Μια νέα και ιδιαίτερα σοβαρή διάσταση στην αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου αποκαλύπτουν οι Financial Times, σύμφωνα με τις οποίες η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποιεί την προοπτική περιορισμού της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία ως μέσο πίεσης για να σταματήσουν οι επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια.
Η αμερικανική πλευρά φέρεται να έχει προειδοποιήσει Ευρωπαίους και Ουκρανούς αξιωματούχους ότι μπορεί να διακόψει την ανταλλαγή πληροφοριών και να αναστείλει τον μηχανισμό μέσω του οποίου οι σύμμαχοι αγοράζουν αμερικανικά όπλα για τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις.
Οι πληροφορίες προέρχονται από Ευρωπαίους αξιωματούχους που δέχθηκαν σχετικές επικοινωνίες κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου ή ενημερώθηκαν για αυτές.
Ο Λευκός Οίκος αρνήθηκε να επιβεβαιώσει ή να σχολιάσει τις αναφερόμενες επαφές.
Τηλεφωνήματα από την Ουάσιγκτον σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, Αμερικανοί αξιωματούχοι επικοινώνησαν με κυβερνήσεις στην Ευρώπη και με την ουκρανική ηγεσία, επιχειρώντας να εξασφαλίσουν τη διακοπή των ουκρανικών επιθέσεων μεγάλης εμβέλειας σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Ένας από τους Ευρωπαίους αξιωματούχους που δέχθηκαν τηλεφώνημα από εκπρόσωπο του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας περιέγραψε μια ευρεία προσπάθεια διπλωματικής πίεσης.
Στις επαφές φέρεται να περιλαμβάνεται και ο Πάβλο Παλίσα, στρατιωτικός σύμβουλος του Βολοντίμιρ Ζελένσκι και πρώην διοικητής της 93ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας της Ουκρανίας.
Η εμπλοκή υψηλόβαθμων στρατιωτικών και πολιτικών παραγόντων υπογραμμίζει τη σημασία που αποδίδει η Ουάσιγκτον στο ζήτημα των ρωσικών διυλιστηρίων.
Στο τραπέζι ο μηχανισμός PURL του ΝΑΤΟ
Το σημαντικότερο στοιχείο των αποκαλύψεων αφορά τον μηχανισμό PURL — Prioritised Ukraine Requirements List.
Πρόκειται για πρωτοβουλία υπό τη διαχείριση του ΝΑΤΟ, μέσω της οποίας οι σύμμαχοι χρηματοδοτούν την αγορά αμερικανικής κατασκευής οπλικών συστημάτων που παραδίδονται στην Ουκρανία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν συνεισφέρουν χρηματοδοτικά στο συγκεκριμένο ταμείο, αλλά η προμήθεια των όπλων εξαρτάται από την αμερικανική πλευρά.
Μια ενδεχόμενη αναστολή του μηχανισμού θα μπορούσε να επηρεάσει τη δυνατότητα του Κιέβου να εξασφαλίζει κρίσιμο εξοπλισμό, ακόμη και όταν υπάρχουν διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι για την αγορά του.
Παράλληλα, η απειλή διακοπής ανταλλαγής πληροφοριών αφορά έναν διαφορετικό αλλά εξίσου σημαντικό τομέα της στρατιωτικής συνεργασίας.
Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί επίσημη διακοπή των προμηθειών ή της συνεργασίας πληροφοριών. Οι Financial Times μεταδίδουν ότι οι επιλογές αυτές χρησιμοποιούνται ως μέσο πίεσης.
Η συνάντηση στο Μαϊάμι που επιδείνωσε την κρίση
Η νέα αμερικανική στάση συνδέεται με τις συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή στο Μαϊάμι.
Σύμφωνα με προηγούμενο δημοσίευμα των Financial Times, η ουκρανική αντιπροσωπεία συναντήθηκε επί σχεδόν οκτώ ώρες με εκπροσώπους του Τραμπ, μεταξύ των οποίων ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ.
Οι συζητήσεις είχαν ως αντικείμενο την αναζήτηση τρόπων για τον τερματισμό του πολέμου.
Ωστόσο, οι συνομιλίες περιπλέχθηκαν όταν έγινε γνωστή η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές.
Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να ζήτησαν από την ουκρανική πλευρά να σταματήσει τα πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια.
Ουκρανοί αξιωματούχοι αντέτειναν ότι μια τέτοια απαίτηση δεν μπορεί να εφαρμοστεί μονομερώς, χωρίς αντίστοιχη δέσμευση της Μόσχας.
Γιατί ο Τραμπ επιμένει στα διυλιστήρια
Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης έχουν προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στην παραγωγή καυσίμων.
Για το Κίεβο, αποτελούν εργαλείο πίεσης στην οικονομική και στρατιωτική δυνατότητα της Ρωσίας.
Για την αμερικανική κυβέρνηση, όμως, η διατάραξη της παραγωγής και της διακίνησης πετρελαϊκών προϊόντων έχει επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά, σε μια περίοδο ήδη αυξημένων τιμών.
Η ενεργειακή κρίση έχει επιβαρυνθεί από τον πόλεμο με το Ιράν και τις αναταράξεις στις ροές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να συγκρατήσει το κόστος των καυσίμων ενόψει των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Αυτή η οικονομική προτεραιότητα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της διαφωνίας με το Κίεβο.
Η αιφνιδιαστική ανακοίνωση της «ενεργειακής εκεχειρίας»
Την Κυριακή, ο Τραμπ ανακοίνωσε μέσω Truth Social ότι Ρωσία και Ουκρανία είχαν συμφωνήσει να σταματήσουν αμέσως τις επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές η μία της άλλης.
Η ανακοίνωση αιφνιδίασε την ουκρανική πλευρά.
Ανώτερος Ουκρανός αξιωματούχος δήλωσε στους Financial Times ότι, την ώρα της ανακοίνωσης, συνεργεία αποκαθιστούσαν την ηλεκτροδότηση και την υδροδότηση του Κιέβου έπειτα από ρωσικά πλήγματα.
Ο Ζελένσκι χαρακτήρισε θετική την προοπτική μιας ενεργειακής εκεχειρίας, επισημαίνοντας όμως ότι πρέπει να εφαρμοστεί στην πράξη.
Την ίδια ημέρα κατήγγειλε νέες επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πλήγμα σε μονάδα ηλεκτροπαραγωγής στο Χάρκοβο.
Η Μόσχα δεν είχε επιβεβαιώσει δημοσίως την αποδοχή της συμφωνίας κατά τον χρόνο του δημοσιεύματος.
Η Ευρώπη ζητά πίεση προς τη Ρωσία
Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, αντιμετώπισε με επιφύλαξη την ανακοίνωση Τραμπ.
Η Κάλας υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα καλωσορίσει μια ενεργειακή εκεχειρία όταν διαπιστωθεί ότι τηρείται.
Παράλληλα, κάλεσε την Ουάσιγκτον να αξιοποιήσει τις κυρώσεις ως μέσο πίεσης προς τη Ρωσία.
Η ευρωπαϊκή θέση αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα των διαπραγματεύσεων: μια συμφωνία αποκλιμάκωσης πρέπει να έχει αμοιβαίες δεσμεύσεις και να μην περιορίζεται μόνο στις ενέργειες της ουκρανικής πλευράς.
Το κρίσιμο ερώτημα για τη δυτική συμμαχία
Οι αποκαλύψεις των Financial Times φέρνουν στο προσκήνιο μια σημαντική δοκιμασία για τις σχέσεις ΗΠΑ–Ουκρανίας και τον συντονισμό στο ΝΑΤΟ.
Η Ουάσιγκτον διαθέτει ουσιαστική επιρροή μέσω της προμήθειας αμερικανικών οπλικών συστημάτων και της συνεργασίας πληροφοριών.
Το Κίεβο, από την πλευρά του, επιδιώκει να διατηρήσει τη δυνατότητα να πλήττει εγκαταστάσεις που θεωρεί κρίσιμες για τη ρωσική πολεμική προσπάθεια.
Το διακύβευμα δεν είναι μόνο η τύχη των ρωσικών διυλιστηρίων, αλλά το κατά πόσο η στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία θα συνδεθεί με την αποδοχή συγκεκριμένων αμερικανικών όρων στις διαπραγματεύσεις.
Οι επόμενες αποφάσεις της κυβέρνησης Τραμπ θα δείξουν εάν οι προειδοποιήσεις παραμείνουν διπλωματική πίεση ή μετατραπούν σε συγκεκριμένα περιοριστικά μέτρα.
Πηγή: pagenews.gr
