Μια νέα, ιδιαίτερα σοβαρή κρίση στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ουκρανία αποκαλύπτουν οι Financial Times, καθώς η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να απείλησε το Κίεβο με περιορισμό της ανταλλαγής αμερικανικών πληροφοριών εάν συνεχίσει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων.
Η προειδοποίηση διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια πολύωρων συνομιλιών στο Μαϊάμι, την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026, όπου Ουκρανοί αξιωματούχοι συναντήθηκαν με τους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ.
Οι διαπραγματεύσεις είχαν ως αντικείμενο την αναζήτηση τρόπων τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία.
Ωστόσο, σύμφωνα με το βρετανικό δημοσίευμα, η ατζέντα ανατράπηκε όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στην παγκόσμια αγορά.
Η εξέλιξη αιφνιδίασε την ουκρανική αντιπροσωπεία και προκάλεσε έντονη δυσφορία στο Κίεβο.
Το ζήτημα υπερβαίνει μια συνηθισμένη διπλωματική διαφωνία.
Αγγίζει τον πυρήνα της ουκρανικής στρατηγικής στον πόλεμο, τη λειτουργία των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, τη χρηματοδότηση της ρωσικής πολεμικής οικονομίας και τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Financial Times: Η απειλή που μεταφέρθηκε στο Μαϊάμι
Σύμφωνα με τους Financial Times, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ έθεσαν στους Ουκρανούς συνομιλητές τους το ενδεχόμενο διακοπής της ανταλλαγής πληροφοριών, εφόσον το Κίεβο δεν σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον των ρωσικών διυλιστηρίων.
Το δημοσίευμα επικαλείται πρόσωπα με γνώση των συνομιλιών.
Ένας από τους Ουκρανούς συμμετέχοντες ανέφερε ότι το αίτημα προερχόταν απευθείας από τον Αμερικανό πρόεδρο.
Η αναφορά αυτή είναι σημαντική, καθώς υποδηλώνει ότι δεν επρόκειτο απλώς για μια τεχνική παρατήρηση των αμερικανικών υπηρεσιών, αλλά για πολιτική απαίτηση της προεδρίας.
Η ουκρανική πλευρά φέρεται να αντιμετώπισε την προειδοποίηση ως ιδιαίτερα σοβαρή.
Η συνεργασία με τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ουκρανικής αμυντικής ικανότητας.
Η πιθανότητα περιορισμού της θα μπορούσε να επηρεάσει την επιχειρησιακή εικόνα του Κιέβου και ορισμένες δυνατότητες σχεδιασμού στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι οι πληροφορίες αφορούν απειλή περιορισμού της συνεργασίας και όχι επιβεβαιωμένη απόφαση πλήρους διακοπής της.
Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για το ντίζελ που αιφνιδίασε το Κίεβο
Η ένταση κλιμακώθηκε όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι είχε καταλήξει σε συμφωνία με τον Πούτιν για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές.
Η αμερικανική κυβέρνηση παρουσίασε την κίνηση ως μέτρο αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.
Η συμφωνία, σύμφωνα με το Associated Press, αφορά ποσότητες που υπερβαίνουν τους 4,8 εκατομμύρια τόνους ντίζελ.
Η εξέλιξη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις επειδή συνδέεται με τη χαλάρωση αμερικανικών περιορισμών στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές.
Η Ουκρανία θεωρεί ότι η ενίσχυση των ρωσικών εσόδων από την ενέργεια μπορεί να αυξήσει τους οικονομικούς πόρους που διαθέτει η Μόσχα για τη συνέχιση του πολέμου.
Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, επικαλείται την ανάγκη αντιμετώπισης της ενεργειακής ακρίβειας.
Έτσι, δύο διαφορετικές προτεραιότητες συγκρούονται.
Για την Ουάσιγκτον, η αποκλιμάκωση των τιμών καυσίμων αποτελεί άμεσο οικονομικό και πολιτικό ζήτημα.
Για το Κίεβο, η διατήρηση της πίεσης στη ρωσική ενεργειακή οικονομία αποτελεί βασικό μέσο περιορισμού της δυνατότητας χρηματοδότησης του πολέμου.
Ζελένσκι: «Δεν είναι δίκαιο ούτε έντιμο»
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι αντέδρασε έντονα στην αμερικανική απόφαση.
Σε συνέντευξή του στο Axios, ο Ουκρανός πρόεδρος χαρακτήρισε τη συμφωνία άδικη και ανέντιμη απέναντι στην Ουκρανία.
Υποστήριξε ότι η ανακοίνωση έγινε ενώ οι Ουκρανοί διαπραγματευτές βρίσκονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες για συνομιλίες σχετικά με τον τερματισμό του πολέμου.
Ο Ζελένσκι συνέδεσε την απόφαση με τα γενέθλια του Βλαντίμιρ Πούτιν, υπονοώντας ότι η συμφωνία αποτελεί πολιτικό δώρο προς τη Μόσχα.
Εξέφρασε επίσης δυσαρέσκεια επειδή η ουκρανική πλευρά δεν είχε προηγουμένως ενημερωθεί πλήρως για το περιεχόμενο της συνεννόησης.
Η ουκρανική κυβέρνηση θεωρεί ότι μια τέτοια απόφαση αποδυναμώνει την πίεση προς τη Ρωσία σε μια περίοδο κατά την οποία συνεχίζονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Το Κίεβο επιμένει ότι η χαλάρωση των περιορισμών πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένες ρωσικές δεσμεύσεις.
Το ουκρανικό επιχείρημα: Ενεργειακή εκεχειρία, όχι μονομερής υποχώρηση
Ο Ζελένσκι έχει δηλώσει ότι θα μπορούσε να εξετάσει μια συμφωνία για τον περιορισμό των επιθέσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Ωστόσο, θέτει ως προϋπόθεση την αμοιβαιότητα.
Με άλλα λόγια, το Κίεβο ζητά να σταματήσουν και οι ρωσικές επιθέσεις εναντίον ουκρανικών ενεργειακών υποδομών.
Η διάκριση είναι καθοριστική.
Μια αμοιβαία ενεργειακή εκεχειρία θα μπορούσε να περιορίσει τις επιθέσεις σε εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής, μεταφοράς και επεξεργασίας καυσίμων και στις δύο πλευρές.
Αντίθετα, μια μονομερής παύση των ουκρανικών επιθέσεων στα ρωσικά διυλιστήρια θα περιόριζε ένα από τα εργαλεία πίεσης του Κιέβου χωρίς απαραίτητα να εξασφαλίζει αντίστοιχη αλλαγή στη ρωσική στρατηγική.
Αυτό αποτελεί τον πυρήνα της ουκρανικής αντίδρασης.
Η κυβέρνηση Ζελένσκι υποστηρίζει ότι οι διαπραγματεύσεις για την ενέργεια πρέπει να αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης συμφωνίας αποκλιμάκωσης.
Γιατί η Ουκρανία χτυπά τα ρωσικά διυλιστήρια
Οι ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών εγκαταστάσεων διύλισης αποτελούν μέρος της στρατηγικής πλήγματος στην ενεργειακή και οικονομική υποδομή που υποστηρίζει τη ρωσική πολεμική προσπάθεια.
Τα διυλιστήρια επεξεργάζονται αργό πετρέλαιο και παράγουν καύσιμα, μεταξύ των οποίων ντίζελ και βενζίνη.
Η λειτουργία τους έχει σημασία για την εγχώρια οικονομία, τις μεταφορές και την τροφοδοσία στρατιωτικών δραστηριοτήτων.
Οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη επιδιώκουν να προκαλέσουν λειτουργικές διακοπές, να αυξήσουν το κόστος επισκευών και να περιορίσουν τη δυνατότητα απρόσκοπτης παραγωγής καυσίμων.
Οι επιπτώσεις κάθε επίθεσης εξαρτώνται από την έκταση των ζημιών και τη δυνατότητα αποκατάστασης των εγκαταστάσεων.
Δεν συνεπάγεται κάθε πλήγμα μόνιμη απώλεια παραγωγικής δυναμικότητας.
Ωστόσο, η επανάληψη των επιθέσεων μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετο κόστος και αβεβαιότητα για τη ρωσική αγορά καυσίμων.
Η αμερικανική ανησυχία για τις τιμές των καυσίμων
Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει τις υψηλές τιμές καυσίμων ως σημαντικό πρόβλημα για την αμερικανική οικονομία.
Η ενεργειακή κρίση έχει επιβαρυνθεί από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τη σύγκρουση με το Ιράν.
Η Ουάσιγκτον εκτιμά ότι η αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας ντίζελ στις διεθνείς αγορές μπορεί να περιορίσει μέρος της πίεσης στις τιμές.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια αντιμετωπίζονται από την αμερικανική κυβέρνηση και ως παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει την παγκόσμια προσφορά καυσίμων.
Σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο που επικαλείται το Axios, ο Τραμπ είχε ζητήσει επανειλημμένα από τον Ζελένσκι να σταματήσει τις επιθέσεις.
Ο ίδιος αξιωματούχος υποστήριξε ότι η ουκρανική πλευρά δεν ανταποκρίθηκε σε περίπου έξι σχετικά αιτήματα.
Πρόκειται για την εκδοχή της αμερικανικής πλευράς, η οποία δεν αναιρεί την ουκρανική θέση ότι οποιαδήποτε ενεργειακή αποκλιμάκωση πρέπει να είναι αμοιβαία.
Το ζήτημα των αμερικανικών πληροφοριών: Γιατί η απειλή είναι σοβαρή
Η πιθανότητα περιορισμού της ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της κρίσης.
Οι αμερικανικές υπηρεσίες διαθέτουν σημαντικές δυνατότητες δορυφορικής παρακολούθησης, συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών.
Η συνεργασία αυτή μπορεί να υποστηρίζει την ουκρανική επίγνωση της κατάστασης στο πεδίο των επιχειρήσεων και την εκτίμηση στρατιωτικών απειλών.
Το ακριβές εύρος των πληροφοριών που παρέχονται στο Κίεβο δεν είναι δημόσια γνωστό.
Επομένως, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα ποιες επιχειρησιακές δυνατότητες θα επηρεάζονταν από έναν ενδεχόμενο περιορισμό.
Ωστόσο, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετες δυσκολίες στον σχεδιασμό και στην άμυνα της Ουκρανίας.
Το γεγονός ότι η απειλή τέθηκε στο πλαίσιο ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων ενισχύει την πολιτική σημασία της.
Η ανταλλαγή πληροφοριών εμφανίζεται πλέον, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ως πιθανό εργαλείο άσκησης πίεσης προς το Κίεβο.
Το προηγούμενο της διακοπής συνεργασίας
Η ανησυχία της Ουκρανίας δεν προκύπτει μόνο από τη σημερινή προειδοποίηση.
Η συνεργασία πληροφοριών μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου έχει αντιμετωπίσει στο παρελθόν διακοπές κατά τη διάρκεια διπλωματικών αντιπαραθέσεων.
Το προηγούμενο αυτό αυξάνει τη σοβαρότητα της νέας απειλής.
Για την ουκρανική κυβέρνηση, η αξιοπιστία της αμερικανικής υποστήριξης αποτελεί βασική παράμετρο του στρατηγικού σχεδιασμού της.
Για την αμερικανική κυβέρνηση, η δυνατότητα αναπροσαρμογής της συνεργασίας μπορεί να λειτουργεί ως μέσο πίεσης για αλλαγές στην ουκρανική στάση.
Η χρήση, όμως, ενός τόσο ευαίσθητου μηχανισμού ως διαπραγματευτικού εργαλείου ενέχει κινδύνους για την εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών.
Οι συνομιλίες στο Μαϊάμι και η διπλωματική εμπλοκή
Οι συνομιλίες στο Μαϊάμι είχαν σχεδιαστεί ως μέρος μιας νέας προσπάθειας για τον τερματισμό του πολέμου.
Συμμετείχαν εκπρόσωποι των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ουκρανίας και της Ευρώπης.
Στην ατζέντα περιλαμβάνονταν προτάσεις για την ειρήνη, ζητήματα ασφάλειας και οικονομικές ρυθμίσεις για τη μεταπολεμική περίοδο.
Ωστόσο, η ανακοίνωση της συμφωνίας Τραμπ–Πούτιν άλλαξε το κλίμα.
Σύμφωνα με τους Financial Times, οι Ουκρανοί αξιωματούχοι αιφνιδιάστηκαν και περιόρισαν την παρουσία τους στις συνομιλίες.
Το επεισόδιο αναδεικνύει τη δυσκολία συντονισμού των διαπραγματεύσεων όταν οι βασικοί συμμετέχοντες έχουν διαφορετικές άμεσες προτεραιότητες.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει ταυτόχρονα να περιορίσει τις τιμές ενέργειας και να προωθήσει μια συμφωνία για τον πόλεμο.
Το Κίεβο επιμένει ότι η πίεση στη Ρωσία πρέπει να παραμείνει ενεργή μέχρι να υπάρξουν ουσιαστικές εγγυήσεις.
Η Ρωσία αποκτά περιθώριο από τη συμφωνία για το ντίζελ
Η συμφωνία για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες δυνατότητες εμπορικής δραστηριότητας για τη Μόσχα.
Οι εξαγωγές ενεργειακών προϊόντων αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για τη ρωσική οικονομία.
Η ουκρανική κυβέρνηση εκτιμά ότι οποιαδήποτε χαλάρωση περιορισμών ενισχύει την οικονομική δυνατότητα της Ρωσίας να συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, το πραγματικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα της συμφωνίας θα εξαρτηθεί από τις ποσότητες που θα πωληθούν, τις τιμές, τους όρους συναλλαγής και το ισχύον καθεστώς κυρώσεων.
Δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι το σύνολο της αξίας των εξαγωγών μετατρέπεται απευθείας σε χρηματοδότηση στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Παρά ταύτα, η πολιτική σημασία της απόφασης είναι εμφανής.
Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να επιδιώκει ενεργειακή συνεννόηση με τη Μόσχα την ώρα που η Ουκρανία προσπαθεί να διατηρήσει την οικονομική πίεση στον αντίπαλό της.
Αντιδράσεις στην Ευρώπη: Διαφωνία για τη χαλάρωση των κυρώσεων
Η αμερικανική απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις και σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, χώρες όπως η Γερμανία, η Πολωνία και η Σουηδία εξέφρασαν επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις για τη χαλάρωση περιορισμών στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επενδύσει πολιτικά και οικονομικά στη στρατηγική περιορισμού της εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια.
Για αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η διατήρηση των κυρώσεων αποτελεί μέσο πίεσης για αλλαγή της ρωσικής στάσης στον πόλεμο.
Η αμερικανική συμφωνία δημιουργεί επομένως μια νέα δυσκολία στον διατλαντικό συντονισμό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να έχουν κοινά συμφέροντα ασφαλείας.
Ωστόσο, οι διαφορετικές εκτιμήσεις για την ενεργειακή κρίση και τις κυρώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστικές πολιτικές διαφωνίες.
Αντιδράσεις και στο Κογκρέσο: Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί επικρίνουν τον Τραμπ
Η συμφωνία με τη Ρωσία προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Στελέχη των Δημοκρατικών, μεταξύ των οποίων ο Τσακ Σούμερ, η Τζιν Σαχίν και η Ελίζαμπεθ Γουόρεν, επέκριναν την απόφαση.
Υποστήριξαν ότι η χαλάρωση των περιορισμών στις ρωσικές εξαγωγές ενδέχεται να ενισχύσει τη Μόσχα και να υπονομεύσει την αμερικανική στρατηγική ασφάλειας.
Αντιδράσεις καταγράφηκαν και από Ρεπουμπλικανούς.
Ο βουλευτής Ντον Μπέικον άσκησε κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία.
Η διακομματική διάσταση της κριτικής δείχνει ότι η ενεργειακή συμφωνία δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα τιμών καυσίμων.
Αποτελεί επίσης θέμα εξωτερικής πολιτικής, κυρώσεων και σχέσεων με τους ευρωπαϊκούς συμμάχους.
Νέο αιματοκύλισμα στην Ουκρανία μετά τη συμφωνία
Η διπλωματική κρίση εξελίσσεται ενώ συνεχίζονται οι ρωσικές επιθέσεις.
Σύμφωνα με το Associated Press, ρωσικά πλήγματα στην περιοχή της Ζαπορίζια προκάλεσαν τον θάνατο τουλάχιστον 17 ανθρώπων, μεταξύ των οποίων τρία παιδιά, και τον τραυματισμό άλλων 18.
Επιθέσεις καταγράφηκαν και στην περιοχή του Κιέβου.
Ο Ζελένσκι συνέδεσε πολιτικά τη συνέχιση των ρωσικών επιθέσεων με την απόφαση της Ουάσιγκτον να χαλαρώσει περιορισμούς στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές.
Η χρονική ακολουθία των γεγονότων δεν αποδεικνύει από μόνη της αιτιώδη σχέση μεταξύ της συμφωνίας για το ντίζελ και των συγκεκριμένων στρατιωτικών πληγμάτων.
Ωστόσο, οι επιθέσεις ενίσχυσαν την ουκρανική επιχειρηματολογία ότι οποιαδήποτε ενεργειακή συμφωνία πρέπει να συνδέεται με πραγματική αποκλιμάκωση στο πεδίο του πολέμου.
Το γεωοικονομικό παράδοξο: Πετρέλαιο, ντίζελ και πόλεμος
Η κρίση αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα της διεθνούς οικονομίας.
Οι ενεργειακές αγορές συνδέονται άμεσα με τη γεωπολιτική.
Η αύξηση των τιμών πετρελαίου και καυσίμων επηρεάζει τον πληθωρισμό, τις μεταφορές, τη βιομηχανία και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Ταυτόχρονα, οι εξαγωγές ενεργειακών προϊόντων αποτελούν βασική πηγή εσόδων για σημαντικούς παραγωγούς.
Η προσπάθεια αύξησης της διαθέσιμης προσφοράς μπορεί επομένως να συγκρούεται με πολιτικές κυρώσεων που έχουν σχεδιαστεί για να περιορίσουν τα έσοδα συγκεκριμένων κρατών.
Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν βρίσκεται ακριβώς στο σημείο αυτής της σύγκρουσης.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές καυσίμων.
Η Ουκρανία και αρκετοί Ευρωπαίοι σύμμαχοι επιδιώκουν να διατηρήσουν την οικονομική πίεση στη Ρωσία.
Οι δύο στόχοι δεν είναι πάντοτε εύκολο να συνδυαστούν.
Τι σημαίνει για την Ευρώπη και την Ελλάδα
Οι εξελίξεις έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιχειρήσει τα τελευταία χρόνια να διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειας φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων.
Η Ελλάδα συμμετέχει σε αυτή την προσπάθεια μέσω των υποδομών LNG, των ενεργειακών διασυνδέσεων και του Κάθετου Διαδρόμου.
Η νέα αμερικανορωσική συμφωνία αναδεικνύει ότι η ενεργειακή πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να επηρεάζεται από εσωτερικές οικονομικές προτεραιότητες που δεν συμπίπτουν πάντοτε με εκείνες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη έχει σημασία τόσο για την ενεργειακή αγορά όσο και για τη συνοχή της ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία.
Οι διεθνείς τιμές καυσίμων επηρεάζουν το κόστος μεταφορών, παραγωγής και θέρμανσης.
Ωστόσο, είναι ακόμη πρόωρο να εκτιμηθεί η ακριβής επίδραση της συγκεκριμένης συμφωνίας στις ελληνικές τιμές.
Αυτό θα εξαρτηθεί από τις πραγματικές ποσότητες που θα διατεθούν στην αγορά και από την πορεία των διεθνών τιμών.
Η επόμενη ημέρα: Τρεις κρίσιμες εκκρεμότητες
Η πρώτη αφορά το ενδεχόμενο πραγματικού περιορισμού της αμερικανικής ανταλλαγής πληροφοριών με την Ουκρανία.
Μέχρι στιγμής, το επιβεβαιωμένο στοιχείο του δημοσιεύματος είναι ότι η δυνατότητα αυτή τέθηκε ως προειδοποίηση.
Η δεύτερη αφορά την εφαρμογή της συμφωνίας Τραμπ–Πούτιν.
Οι αγορές θα παρακολουθήσουν τις ποσότητες ρωσικού ντίζελ που θα διατεθούν και την πιθανή επίδρασή τους στις τιμές.
Η τρίτη αφορά τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.
Η ένταση στο Μαϊάμι δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια στην προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας.
Το Κίεβο ζητά αμοιβαιότητα και εγγυήσεις.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει περιορισμό των επιθέσεων στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Η Μόσχα αποκτά τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τη νέα ενεργειακή συνεννόηση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η συμβατότητα αυτών των θέσεων παραμένει ανοιχτό ζήτημα.
Η μεγάλη γεωπολιτική ανατροπή
Η αποκάλυψη των Financial Times δείχνει πόσο στενά έχουν συνδεθεί πλέον οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία με την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται διατεθειμένη να ασκήσει ισχυρή πίεση στο Κίεβο για να περιορίσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον επιδιώκει συμφωνία με τη Μόσχα για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ.
Για την ουκρανική κυβέρνηση, η εξέλιξη δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ισορροπία της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στις δύο εμπόλεμες πλευρές.
Για τους Ευρωπαίους συμμάχους, αναδεικνύει τον κίνδυνο απόκλισης ανάμεσα στη στρατηγική των κυρώσεων και στις άμεσες ενεργειακές ανάγκες.
Το καθοριστικό ερώτημα είναι αν η Ουάσιγκτον θα χρησιμοποιήσει την απειλή περιορισμού των πληροφοριών ως μέσο διαπραγματευτικής πίεσης ή αν θα προχωρήσει πράγματι σε αλλαγή της στρατιωτικής συνεργασίας με την Ουκρανία.
Μια τέτοια απόφαση θα είχε συνέπειες που θα ξεπερνούσαν κατά πολύ την αγορά πετρελαίου.
Θα επηρέαζε την εμπιστοσύνη μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου, την ευρωπαϊκή αντίληψη για την αμερικανική πολιτική ασφάλειας και τη διαπραγματευτική δυναμική του πολέμου.
Προς το παρόν, η απειλή παραμένει στο τραπέζι και η ουκρανική κυβέρνηση δεν έχει ανακοινώσει ότι εγκαταλείπει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Πηγή: pagenews.gr
