Γεωπολιτικά

Οι δασμοί Τραμπ μπλοκάρουν τη διεθνή εμπορική συνεργασία – Οι σύμμαχοι αρνούνται κοινό μέτωπο κατά της Κίνας

Οι δασμοί Τραμπ μπλοκάρουν τη διεθνή εμπορική συνεργασία – Οι σύμμαχοι αρνούνται κοινό μέτωπο κατά της Κίνας
Η Ουάσιγκτον προσπάθησε στη σύνοδο των υπουργών Εμπορίου της G20 στο Μιλγουόκι να συγκροτήσει κοινό μέτωπο απέναντι στις κινεζικές επιδοτήσεις, την υπερπαραγωγή και την καταναγκαστική εργασία. Πέτυχε όμως συναίνεση μόνο σε ένα από τα τέσσερα βασικά θέματα που έθεσε. Ευρωπαίοι και άλλοι εταίροι υποστηρίζουν ότι οι οριζόντιοι αμερικανικοί δασμοί σε χάλυβα, αλουμίνιο και μεταποίηση δυσκολεύουν την ίδια τη συνεργασία που ζητά ο Λευκός Οίκος

Η κυβέρνηση Trump θέλει οι σύμμαχοι των ΗΠΑ να συντονιστούν απέναντι στις εμπορικές πρακτικές της Κίνας.

Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί από αυτούς τους συμμάχους θεωρούν ότι η ίδια η αμερικανική δασμολογική πολιτική έχει υπονομεύσει την εμπιστοσύνη που απαιτείται για να χτιστεί ένα τέτοιο μέτωπο.

Αυτό ακριβώς φάνηκε στη φετινή σύνοδο των υπουργών Εμπορίου της G20 στο Μιλγουόκι.

Ο Αμερικανός εμπορικός αντιπρόσωπος Jamieson Greer έβαλε στο τραπέζι τέσσερις βασικές προτεραιότητες:

την εργαλειοποίηση του εμπορίου τροφίμων,

τη δομική υπερπαραγωγή,

την αρχή του πλέον ευνοούμενου κράτους,

και την καταναγκαστική εργασία στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

Συναίνεση μόνο στο ένα από τα τέσσερα

Σύμφωνα με το Politico, η αμερικανική πλευρά κατάφερε να εξασφαλίσει ευρεία συναίνεση μόνο στο θέμα της αποτροπής της χρήσης του εμπορίου τροφίμων ως γεωπολιτικού όπλου.

Ακόμη και εκεί, όμως, η συμφωνία ήταν περιορισμένη.

Ο Πολωνός υπουργός Οικονομικών και Οικονομίας Andrzej Domański σημείωσε ότι υπήρξε συναίνεση πως τα τρόφιμα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως όπλο, αλλά όχι για το ποιος ακριβώς τα χρησιμοποιεί με αυτόν τον τρόπο.

Η Βαρσοβία έδειξε προς τη Ρωσία και τη Μαύρη Θάλασσα, όπου θεωρεί ότι η Μόσχα εμποδίζει τις ουκρανικές εξαγωγές σιτηρών.

Το μεγάλο αγκάθι είναι η κινεζική υπερπαραγωγή

Εδώ υπάρχει πραγματική σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεχθεί μεγάλη πίεση από φθηνές κινεζικές εισαγωγές σε:

χάλυβα,

ηλεκτρικά οχήματα,

μπαταρίες,

ηλιακά πάνελ,

χημικά,

και βιομηχανικά προϊόντα.

Ο Emmanuel Macron έχει κατηγορήσει το Πεκίνο ότι στηρίζει υπερβολικά την εγχώρια παραγωγή του με κρατικές επιδοτήσεις και έχει ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρότερα μέτρα προστασίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Παράλληλα, ο Ευρωπαίος επίτροπος Εμπορίου Maroš Šefčovič έθεσε το θέμα και στην κινεζική αντιπροσωπεία στο Μιλγουόκι.

Αλλά η Ευρώπη δεν υπογράφει δεσμευτικό κοινό μέτωπο

Παρότι υπάρχει κοινή ανησυχία για την κινεζική υπερπαραγωγή, οι ευρωπαϊκές χώρες δεν συμφώνησαν σε δεσμευτικό μηχανισμό δράσης μαζί με τις ΗΠΑ.

Αντίθετα, 28 χώρες παρουσίασαν ένα εθελοντικό πλαίσιο που προβλέπει:

στενότερη παρακολούθηση της προσφοράς χάλυβα,

περιορισμό επιβλαβών επιδοτήσεων,

και δυνατότητα εφαρμογής εμπορικών μέτρων άμυνας.

Ο Greer παρουσίασε τη συμφωνία ως σημαντικό βήμα και το αμερικανικό γραφείο εμπορίου ανακοίνωσε ότι το λεγόμενο «Πλαίσιο του Μιλγουόκι» δημιουργεί κοινή βάση δράσης απέναντι στην υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα στον χάλυβα.

Η διαφορά είναι ότι, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές τοποθετήσεις που μεταφέρει το Politico, το πλαίσιο είναι ουσιαστικά προαιρετικό.

«Βαρίδι» οι αμερικανικοί δασμοί

Αυτό είναι το πιο σημαντικό πολιτικό σημείο.

Ευρωπαίος αξιωματούχος είπε στο Politico ότι οι αμερικανικοί οριζόντιοι δασμοί σε χάλυβα, αλουμίνιο και άλλους μεταποιητικούς κλάδους έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην προσπάθεια κοινής δράσης απέναντι στην Κίνα.

Η λογική είναι απλή.

Η Ουάσιγκτον ζητά από την Ευρώπη να βοηθήσει να αντιμετωπιστεί η κινεζική υπερπαραγωγή.

Την ίδια στιγμή όμως έχει επιβάλει δασμούς και στους ίδιους τους Ευρωπαίους παραγωγούς.

Έτσι δημιουργείται το ερώτημα:

πώς μπορεί να στηθεί κοινό μέτωπο όταν οι σύμμαχοι αντιμετωπίζονται ταυτόχρονα ως εμπορικοί αντίπαλοι;

Ο Trump θέλει και περισσότερη αμερικανική παραγωγή χάλυβα

Η σύγκρουση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από την ίδια την αμερικανική βιομηχανική πολιτική.

Ο Trump ανακοίνωσε νέο χαλυβουργικό συγκρότημα ύψους $15 δισ. στην Αϊόβα, που, εφόσον ολοκληρωθεί, θα μπορούσε να προσθέσει περίπου 10 εκατ. τόνους ετήσιας παραγωγής.

Το πρόβλημα είναι ότι οι ΗΠΑ ήδη διαθέτουν περισσότερη παραγωγική ικανότητα χάλυβα από όση μπορεί να απορροφήσει η εγχώρια ζήτηση.

Αναλυτές που επικαλείται το Politico υποστηρίζουν ότι η αύξηση της αμερικανικής δυναμικότητας μπορεί να οδηγήσει σε αντίφαση:

η Ουάσιγκτον κατηγορεί την Κίνα για υπερπαραγωγή ενώ αυξάνει τη δική της δυναμικότητα σε έναν ήδη κορεσμένο κλάδο.

Greer: Δεν κάνουμε ό,τι κάνει η Κίνα

Ο Jamieson Greer απορρίπτει αυτή τη σύγκριση.

Η αμερικανική θέση είναι ότι οι ΗΠΑ δεν προσπαθούν να δημιουργήσουν πλεονάζουσα παραγωγή για να κατακλύσουν τις διεθνείς αγορές.

Στόχος, σύμφωνα με τον Greer, είναι:

η ενίσχυση των εγχώριων αλυσίδων εφοδιασμού,

η δημιουργία θέσεων εργασίας,

και η μείωση της εξάρτησης από ξένους παραγωγούς.

Η επίσημη αμερικανική γραμμή είναι ότι οι δασμοί και οι εμπορικές συμφωνίες αποτελούν εργαλεία για την επαναφορά παραγωγής στις ΗΠΑ και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων. 

Και η καταναγκαστική εργασία διχάζει

Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε και στο θέμα της καταναγκαστικής εργασίας.

Σε επίπεδο αρχής, σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι προϊόντα που παράγονται με καταναγκαστική εργασία δεν πρέπει να εισέρχονται στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.

Όμως η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε το καλοκαίρι δασμούς σε δεκάδες οικονομίες επειδή, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, δεν είχαν υιοθετήσει ή δεν εφάρμοζαν αποτελεσματικά απαγορεύσεις σε προϊόντα που παράγονται με καταναγκαστική εργασία. Το USTR ανακοίνωσε τον Ιούλιο ότι επέβαλε τέτοια μέτρα σε 60 οικονομίες.

Αυτό προκάλεσε νέα καχυποψία.

Πολλές χώρες θεωρούν ότι το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρησιμοποιείται παράλληλα ως εργαλείο βιομηχανικής και δασμολογικής πολιτικής.

Η Βραζιλία ζητά μείωση δασμών

Η Βραζιλία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Ο υπουργός Εμπορίου Marcio Elias Rosa έχει χαρακτηρίσει άδικο τον δασμό 12,5% που επιβάλλεται σε βραζιλιάνικες εξαγωγές και έχει δηλώσει ότι η κυβέρνησή του επιδιώκει μείωσή του στο πλαίσιο νέας εμπορικής συμφωνίας.

Αυτό δείχνει πόσο δύσκολο είναι για την Ουάσιγκτον να πείσει χώρες να στηρίξουν τις αμερικανικές προτεραιότητες όταν οι ίδιες έχουν βρεθεί στο στόχαστρο δασμών.

Η Ευρώπη έχει δικό της κινεζικό πρόβλημα

Το παράδοξο είναι ότι οι ΗΠΑ δεν χρειάζεται να πείσουν την Ευρώπη πως υπάρχει πρόβλημα με την κινεζική υπερπαραγωγή.

Η Ευρώπη το αναγνωρίζει ήδη.

Η διαφωνία αφορά κυρίως το πώς θα αντιμετωπιστεί.

Οι Βρυξέλλες προτιμούν:

στοχευμένα μέτρα,

έρευνες κατά συγκεκριμένων επιδοτήσεων,

δασμούς σε συγκεκριμένους κλάδους,

και μηχανισμούς εμπορικής άμυνας.

Η κυβέρνηση Trump χρησιμοποιεί πολύ ευρύτερους δασμούς και διμερείς συμφωνίες ως βασικό εργαλείο εμπορικής πολιτικής. Το USTR παρουσιάζει αυτή τη στρατηγική ως μέσο εξισορρόπησης του παγκόσμιου εμπορίου.

Το ζήτημα του χάλυβα είναι και θέμα εθνικής ασφάλειας

Για πολλές κυβερνήσεις ο χάλυβας δεν είναι απλώς ένα εμπορικό προϊόν.

Είναι κρίσιμος για:

άμυνα,

ναυπηγεία,

υποδομές,

αυτοκινητοβιομηχανία,

και βαριά βιομηχανία.

Γι’ αυτό χώρες όπως ο Καναδάς τονίζουν ότι η διατήρηση εγχώριας χαλυβουργίας αποτελεί θέμα εθνικής κυριαρχίας.

Αυτό όμως κάνει ακόμη δυσκολότερη την επίτευξη διεθνούς συμφωνίας για περιορισμό της παραγωγικής ικανότητας.

Κανείς δεν θέλει εύκολα να μειώσει έναν κλάδο που θεωρεί στρατηγικό.

Οι ΗΠΑ θέλουν αλλαγή και στους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου

Η αμερικανική ατζέντα είναι ακόμη ευρύτερη.

Ο Greer έθεσε στο G20 και το θέμα της αρχής του πλέον ευνοούμενου κράτους, ενός από τους θεμελιώδεις κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η άνευ όρων εφαρμογή της αρχής περιορίζει την ικανότητα των χωρών να αντιδρούν σε μη εμπορικές πρακτικές και στρεβλώσεις

Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση Trump δεν επιχειρεί απλώς να αλλάξει δασμούς.

Επιδιώκει ευρύτερη αναθεώρηση της αρχιτεκτονικής του διεθνούς εμπορίου.

Η δυσπιστία των συμμάχων παραμένει

Ο Greer υποστήριξε ότι οι αμερικανικοί δασμοί δεν κυριάρχησαν στις συζητήσεις του Μιλγουόκι και ότι οι ΗΠΑ έχουν πλέον φτάσει σε πιο εποικοδομητικές σχέσεις με πολλούς εμπορικούς εταίρους.

Όμως πρώην στελέχη της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής που επικαλείται το Politico έχουν διαφορετική άποψη.

Ο πρώην βοηθός εμπορικός αντιπρόσωπος Harry Broadman χαρακτήρισε την πολιτική δασμών ένα «βαρίδι» για τις προσπάθειες διεθνούς συνεργασίας.

Η ουσία της κριτικής είναι ότι οι σύμμαχοι δεν γνωρίζουν ποιος μπορεί να είναι ο επόμενος στόχος νέων αμερικανικών μέτρων.

Η Κίνα παρακολουθεί το ρήγμα

Για το Πεκίνο, αυτή η αδυναμία συντονισμού είναι σημαντική.

Η Κίνα αντιμετωπίζει ολοένα μεγαλύτερη πίεση από:

ΗΠΑ,

Ευρωπαϊκή Ένωση,

Καναδά,

Ιαπωνία,

και άλλες βιομηχανικές οικονομίες

για τις κρατικές επιδοτήσεις και την υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα.

Αλλά όσο οι δυτικές οικονομίες διαφωνούν μεταξύ τους για δασμούς και προστατευτισμό, γίνεται δυσκολότερο να δημιουργηθεί ενιαία πίεση προς το Πεκίνο.

Το πραγματικό αποτέλεσμα του Μιλγουόκι

Η συνάντηση της G20 έδειξε δύο πράγματα ταυτόχρονα.

Πρώτον, υπάρχει ευρεία ανησυχία για:

την κινεζική υπερπαραγωγή,

τον χάλυβα,

τις στρεβλωτικές επιδοτήσεις,

και την καταναγκαστική εργασία.

Δεύτερον, δεν υπάρχει κοινή άποψη για τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν.

Οι ΗΠΑ θέλουν πιο επιθετική δράση.

Η Ευρώπη θέλει προστασία της βιομηχανίας της, αλλά δεν θέλει να ακολουθήσει αυτομάτως το αμερικανικό μοντέλο γενικευμένων δασμών.

Η μεγάλη γεωοικονομική αντίφαση

Αυτό είναι τελικά το κεντρικό πρόβλημα για την Ουάσιγκτον.

Ο Trump θέλει ένα ευρύτερο δυτικό μέτωπο απέναντι στις κινεζικές εμπορικές πρακτικές.

Ταυτόχρονα, όμως, χρησιμοποιεί δασμούς και απέναντι στους ίδιους τους εταίρους που χρειάζεται σε αυτό το μέτωπο.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτή η πίεση οδηγεί σε πιο δίκαιες εμπορικές σχέσεις.

Οι επικριτές της θεωρούν ότι παράγει δυσπιστία και δυσκολεύει τη διεθνή συνεργασία.

Και στο Μιλγουόκι αυτή η αντίφαση φάνηκε καθαρά:

η Δύση συμφωνεί περισσότερο από ποτέ ότι η κινεζική υπερπαραγωγή αποτελεί πρόβλημα, αλλά εξακολουθεί να διαφωνεί βαθιά για το ποιος πρέπει να πληρώσει το κόστος της αντιμετώπισής της και με ποια εργαλεία.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο