνα είναι πιο σύνθετη, αλλά η στεγαστική επιβάρυνση στην Ελλάδα παραμένει εξαιρετικά υψηλή σε ευρωπαϊκή σύγκριση.
Ο Τσίπρας μεταφέρει στη συνέχεια την αντιπαράθεση από το κόστος ζωής στο παραγωγικό μοντέλο.
Κατηγορεί την κυβέρνηση ότι δεν αξιοποίησε το Ταμείο Ανάκαμψης ως ιστορική ευκαιρία για να μειώσει την απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
«Η Ελλάδα θα μπορούσε να τις είχε αξιοποιήσει για να καλύψει την απόσταση που τη χωρίζει από τα άλλα κράτη της ΕΕ. Αλλά δεν το έκανε», υποστηρίζει.
Αυτή είναι αξιολόγηση του Τσίπρα για την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, όχι ουδέτερο συμπέρασμα για την πορεία του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. συνδέει τη γαλλική συνέντευξη με το οικονομικό πρόγραμμα που παρουσίασε στις αρχές Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη.
Ο κεντρικός άξονας συνοψίζεται στη φράση:
«Παράγουμε περισσότερα, αναδιανέμουμε δικαιότερα, ζούμε καλύτερα».
Στη Θεσσαλονίκη είχε παρουσιάσει ένα «εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης», υποστηρίζοντας ότι χρειάζεται αλλαγή παραγωγικού μοντέλου και όχι απλώς ένα πακέτο μεμονωμένων μέτρων.
Στη συνέντευξη επανέρχεται σε αυτή τη γραμμή και υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να εξαρτάται υπέρμετρα από τον τουρισμό και τα ακίνητα.
Αντίθετα, προτάσσει αγροτική παραγωγή υψηλής ποιότητας, βιομηχανία, μεταποίηση, φαρμακοβιομηχανία και καινοτομία.
Στο ίδιο πλαίσιο επαναφέρει την πρόταση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης για ένα Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης.
Κατά τον Τσίπρα, το Ταμείο θα μπορούσε να αποτελέσει χρηματοδοτικό εργαλείο για την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για ένα ισχυρότερο κοινωνικό κράτος.
Το εντάσσει μάλιστα σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «νέο κοινωνικό και οικονομικό πατριωτισμό».
Εκεί όμως που η συνέντευξη αποκτά σαφές προγραμματικό ενδιαφέρον είναι στη φορολογία του πλούτου.
Ο Τσίπρας δηλώνει ότι αντλεί ιδέες, μεταξύ άλλων, από τον Μπέρνι Σάντερς και τους οικονομολόγους Τομά Πικετί και Γκαμπριέλ Ζουκμάν.
Και προχωρά σε συγκεκριμένη πρόταση:
φόρος 1% επί της περιουσίας του πλουσιότερου 1% της Ελλάδας.
«Ας θεσπίσουμε, λοιπόν, στην Ελλάδα αυτόν τον πατριωτικό φόρο του πλουσιότερου 1% προς το υπόλοιπο 99%», δηλώνει.
Εδώ διαμορφώνεται και μια καθαρή πολιτική διαχωριστική γραμμή: ο Τσίπρας επιχειρεί να τοποθετήσει την αναδιανομή του πλούτου στο κέντρο της οικονομικής ταυτότητας της ΕΛ.Α.Σ.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η απάντησή του για τις πολιτικές συνεργασίες.
Ο Τσίπρας δεν περιορίζει το εγχείρημα σε μία μόνο εκδοχή της Αριστεράς.
Παραπέμπει στην ιδρυτική διακήρυξη της ΕΛ.Α.Σ., όπου προσδιορίζονται τρία πολιτικά ρεύματα:
ριζοσπαστική Αριστερά, Σοσιαλδημοκρατία και πολιτική Οικολογία.
Η ιδρυτική διακήρυξη της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης κατατέθηκε στον Άρειο Πάγο τον Μάιο, μετά την επίσημη ανακοίνωση της δημιουργίας του νέου φορέα από τον Τσίπρα.
Στο Marianne το μήνυμα είναι ότι η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ποιος είναι «πιο ριζοσπάστης», αλλά στο αν μπορεί να δημιουργηθεί αξιόπιστη πολιτική εναλλακτική.
Η συνέντευξη δεν έρχεται σε πολιτικό κενό.
Στις 2 Σεπτεμβρίου ο Τσίπρας παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη το οικονομικό πρόγραμμα του νέου φορέα, ενώ στις 23 Σεπτεμβρίου, σε συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, είχε ήδη μεταφέρει τη συζήτηση στο δίλημμα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης και στη δυνατότητα της ΕΛ.Α.Σ. να διεκδικήσει κεντρικό ρόλο στην αντιπαράθεση με τη ΝΔ.
Στο Marianne επιχειρεί κάτι διαφορετικό: να δώσει σε αυτή τη στρατηγική ευρωπαϊκό ιδεολογικό περίγραμμα.
Η οικονομική ανισότητα συνδέεται με την κρίση εκπροσώπησης. Η κρίση εκπροσώπησης με την άνοδο της Ακροδεξιάς. Και η απάντηση που προτείνει είναι μια ευρύτερη σύμπραξη των προοδευτικών ρευμάτων με σαφή ατζέντα αναδιανομής και παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Αυτό είναι τελικά το πολιτικό νήμα που ενώνει ολόκληρη τη συνέντευξη.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να παρουσιάσει την ΕΛ.Α.Σ. όχι απλώς ως ακόμη μία δύναμη διαμαρτυρίας, αλλά ως φορέα που φιλοδοξεί να ενώσει διαφορετικές εκδοχές της Αριστεράς και του προοδευτικού χώρου γύρω από συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές προτάσεις.
Ταυτόχρονα, χρησιμοποιεί την ευρωπαϊκή άνοδο της Ακροδεξιάς για να υποστηρίξει ότι η μάχη για τις ανισότητες, τους μισθούς, τη στέγη και τη συγκέντρωση πλούτου δεν είναι ξεχωριστή από τη μάχη για το πολιτικό μέλλον της Ευρώπης.
Η δική του θέση συνοψίζεται στην τελευταία φράση της συνέντευξης:
«Η Αριστερά πρέπει να είναι έτοιμη να αποτελέσει την εναλλακτική».
Και αυτή είναι πλέον η γραμμή που επιχειρεί να μεταφέρει από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη έως το Παρίσι.
Πηγή: pagenews.gr