Policy Briefs

Μητσοτάκης–Μελόνι πιέζουν την Κομισιόν: Στο τραπέζι νέα δημοσιονομική ανάσα για καύσιμα και ενέργεια

Μητσοτάκης–Μελόνι πιέζουν την Κομισιόν: Στο τραπέζι νέα δημοσιονομική ανάσα για καύσιμα και ενέργεια

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η Ελλάδα και η Ιταλία διεκδικούν μεγαλύτερα περιθώρια στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια. Ο Βάλντις Ντομπρόβσκις αφήνει ανοιχτή την εξέταση των προτάσεων, αλλά προειδοποιεί για τους κινδύνους νέων δημοσιονομικών εξαιρέσεων. Κρίσιμος σταθμός η Σύνοδος Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου, ενώ η Αθήνα επικαλείται πρόσθετα έσοδα ΦΠΑ περίπου 950 εκατ. ευρώ.

Σε μια κρίσιμη ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση εισέρχονται η Ελλάδα και η Ιταλία, επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας, χωρίς οι έκτακτες παρεμβάσεις να επιβαρύνουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς με τον τρόπο που προβλέπουν σήμερα οι ευρωπαϊκοί κανόνες.

Η συζήτηση μεταφέρεται από το Eurogroup του Λουξεμβούργου στις επόμενες ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις, με ορόσημο τη Σύνοδο Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται διατεθειμένη να εξετάσει αναλυτικότερα τα αιτήματα Αθήνας και Ρώμης, χωρίς ωστόσο να δεσμεύεται ότι θα εγκρίνει νέες εξαιρέσεις.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Ευρωζώνη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύνθετη οικονομική συγκυρία: υψηλές τιμές ενέργειας, αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις, άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και αυξανόμενες ανάγκες προστασίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να δημιουργήσει μεγαλύτερο περιθώριο για στοχευμένα μέτρα στήριξης, υποστηρίζοντας ότι οι έκτακτες συνθήκες απαιτούν προσωρινές δημοσιονομικές παρεμβάσεις.

Από την άλλη πλευρά, οι Βρυξέλλες επιμένουν ότι η προστασία των πολιτών πρέπει να συνδυάζεται με τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στις δημόσιες οικονομίες.

Το μήνυμα Ντομπρόβσκις: «Θα εξετάσουμε τις προτάσεις, αλλά χρειάζεται σύνεση»

Ο επίτροπος Οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Βάλντις Ντομπρόβσκις, επιβεβαίωσε μετά το Eurogroup της Πέμπτης 8 Οκτωβρίου ότι η Επιτροπή θα εξετάσει πιο διεξοδικά τις προτάσεις Ελλάδας και Ιταλίας.

Ο ίδιος είχε συνομιλίες με τον πρόεδρο του Eurogroup, Κυριάκο Πιερρακάκη, και τον Ιταλό υπουργό Οικονομίας, Τζανκάρλο Τζορτζέτι.

Ωστόσο, η στάση του παρέμεινε επιφυλακτική απέναντι σε μια γενικευμένη χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων.

Ο Ευρωπαίος επίτροπος προειδοποίησε ότι η συνεχής προσθήκη νέων εξαιρέσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες για την προσήλωση των κρατών-μελών στη δημοσιονομική βιωσιμότητα.

Η προειδοποίηση έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω των πρόσφατων αναταράξεων στις αγορές κρατικού χρέους.

Οι επενδυτές παρακολουθούν με αυξανόμενη προσοχή τις δημοσιονομικές προοπτικές μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών, ιδιαίτερα της Γαλλίας.

Στο περιβάλλον αυτό, η Κομισιόν επιχειρεί να διατηρήσει μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη οικονομικής στήριξης και στην αξιοπιστία των ευρωπαϊκών κανόνων.

Τι ακριβώς ζητά η Ελλάδα

Η ελληνική πρόταση, όπως έχει παρουσιαστεί στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών διαβουλεύσεων, αφορά τη δυνατότητα εξαίρεσης συγκεκριμένων έκτακτων και προσωρινών μέτρων στήριξης από τον δείκτη καθαρών δημόσιων δαπανών.

Ο συγκεκριμένος δείκτης αποτελεί βασικό εργαλείο παρακολούθησης της δημοσιονομικής πορείας των κρατών-μελών στο αναθεωρημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Η Αθήνα υποστηρίζει ότι οι προσωρινές παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση ενός εξωτερικού ενεργειακού σοκ δεν πρέπει να περιορίζουν δυσανάλογα τη δυνατότητα προστασίας των πολιτών.

Η λογική της πρότασης είναι να διαμορφωθεί ένας περιορισμένος δημοσιονομικός χώρος, με σαφείς όρους, για την εφαρμογή στοχευμένων μέτρων.

Δεν πρόκειται για αίτημα πλήρους κατάργησης των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών περιορισμών.

Η ελληνική πλευρά επιδιώκει μια ειδική αντιμετώπιση έκτακτων παρεμβάσεων, ώστε να υπάρχει δυνατότητα ταχύτερης αντίδρασης σε περίπτωση νέας επιδείνωσης της ενεργειακής κρίσης.

Τα 950 εκατ. ευρώ από τον ΦΠΑ και η κυβερνητική επιδίωξη

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ελληνική επιχειρηματολογία για τα πρόσθετα φορολογικά έσοδα που δημιουργούνται εξαιτίας της αύξησης των τιμών.

Σύμφωνα με τις κυβερνητικές εκτιμήσεις που μεταφέρονται στο σχετικό ρεπορτάζ, τα επιπλέον έσοδα από τον ΦΠΑ ανέρχονται σε περίπου 950 εκατ. ευρώ.

Η Αθήνα επιδιώκει να μπορεί να αξιοποιεί μέρος τέτοιων εσόδων για την επιστροφή πόρων στην πραγματική οικονομία.

Η αύξηση της τιμής ενός προϊόντος, όπως τα καύσιμα, μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες εισπράξεις ΦΠΑ ανά μονάδα, εφόσον οι υπόλοιπες παράμετροι παραμένουν σταθερές.

Ωστόσο, η συνολική επίπτωση στα φορολογικά έσοδα εξαρτάται και από τις μεταβολές στην κατανάλωση.

Για τον λόγο αυτό, η αξιοποίηση των πρόσθετων εσόδων απαιτεί δημοσιονομική αποτίμηση και δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το σύνολο του ποσού είναι διαθέσιμο για νέες παροχές.

Η κυβερνητική επιδίωξη είναι να δημιουργηθεί ένα πρόσθετο περιθώριο για στοχευμένες παρεμβάσεις, εφόσον οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν υψηλές.

Η Ιταλία ζητά να συνυπολογιστεί ο πληθωρισμός

Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι έχει καταθέσει διαφορετική, αλλά συμπληρωματική πρόταση.

Η Ρώμη επιδιώκει μεγαλύτερη συνεκτίμηση του πληθωρισμού κατά την αξιολόγηση της δημοσιονομικής συμμόρφωσης.

Υποστηρίζει ότι η άνοδος των τιμών επηρεάζει τόσο τις ονομαστικές δημόσιες δαπάνες όσο και τα φορολογικά έσοδα.

Η Ιταλία ζητά επίσης να μπορεί να αξιοποιεί πρόσθετα έσοδα που δημιουργούνται λόγω του πληθωρισμού για προσωρινά μέτρα περιορισμού του ενεργειακού κόστους.

Η κυβέρνηση Μελόνι επιδιώκει να αντιμετωπίσει τις πιέσεις που προκαλούν οι υψηλές τιμές καυσίμων στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.

Η πρόταση, ωστόσο, εγείρει ερωτήματα για το πώς θα διασφαλιστεί ότι η δημοσιονομική ευελιξία θα παραμείνει προσωρινή και δεν θα οδηγήσει σε μόνιμη αύξηση δαπανών.

Αυτή είναι και μία από τις βασικές επιφυλάξεις που διατυπώνονται στις Βρυξέλλες.

Κοινό μέτωπο Μητσοτάκη–Μελόνι, διαφορετικές προσεγγίσεις

Η ελληνική και η ιταλική κυβέρνηση συγκλίνουν στην ανάγκη μεγαλύτερης ευρωπαϊκής ευελιξίας απέναντι στην ενεργειακή κρίση.

Ωστόσο, οι προτάσεις τους δεν είναι ταυτόσημες.

Η Ελλάδα εστιάζει περισσότερο στην εξαίρεση συγκεκριμένων προσωρινών μέτρων από την παρακολούθηση των καθαρών δαπανών.

Η Ιταλία δίνει ιδιαίτερο βάρος στον τρόπο με τον οποίο ο πληθωρισμός επηρεάζει τη δημοσιονομική αξιολόγηση.

Η σύγκλιση των δύο χωρών έχει πολιτική σημασία.

Δείχνει ότι δύο μεγάλες οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου επιδιώκουν να μεταφέρουν τη συζήτηση από την αυστηρή τήρηση των ορίων στη δυνατότητα προσαρμογής των κανόνων σε έκτακτες οικονομικές συνθήκες.

Η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί, όμως, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη στάση των υπόλοιπων κρατών-μελών.

Πιερρακάκης: Προστασία πολιτών χωρίς δημοσιονομικό εκτροχιασμό

Ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, ανέδειξε μετά τη συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την ανάγκη προστασίας των πολιτών και των επιχειρήσεων από το ενεργειακό σοκ.

Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία διατήρησης της δημοσιονομικής αξιοπιστίας.

Η συζήτηση στο Eurogroup επικεντρώθηκε στις παρεμβάσεις που έχουν υιοθετήσει τα κράτη-μέλη για την αντιμετώπιση των ενεργειακών πιέσεων.

Στο επίκεντρο βρέθηκε η ανάγκη τα μέτρα να είναι προσωρινά, στοχευμένα και προσαρμοσμένα στις πραγματικές ανάγκες.

Η προσέγγιση αυτή επιχειρεί να περιορίσει τον κίνδυνο υπερβολικής δημοσιονομικής επιβάρυνσης.

Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι μια νέα ενεργειακή κρίση μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες.

Η θέση Πιερρακάκη συνδέει έτσι τη βραχυπρόθεσμη προστασία της οικονομίας με τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα.

Η γαλλική κρίση χρέους δυσκολεύει τη διαπραγμάτευση

Οι συζητήσεις για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία διεξάγονται σε μια περίοδο έντονης ανησυχίας στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων.

Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο λόγω της δημοσιονομικής της κατάστασης και των πολιτικών δυσκολιών γύρω από τον προϋπολογισμό.

Η αύξηση του κόστους δανεισμού δημιουργεί πρόσθετη πίεση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Για την Κομισιόν, το ζήτημα της αξιοπιστίας των δημοσιονομικών κανόνων αποκτά επομένως ιδιαίτερη σημασία.

Μια απόφαση που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως γενικευμένη χαλάρωση ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις από κράτη-μέλη που δίνουν προτεραιότητα στη δημοσιονομική πειθαρχία.

Από την άλλη πλευρά, οι χώρες που αντιμετωπίζουν υψηλές ενεργειακές πιέσεις υποστηρίζουν ότι η αδυναμία εφαρμογής έκτακτων μέτρων μπορεί να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα.

Η διαφωνία αφορά επομένως όχι μόνο το ύψος των δημόσιων δαπανών, αλλά και τον τρόπο αντιμετώπισης μιας εξωτερικής οικονομικής κρίσης.

Βορράς και Νότος: Επιστρέφει η παλιά ευρωπαϊκή διαφωνία

Η συζήτηση επαναφέρει μια γνώριμη διαχωριστική γραμμή στην ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική.

Ορισμένες κυβερνήσεις δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην ανάγκη αυστηρής τήρησης των δημοσιονομικών δεσμεύσεων.

Άλλες υποστηρίζουν ότι οι κανόνες πρέπει να επιτρέπουν επαρκή προσαρμογή όταν προκύπτουν σοβαρά εξωτερικά σοκ.

Η Ελλάδα και η Ιταλία επιχειρούν να ενισχύσουν τη δεύτερη προσέγγιση.

Ωστόσο, η σημερινή συγκυρία διαφέρει από προηγούμενες ευρωπαϊκές συζητήσεις για δημοσιονομική χαλάρωση.

Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων αυξάνει την προσοχή που αποδίδεται στη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.

Παράλληλα, η ενεργειακή ακρίβεια δημιουργεί πολιτικές πιέσεις για πρόσθετη στήριξη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να διαμορφώσει μια απάντηση που θα λαμβάνει υπόψη και τις δύο ανάγκες.

Η υπάρχουσα ρήτρα διαφυγής και τα όριά της

Το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο περιλαμβάνει ήδη δυνατότητες προσωρινής ευελιξίας για συγκεκριμένες δαπάνες άμυνας και ενεργειακών επενδύσεων, υπό προϋποθέσεις.

Η Ελλάδα και η Ιταλία έχουν επιδιώξει να αξιοποιήσουν τις σχετικές δυνατότητες.

Τα νέα αιτήματα, όμως, αφορούν πρόσθετο περιθώριο χειρισμών.

Αυτή είναι μια κρίσιμη διάκριση.

Η ύπαρξη ήδη προβλεπόμενων εξαιρέσεων δεν σημαίνει ότι κάθε νέα ενεργειακή επιδότηση μπορεί αυτομάτως να εξαιρεθεί από τους δημοσιονομικούς κανόνες.

Ούτε η εξέταση των ελληνικών και ιταλικών προτάσεων ισοδυναμεί με έγκρισή τους.

Η Κομισιόν θα πρέπει να αξιολογήσει τη νομική βάση, τις δημοσιονομικές επιπτώσεις και τη συμβατότητα των προτάσεων με το ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Τι μπορεί να σημαίνει για καύσιμα, θέρμανση και επιχειρήσεις

Η σημασία της ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης για την Ελλάδα είναι πρακτική.

Εάν εγκριθεί πρόσθετη ευελιξία, η κυβέρνηση θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερο περιθώριο σχεδιασμού προσωρινών μέτρων απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος.

Οι παρεμβάσεις θα μπορούσαν, ανάλογα με τις κυβερνητικές αποφάσεις, να αφορούν την κατανάλωση καυσίμων, τη θέρμανση ή την ενεργειακή επιβάρυνση επιχειρήσεων.

Ωστόσο, δεν έχει προκύψει από το Eurogroup έγκριση συγκεκριμένου νέου πακέτου ενισχύσεων.

Ούτε υπάρχει αυτοματοποιημένη σύνδεση μεταξύ πιθανής ευρωπαϊκής ευελιξίας και καταβολής πρόσθετων επιδοτήσεων.

Η εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου θα απαιτούσε ξεχωριστές κυβερνητικές αποφάσεις, κοστολόγηση και τις αναγκαίες θεσμικές διαδικασίες.

Για τα νοικοκυριά, το κρίσιμο ζήτημα παραμένει η εξέλιξη των τιμών.

Για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα περιορισμού του λειτουργικού κόστους χωρίς να δημιουργούνται μόνιμες δημοσιονομικές δεσμεύσεις.

Η ενεργειακή αυτονομία ως μακροπρόθεσμη απάντηση

Πέρα από τις έκτακτες επιδοτήσεις, το Eurogroup συζήτησε την ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής αυτονομίας της Ευρώπης.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης ανέδειξε τη σημασία των επενδύσεων σε καθαρή ενέργεια, ηλεκτροδότηση, ισχυρότερα δίκτυα και διασυνδέσεις.

Η προσέγγιση αυτή συνδέει την ενεργειακή ασφάλεια με την ανταγωνιστικότητα.

Η μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα μπορεί, σε βάθος χρόνου, να περιορίσει την έκθεση της ευρωπαϊκής οικονομίας σε διεθνείς διακυμάνσεις τιμών.

Ωστόσο, τέτοιες επενδύσεις απαιτούν χρόνο και σημαντικούς πόρους.

Δεν μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που ενδέχεται να χρειαστούν κατά τη διάρκεια μιας οξείας ενεργειακής κρίσης.

Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή συζήτηση εξελίσσεται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: άμεση προστασία από το ενεργειακό κόστος και μακροπρόθεσμη ενίσχυση της ενεργειακής ανθεκτικότητας.

Τα επόμενα βήματα μετά το Eurogroup

Η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε με τη συνεδρίαση της Πέμπτης.

Οι συζητήσεις συνεχίζονται στο ECOFIN της Παρασκευής 9 Οκτωβρίου, όπου συμμετέχουν οι υπουργοί Οικονομικών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το επόμενο σημαντικό πολιτικό ορόσημο είναι η Σύνοδος Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου.

Εκεί αναμένεται να τεθούν ευρύτερα ζητήματα ενεργειακής πολιτικής και οικονομικής αντιμετώπισης της κρίσης.

Η Σύνοδος μπορεί να διαμορφώσει πολιτική κατεύθυνση για τα επόμενα βήματα.

Δεν είναι, ωστόσο, δεδομένο ότι θα υπάρξει άμεσα τελική απόφαση για τις δημοσιονομικές προτάσεις Ελλάδας και Ιταλίας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα συνεχίσει την αξιολόγηση των αιτημάτων, ενώ η στάση των κρατών-μελών θα επηρεάσει το εύρος οποιασδήποτε συμφωνίας.

Παράλληλα, η κατάρτιση και αξιολόγηση των εθνικών προϋπολογισμών για το 2027 καθιστά τη συζήτηση ακόμη πιο σημαντική.

Η μεγάλη εξίσωση για Μητσοτάκη και Μελόνι

Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την Τζόρτζια Μελόνι, η ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση συνδέεται με την ανάγκη αντιμετώπισης των οικονομικών συνεπειών της ενεργειακής κρίσης.

Οι δύο κυβερνήσεις επιδιώκουν να αποκτήσουν μεγαλύτερα περιθώρια παρέμβασης, χωρίς να βρεθούν αντιμέτωπες με παραβίαση των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών δεσμεύσεων.

Η επιτυχία της προσπάθειας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την πολιτική επιχειρηματολογία τους.

Θα κριθεί επίσης από τις εξελίξεις στις αγορές ομολόγων, την πορεία του πληθωρισμού και την αξιολόγηση της Κομισιόν.

Οι Βρυξέλλες δεν έχουν κλείσει οριστικά την πόρτα.

Έχουν, όμως, καταστήσει σαφές ότι δεν επιθυμούν να μετατραπεί η έκτακτη ευελιξία σε διαρκή αποδυνάμωση των δημοσιονομικών κανόνων.

Το διακύβευμα της Συνόδου Κορυφής είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να διαμορφώσει έναν κοινά αποδεκτό τρόπο προστασίας των πολιτών από την ενεργειακή ακρίβεια, διατηρώντας παράλληλα τη δημοσιονομική αξιοπιστία των κρατών-μελών.

Για την Ελλάδα, η απόφαση θα έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς τα περιθώρια χρηματοδότησης νέων, προσωρινών μέτρων στήριξης.

Μέχρι τότε, η δημοσιονομική ευελιξία παραμένει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και όχι εγκεκριμένο πρόσθετο δημοσιονομικό περιθώριο.

Πηγή: pagenews.gr

Pagenews Editor
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Pagenews Editor Συντάκτης Ειδήσεων
Δημοσιογράφος με εμπειρία στη σύνταξη και επιμέλεια ειδησεογραφικού περιεχομένου, με έμφαση στη ροή της καθημερινής επικαιρότητας και την άμεση κάλυψη των σημαντικότερων εξελίξεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ασχολείται με πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και γενικού ενδιαφέροντος θέματα, διασφαλίζοντας την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση του κοινού. Απόφοιτος Τμήματος Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, με εξειδίκευση στα ψηφιακά μέσα ενημέρωσης και τη σύγχρονη ειδησεογραφία. Διαθέτει εμπειρία στην συγγραφή  online περιεχομένου, τη διαχείριση ειδησεογραφικής ύλης και την παρακολούθηση της επικαιρότητας σε πραγματικό χρόνο.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο