Μια από τις πιο αμφιλεγόμενες αποφάσεις της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ ανατρέπει τα δεδομένα στην ενεργειακή και γεωπολιτική αντιπαράθεση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την προμήθεια μεγάλων ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη διεθνή αγορά, ενώ το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση των σχετικών κυρώσεων.
Η απόφαση, που ανακοινώθηκε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, έρχεται λιγότερο από έναν μήνα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ.
Το πολιτικό διακύβευμα είναι τεράστιο.
Οι υψηλές τιμές των καυσίμων έχουν μετατραπεί σε σημαντικό πρόβλημα για την αμερικανική οικονομία και την εκλογική στρατηγική των Ρεπουμπλικανών.
Ο Τραμπ επιχειρεί να αυξήσει τη διαθέσιμη προσφορά ντίζελ, ακόμη και εάν αυτό απαιτεί μια εντυπωσιακή μεταβολή στην πολιτική οικονομικής πίεσης κατά της Ρωσίας.
Ωστόσο, η κίνηση προκαλεί έντονες αντιδράσεις στο Κίεβο και αναδεικνύει νέες διαφωνίες μεταξύ Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν: Πόσο ρωσικό ντίζελ θα διατεθεί
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι είχε μια ιδιαίτερα επιτυχημένη συνομιλία με τον Ρώσο πρόεδρο.
Σύμφωνα με όσα δημοσιοποίησε, η Ρωσία συμφώνησε να διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 μετρικούς τόνους ντίζελ στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά.
Προβλέπονται επίσης επιπλέον 500.000 τόνοι τον Νοέμβριο και ακόμη ένα εκατομμύριο τόνοι στη συνέχεια.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε και σε μεγαλύτερες ποσότητες καυσίμων που θα μπορούσαν να διατεθούν σε επόμενη φάση.
Η ανακοίνωση παρουσιάστηκε ως παρέμβαση για τη συγκράτηση των διεθνών τιμών.
Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο καύσιμο για τις οδικές μεταφορές, τη γεωργία, τη βιομηχανία και, σε ορισμένες αγορές, τη θέρμανση.
Η άνοδος της τιμής του επηρεάζει άμεσα το κόστος μεταφοράς αγαθών και μπορεί να μετακυλιστεί στις τελικές τιμές προϊόντων.
Η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει επομένως να αυξήσει την προσφορά σε μια αγορά που αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι εάν οι ποσότητες που ανακοινώθηκαν αρκούν για να προκαλέσουν ουσιαστική και διατηρήσιμη αποκλιμάκωση.
Οι ΗΠΑ χαλαρώνουν τις κυρώσεις έως τον Απρίλιο του 2027
Η ενεργειακή συμφωνία συνοδεύτηκε από συγκεκριμένη διοικητική απόφαση.
Το Γραφείο Ελέγχου Αλλοδαπών Περιουσιακών Στοιχείων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών εξέδωσε προσωρινή γενική άδεια που επιτρέπει συναλλαγές σχετικές με την προμήθεια ρωσικού ντίζελ.
Η εξαίρεση έχει διάρκεια έως τις 7 Απριλίου 2027.
Πρόκειται για ουσιαστική αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη πολιτική περιορισμού των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών.
Οι κυρώσεις είχαν σχεδιαστεί ώστε να μειώνουν τα έσοδα της Μόσχας από το πετρέλαιο και τα προϊόντα διύλισης, περιορίζοντας τη δυνατότητα χρηματοδότησης του πολέμου στην Ουκρανία.
Η νέα άδεια δημιουργεί προσωρινά διαφορετικές συνθήκες για το ρωσικό ντίζελ.
Δεν συνεπάγεται, ωστόσο, γενική κατάργηση όλων των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Αφορά συγκεκριμένη κατηγορία ενεργειακών συναλλαγών και έχει χρονικό όριο.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη για την κατανόηση της απόφασης.
Η μεγάλη ανατροπή στην αμερικανική πολιτική
Η απόφαση του Τραμπ προκαλεί εντύπωση επειδή έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική που ακολούθησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Η Ουάσιγκτον είχε επιδιώξει να περιορίσει τη δυνατότητα της Μόσχας να αντλεί έσοδα από την ενεργειακή αγορά.
Η απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου και άλλων ενεργειακών προϊόντων αποτέλεσε μέρος αυτής της στρατηγικής.
Στη συνέχεια, οι αμερικανικές κυρώσεις επεκτάθηκαν σε πρόσθετες δραστηριότητες και φορείς που συνδέονται με τον ρωσικό ενεργειακό τομέα.
Τώρα, η κυβέρνηση Τραμπ επιλέγει να επιτρέψει προσωρινά νέες συναλλαγές ρωσικού ντίζελ.
Η επιλογή δείχνει ότι η ενεργειακή σταθερότητα και οι εσωτερικές οικονομικές πιέσεις αποκτούν μεγαλύτερο βάρος στις άμεσες προτεραιότητες του Λευκού Οίκου.
Για τους επικριτές της, πρόκειται για κίνηση που μπορεί να ενισχύσει οικονομικά τη Ρωσία.
Για την αμερικανική κυβέρνηση, η αύξηση της προσφοράς καυσίμων αποτελεί μέσο αντιμετώπισης των υψηλών τιμών.
Οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου και ο φόβος του πληθωρισμού
Η χρονική στιγμή της συμφωνίας δεν είναι τυχαία από πολιτική άποψη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες οδεύουν προς τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, στις οποίες θα κριθεί ο συσχετισμός δυνάμεων στο Κογκρέσο.
Οι τιμές των καυσίμων αποτελούν ένα από τα ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των Αμερικανών ψηφοφόρων.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται αμερικανικά δημοσιεύματα, η μέση τιμή του ντίζελ είχε φτάσει περίπου τα 6,27–6,28 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι περίπου 3,67–3,68 δολαρίων έναν χρόνο νωρίτερα.
Η αύξηση είναι εξαιρετικά μεγάλη.
Το υψηλό κόστος πλήττει επιχειρήσεις μεταφορών, αγρότες και καταναλωτές.
Παράλληλα, οι αυξημένες τιμές ενέργειας μπορούν να επιβαρύνουν τον πληθωρισμό.
Για τον Τραμπ, μια αισθητή μείωση των τιμών πριν από τις κάλπες θα αποτελούσε σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας δεν είναι δεδομένη.
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι πρόσθετες ρωσικές ποσότητες ενδέχεται να έχουν περιορισμένη επίδραση στις διεθνείς τιμές, ιδιαίτερα εάν συνεχιστούν οι διαταραχές στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά.
Ο Ζελένσκι εξοργισμένος: «Δώρο» στον Πούτιν
Η αντίδραση του Ουκρανού προέδρου ήταν ιδιαίτερα έντονη.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι χαλαρώνει την πίεση προς τη Μόσχα χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική συμφωνία αποκλιμάκωσης.
Σε συνέντευξή του στο Axios, χαρακτήρισε την απόφαση άδικη και ανέντιμη απέναντι στην Ουκρανία.
Ο Ουκρανός πρόεδρος συνέκρινε την αμερικανική κίνηση με πολιτικό δώρο προς τον Πούτιν.
Η κριτική του επικεντρώνεται στο γεγονός ότι η Ρωσία μπορεί να αποκτήσει πρόσθετα έσοδα από ενεργειακές εξαγωγές ενώ συνεχίζει τον πόλεμο.
Κατά την ουκρανική κυβέρνηση, η χαλάρωση των περιορισμών θα έπρεπε να συνδέεται με σαφείς και αμοιβαίες δεσμεύσεις για αποκλιμάκωση.
Ο Ζελένσκι υποστηρίζει ότι μια μονομερής παραχώρηση μπορεί να αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική θέση της Δύσης.
Η αντίδρασή του δείχνει το βάθος της ανησυχίας στο Κίεβο για την κατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής.
«Επένδυση στον πόλεμο» καταγγέλλει το Κίεβο
Η ουκρανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει την ενεργειακή συμφωνία ως ζήτημα άμεσης στρατηγικής σημασίας.
Η βασική της θέση είναι ότι τα έσοδα από τις εξαγωγές καυσίμων μπορούν να ενισχύσουν τη ρωσική οικονομία.
Κατά συνέπεια, ενδέχεται να αυξήσουν τη δυνατότητα της Μόσχας να διατηρεί τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις.
Ο Ζελένσκι περιέγραψε την άδεια πώλησης ρωσικών πετρελαϊκών προϊόντων ως επένδυση στη συνέχιση του πολέμου.
Η ουκρανική πλευρά επιμένει ότι η διεθνής πίεση πρέπει να διατηρηθεί έως ότου υπάρξει ουσιαστική και αμοιβαία αποκλιμάκωση.
Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν δημιουργεί επομένως μια νέα πολιτική διαφωνία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ουκρανία.
Η διαφωνία αφορά όχι μόνο την ενεργειακή πολιτική, αλλά και τη στρατηγική με την οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί μια ειρηνευτική συμφωνία.
Διπλωματικό παρασκήνιο στο Μαϊάμι – Και αιφνιδιασμός του Κιέβου
Η ανακοίνωση της συμφωνίας συνέπεσε με σημαντικές διπλωματικές επαφές στο Μαϊάμι.
Σύμφωνα με το Reuters, διαπραγματευτές από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ουκρανία και ευρωπαϊκές χώρες πραγματοποίησαν εξάωρες συνομιλίες στις 9 Οκτωβρίου.
Στόχος ήταν η επεξεργασία μιας κοινής πρότασης για τον τερματισμό του πολέμου.
Η πρόταση θα μπορούσε στη συνέχεια να παρουσιαστεί στη Ρωσία.
Στις επαφές συμμετείχαν ή είχαν προσκληθεί εκπρόσωποι ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανακοίνωση της ενεργειακής συμφωνίας την ίδια ημέρα δημιούργησε νέα ένταση.
Ο Ζελένσκι άφησε να εννοηθεί ότι η ουκρανική αντιπροσωπεία δεν αντιμετωπίζεται ως ισότιμος εταίρος στη διαπραγματευτική διαδικασία.
Η χρονική σύμπτωση ενίσχυσε την καχυποψία του Κιέβου για το εάν η Ουάσιγκτον συντονίζει επαρκώς τις πρωτοβουλίες της με την ουκρανική πλευρά.
Η Γερμανία απαντά στον Τραμπ: Οι κυρώσεις παραμένουν
Η γερμανική κυβέρνηση έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι η αμερικανική απόφαση δεν μεταβάλλει τη δική της πολιτική.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέφαν Κορνέλιους δήλωσε ότι το Βερολίνο έλαβε γνώση της απόφασης της Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η Γερμανία παραμένει προσηλωμένη στην εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Παράλληλα, η γερμανική κυβέρνηση θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τους Ευρωπαίους εταίρους της για πρόσθετα περιοριστικά μέτρα.
Η υποστήριξη προς την Ουκρανία παραμένει αμετάβλητη.
Η στάση αυτή αναδεικνύει μια σημαντική διαφορά προσέγγισης.
Η Ουάσιγκτον επιλέγει μια προσωρινή ενεργειακή εξαίρεση.
Το Βερολίνο επιμένει στη συνέχιση της οικονομικής πίεσης.
Δεν πρόκειται ακόμη για συνολική ρήξη στις διατλαντικές σχέσεις.
Ωστόσο, η διαφωνία είναι ουσιαστική και αφορά ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της δυτικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία.
Ο Μερτς και η ευρωπαϊκή στρατηγική απέναντι στη Μόσχα
Η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η Γερμανία δεν πρόκειται να μειώσει την υποστήριξή της προς την Ουκρανία.
Το Βερολίνο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ευρωπαϊκούς χρηματοδότες της ουκρανικής άμυνας.
Η γερμανική πολιτική βασίζεται στη διατήρηση στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας, σε συνδυασμό με κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
Η απόφαση Τραμπ δημιουργεί ένα νέο δίλημμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες χαλαρώνουν επιμέρους περιορισμούς, η Ευρώπη πρέπει να αποφασίσει πώς θα διατηρήσει την αποτελεσματικότητα της δικής της πολιτικής.
Το ζήτημα αφορά τόσο την εφαρμογή των κυρώσεων όσο και τη συνοχή της δυτικής στρατηγικής.
Η γερμανική απάντηση δείχνει ότι το Βερολίνο δεν επιθυμεί να ακολουθήσει την αμερικανική μεταβολή.
Το ρωσικό ντίζελ και ο πόλεμος των διυλιστηρίων
Η ενεργειακή συμφωνία συνδέεται και με τις ουκρανικές επιθέσεις κατά ρωσικών διυλιστηρίων.
Το Κίεβο έχει πραγματοποιήσει πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις της Ρωσίας, επιδιώκοντας να περιορίσει τη δυνατότητα της Μόσχας να στηρίζει την πολεμική της οικονομία.
Οι επιθέσεις έχουν προκαλέσει ζημιές σε υποδομές διύλισης και έχουν συμβάλει σε προβλήματα στην εγχώρια ρωσική αγορά καυσίμων.
Η Ρωσία έχει επιβάλει κατά περιόδους περιορισμούς στις εξαγωγές προϊόντων πετρελαίου προκειμένου να προστατεύσει την εσωτερική της τροφοδοσία.
Η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί ότι η αύξηση της προσφοράς ρωσικού ντίζελ μπορεί να συμβάλει στη σταθεροποίηση των διεθνών αγορών.
Από την άλλη πλευρά, η Ουκρανία θεωρεί ότι οι επιθέσεις στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις αποτελούν μέσο πίεσης για τον περιορισμό των πολεμικών δυνατοτήτων της Μόσχας.
Η αντίθεση ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της διπλωματικής διαμάχης.
Ο Πούτιν κερδίζει οικονομικό περιθώριο – Αλλά πόσο μεγάλο;
Η προσωρινή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων μπορεί να διευκολύνει τις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ.
Αυτό ενδέχεται να προσφέρει πρόσθετα έσοδα σε ρωσικές επιχειρήσεις και, μέσω της οικονομικής δραστηριότητας, στο ρωσικό κράτος.
Ωστόσο, το πραγματικό οικονομικό όφελος θα εξαρτηθεί από τις ποσότητες που θα εξαχθούν, τις τιμές πώλησης, το κόστος μεταφοράς και τους περιορισμούς που εξακολουθούν να ισχύουν.
Δεν είναι δεδομένο ότι όλες οι ποσότητες που ανακοινώθηκαν θα παραδοθούν άμεσα.
Ούτε μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια το συνολικό δημοσιονομικό όφελος για τη Μόσχα μόνο από τις ανακοινώσεις.
Η πολιτική σημασία της συμφωνίας, πάντως, είναι ήδη μεγάλη.
Η Ρωσία αποκτά τη δυνατότητα να διαθέσει προϊόντα σε μια αγορά από την οποία είχε περιοριστεί σημαντικά.
Παράλληλα, ο Πούτιν μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη ότι η διεθνής ενεργειακή πραγματικότητα επιβάλλει νέες συνεννοήσεις με τη Μόσχα.
Θα πέσουν πραγματικά οι τιμές των καυσίμων;
Η αμερικανική κυβέρνηση παρουσιάζει τη συμφωνία ως μέσο άμεσης αποκλιμάκωσης των τιμών.
Ωστόσο, η διεθνής αγορά ντίζελ επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες.
Η παραγωγική δυνατότητα των διυλιστηρίων, η διαθεσιμότητα αργού πετρελαίου, οι μεταφορικές διαδρομές και οι γεωπολιτικές εντάσεις καθορίζουν την τελική προσφορά.
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στις ενεργειακές μεταφορές έχουν ενισχύσει την αβεβαιότητα.
Παράλληλα, οι ζημιές σε διυλιστήρια και οι περιορισμοί εξαγωγών επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα καυσίμων.
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι πρόσθετες ρωσικές ποσότητες μπορεί να προσφέρουν κάποια ανακούφιση, αλλά δύσκολα αρκούν από μόνες τους για να αντιστρέψουν μια ευρύτερη ενεργειακή κρίση.
Η αγορά θα αξιολογήσει κυρίως τις πραγματικές παραδόσεις και όχι μόνο τις πολιτικές ανακοινώσεις.
Η Ελλάδα παρακολουθεί την ενεργειακή ανατροπή
Η νέα αμερικανική απόφαση έχει σημασία και για την Ελλάδα.
Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο καύσιμο για τις μεταφορές, τη γεωργία και σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας.
Οι διεθνείς μεταβολές στις τιμές προϊόντων πετρελαίου επηρεάζουν το κόστος εισαγωγών και την εγχώρια αγορά καυσίμων.
Παράλληλα, η Ελλάδα συμμετέχει στο ευρωπαϊκό καθεστώς κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Η προσωρινή αμερικανική εξαίρεση δεν σημαίνει ότι αίρονται αυτομάτως οι περιορισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εξακολουθούν να υποχρεούνται να τηρούν το εφαρμοστέο κοινοτικό πλαίσιο.
Η εξέλιξη δημιουργεί επομένως μια σύνθετη κατάσταση.
Από τη μία πλευρά, η αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς ντίζελ θα μπορούσε να συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών.
Από την άλλη, η διαφοροποίηση της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής πολιτικής κυρώσεων ενδέχεται να αυξήσει τη ρυθμιστική και γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Η μεγάλη δοκιμασία για τις σχέσεις ΗΠΑ–Ευρώπης
Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν αποκαλύπτει τις δυσκολίες συντονισμού της δυτικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αντιμετωπίσει μια άμεση ενεργειακή και οικονομική πίεση.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να θεωρεί την οικονομική απομόνωση της Ρωσίας σημαντικό μέσο για την υποστήριξη της Ουκρανίας.
Το Κίεβο ανησυχεί ότι η χαλάρωση των κυρώσεων θα μειώσει την πίεση προς τη Μόσχα την ώρα που συνεχίζονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, επιδιώκει να αξιοποιήσει τις διεθνείς ενεργειακές ανάγκες για να διευρύνει τις εμπορικές της δυνατότητες.
Οι διαφορετικές αυτές προτεραιότητες δημιουργούν ένα νέο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η προσωρινή εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη σε συγκεκριμένες ενεργειακές συναλλαγές ή εάν θα αποτελέσει προηγούμενο για ευρύτερες αλλαγές στην αμερικανική πολιτική.
Το πολιτικό στοίχημα του Τραμπ και η επόμενη ημέρα
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ συνδυάζει ενεργειακή πολιτική, εκλογικούς υπολογισμούς και γεωπολιτική στρατηγική.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να εμφανιστεί ως ηγέτης που μπορεί να μειώσει τις τιμές καυσίμων και να αντιμετωπίσει τις οικονομικές πιέσεις πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Η συμφωνία με τον Πούτιν προσφέρει ένα άμεσο πολιτικό μήνυμα προς τους Αμερικανούς ψηφοφόρους.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί νέα προβλήματα στις σχέσεις με την Ουκρανία και τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Ο Ζελένσκι θεωρεί ότι η χαλάρωση των κυρώσεων υπονομεύει την πίεση για ειρήνη.
Η Γερμανία επιμένει ότι οι περιορισμοί κατά της Ρωσίας πρέπει να συνεχιστούν.
Και η Μόσχα αποκτά ένα νέο περιθώριο ενεργειακών συναλλαγών.
Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν το ρωσικό ντίζελ θα μειώσει τις τιμές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι εάν η ενεργειακή συμφωνία Τραμπ–Πούτιν θα αποτελέσει μια προσωρινή εξαίρεση ή την αρχή μιας βαθύτερης αλλαγής στη δυτική πολιτική απέναντι στη Ρωσία.
Η απάντηση θα κριθεί από τις πραγματικές παραδόσεις καυσίμων, την πορεία των τιμών και τις επόμενες διπλωματικές κινήσεις.
Προς το παρόν, η Ουάσιγκτον και το Βερολίνο εκπέμπουν διαφορετικά μηνύματα.
Και η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα, ιδιαίτερα δύσκολη πολιτική πραγματικότητα.
Πηγή: pagenews.gr
