ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Ενέργεια: «Σοκ» 61,5 δισ. ευρώ στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά – Καίνε λιγότερο, πληρώνουν περισσότερα!

Ενέργεια: «Σοκ» 61,5 δισ. ευρώ στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά – Καίνε λιγότερο, πληρώνουν περισσότερα!
Επιπλέον 300 ευρώ ανά νοικοκυριό μέσα σε έξι μήνες, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Greenpeace – Η κατανάλωση ενέργειας μειώθηκε κατά 13%, αλλά οι υψηλές τιμές εξακολουθούν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς – Κινητοποιήσεις στις Βρυξέλλες και πίεση στους Ευρωπαίους ηγέτες για μέτρα πριν από τον χειμώνα.

Έναν ιδιαίτερα βαρύ ενεργειακό λογαριασμό εξακολουθούν να πληρώνουν τα νοικοκυριά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά το γεγονός ότι έχουν περιορίσει σημαντικά την κατανάλωση ενέργειας τα τελευταία χρόνια.

Σύμφωνα με νέα ανάλυση του βελγικού γραφείου της Greenpeace, η αύξηση των τιμών της ενέργειας επιβάρυνε το κόστος της κατανάλωσης των ευρωπαϊκών νοικοκυριών κατά 61,5 δισ. ευρώ το εξάμηνο Μαρτίου – Αυγούστου 2026, σε σύγκριση με το κόστος που θα προέκυπτε για την ίδια κατανάλωση με τις τιμές του 2021.

Η επιβάρυνση αυτή αντιστοιχεί σε περίπου 300 ευρώ επιπλέον για το μέσο ευρωπαϊκό νοικοκυριό μέσα σε μόλις έξι μήνες, δηλαδή περίπου 50 ευρώ τον μήνα.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική εάν ληφθεί υπόψη ότι η κατανάλωση ενέργειας των νοικοκυριών στην ΕΕ μειώθηκε κατά 13% μεταξύ 2021 και 2024.

Με άλλα λόγια, οι Ευρωπαίοι περιορίζουν τη χρήση ενέργειας, αλλά οι ανατιμήσεις εξακολουθούν να επιβαρύνουν το κόστος διαβίωσης.

Τα στοιχεία δημοσιοποιούνται στις 14 Οκτωβρίου, ενώ στις Βρυξέλλες πραγματοποιούνται κινητοποιήσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων με αίτημα την προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών και τη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα.

Τα 61,5 δισ. ευρώ που αποκαλύπτουν την ενεργειακή πίεση

Η ανάλυση της Greenpeace επιχειρεί να αποτυπώσει πόσο ακριβότερη έγινε η ενέργεια για τους Ευρωπαίους καταναλωτές σε σχέση με την περίοδο πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Το ποσό των 61,5 δισ. ευρώ δεν αποτελεί καταγραφή πρόσθετων χρημάτων που κατέβαλαν όλα τα νοικοκυριά σε σύγκριση με τους πραγματικούς λογαριασμούς του 2021.

Πρόκειται για εκτιμώμενη επιβάρυνση λόγω της διαφοράς των τιμών, με βάση την ενέργεια που καταναλώθηκε κατά το εξάμηνο Μαρτίου – Αυγούστου 2026.

Η διάκριση είναι σημαντική, καθώς η συνολική κατανάλωση έχει μεταβληθεί και οι συνθήκες της αγοράς διαφέρουν από χώρα σε χώρα.

Ακόμη όμως και με αυτόν τον υπολογισμό, η εικόνα είναι ενδεικτική του βάρους που εξακολουθούν να έχουν οι υψηλές τιμές.

Η Greenpeace εκτιμά ότι, σε σύγκριση με τις τιμές του 2025, το πρόσθετο κόστος της ενέργειας που καταναλώθηκε το ίδιο εξάμηνο έφτασε τα 5,35 δισ. ευρώ.

Επομένως, η πίεση δεν αφορά μόνο τη μεγάλη ανατίμηση που ακολούθησε την ενεργειακή κρίση του 2022.

Σύμφωνα με την οργάνωση, καταγράφεται πρόσθετη επιβάρυνση ακόμη και σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Μείωση κατανάλωσης 13% – Γιατί δεν πέφτουν αντίστοιχα οι λογαριασμοί;

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ανάλυσης αφορά την υποχώρηση της κατανάλωσης ενέργειας από τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά.

Μεταξύ 2021 και 2024, η συνολική κατανάλωση μειώθηκε κατά 13%.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να συνδέεται με συνδυασμό παραγόντων, όπως η εξοικονόμηση ενέργειας, οι αλλαγές στις συνήθειες των καταναλωτών, οι ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών και ο περιορισμός της χρήσης θέρμανσης ή άλλων ενεργοβόρων συσκευών.

Ωστόσο, η μείωση της κατανάλωσης δεν εξασφαλίζει αυτομάτως χαμηλότερο συνολικό κόστος.

Όταν οι τιμές ανά μονάδα ενέργειας παραμένουν σημαντικά υψηλότερες, ένα νοικοκυριό μπορεί να καταναλώνει λιγότερο αλλά να εξακολουθεί να πληρώνει ακριβότερα.

Αυτή είναι η βασική αντίφαση που αναδεικνύει η Greenpeace.

Παράλληλα, η μειωμένη κατανάλωση δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα καλύτερης ενεργειακής απόδοσης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αντανακλά οικονομική αδυναμία των νοικοκυριών να θερμάνουν ή να ψύξουν επαρκώς τις κατοικίες τους.

Γι’ αυτό η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στη μείωση της κατανάλωσης.

Από το ρωσικό φυσικό αέριο στην αμερικανική εξάρτηση

Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια μεγάλη αναδιάταξη των πηγών προμήθειας φυσικού αερίου.

Οι ευρωπαϊκές χώρες επιχείρησαν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τη Ρωσία, αυξάνοντας τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου και ενισχύοντας τις σχέσεις τους με άλλους προμηθευτές.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκτησαν σημαντικότερο ρόλο στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, ενώ η ΕΕ εξετάζει και πρόσθετες δυνατότητες συνεργασίας με τον Καναδά.

Για την Greenpeace, ωστόσο, η αντικατάσταση ενός προμηθευτή με άλλον δεν λύνει το βασικό πρόβλημα.

Η οργάνωση υποστηρίζει ότι όσο η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις παραμένουν εκτεθειμένα στις διεθνείς ανατιμήσεις.

Η θέση αυτή δεν σημαίνει ότι όλες οι πηγές φυσικού αερίου έχουν τον ίδιο γεωπολιτικό κίνδυνο.

Σημαίνει, όμως, ότι η διαφοροποίηση των προμηθευτών περιορίζει έναν τύπο εξάρτησης χωρίς να εξαλείφει τη μεταβλητότητα των διεθνών τιμών.

Ο «πληθωρισμός των ορυκτών καυσίμων» και το κόστος ζωής

Η Greenpeace χρησιμοποιεί τον όρο «fossilflation», δηλαδή πληθωρισμός που συνδέεται με τα ορυκτά καύσιμα, για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο οι αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου μεταφέρονται στην ευρύτερη οικονομία.

Το ενεργειακό κόστος δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και θέρμανσης.

Επηρεάζει επίσης τις μεταφορές, την παραγωγή τροφίμων, τη βιομηχανία και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Όταν οι τιμές των καυσίμων αυξάνονται, μέρος της επιβάρυνσης μπορεί να μεταφερθεί στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.

Αυτό σημαίνει ότι τα νοικοκυριά μπορεί να αντιμετωπίζουν έμμεσες συνέπειες ακόμη και όταν έχουν ήδη μειώσει τη δική τους ενεργειακή κατανάλωση.

Το μέγεθος της μετακύλισης διαφέρει ανά κλάδο και εξαρτάται από τις συνθήκες ανταγωνισμού, τα συμβόλαια προμήθειας και τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να απορροφούν αυξήσεις κόστους.

Greenpeace: «Οι εταιρείες πετρελαίου και αερίου αποκομίζουν τεράστια κέρδη»

Με αφορμή τη δημοσιοποίηση της ανάλυσης, ο Thomas Gelin, υπεύθυνος εκστρατειών για το κλίμα και την ενέργεια στο ευρωπαϊκό γραφείο της Greenpeace, άσκησε έντονη κριτική στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων.

Ο Gelin υποστήριξε ότι οι εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου αποκομίζουν υπερβολικά κέρδη, ενώ οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, οι κλιματικές καταστροφές και οι υψηλοί ενεργειακοί λογαριασμοί επιβαρύνουν τους πολίτες.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ευρώπη αντιμετώπισε ένα καλοκαίρι ακραίων θερμοκρασιών και βρίσκεται πλέον μπροστά στον κίνδυνο νέας οικονομικής πίεσης κατά τη χειμερινή περίοδο.

Η Greenpeace ζητά από τους Ευρωπαίους πολιτικούς να επιταχύνουν τη μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της ρύπανσης και στη σταθεροποίηση του ενεργειακού κόστους.

Η τοποθέτηση του Gelin εντάσσεται στη συνολική κριτική της οργάνωσης για τον ρόλο των ορυκτών καυσίμων στην ενεργειακή ακρίβεια.

Θεαματική διαμαρτυρία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η δημοσιοποίηση των στοιχείων συνοδεύτηκε από κινητοποιήσεις στις Βρυξέλλες.

Ακτιβιστές από 17 χώρες συμμετείχαν στις δράσεις της Greenpeace και άλλων περιβαλλοντικών οργανώσεων έξω από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Αναρριχητές της Greenpeace ανέβηκαν σε κτίριο του Κοινοβουλίου και ανάρτησαν πανό με συνθήματα κατά της εξάρτησης από το φυσικό αέριο.

Χρησιμοποίησαν επίσης τεχνητό καπνό, δημιουργώντας μια συμβολική εικόνα φωτιάς.

Στην πλατεία Λουξεμβούργου συγκεντρώθηκαν μέλη της Extinction Rebellion Belgium και άλλων ομάδων.

Παράλληλα, η ομάδα Red Rebels πραγματοποίησε συμβολική δράση για τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης.

Στο εσωτερικό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ακτιβιστές της Extinction Rebellion ανάρτησαν πανό με το σύνθημα «Το αέριο σκοτώνει».

Οι κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν με στόχο να ασκηθεί πίεση στους Ευρωπαίους ηγέτες ενόψει των συζητήσεων για τις τιμές ενέργειας και την ενεργειακή ασφάλεια.

Τι ζητούν οι οργανώσεις από τις Βρυξέλλες

Η Greenpeace και η συμμαχία περιβαλλοντικών οργανώσεων People vs Gas ζητούν μια συνδυασμένη ευρωπαϊκή παρέμβαση.

Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, υποστηρίζουν ότι χρειάζεται έκτακτο σχέδιο προστασίας των νοικοκυριών που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στους ενεργειακούς λογαριασμούς.

Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, ζητούν σαφή πορεία σταδιακής κατάργησης του ορυκτού αερίου έως το 2035.

Παράλληλα, προτείνουν επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ενεργειακή απόδοση και εξοικονόμηση.

Η Greenpeace έχει επίσης ταχθεί υπέρ της πρόσθετης φορολόγησης των κερδών των εταιρειών ορυκτών καυσίμων, με στόχο τη χρηματοδότηση μέτρων προστασίας των καταναλωτών και της ενεργειακής μετάβασης.

Πρόκειται για προτάσεις της οργάνωσης και όχι για ήδη εγκεκριμένα ευρωπαϊκά μέτρα.

Η εφαρμογή τους θα απαιτούσε πολιτικές αποφάσεις, νομοθετικές ρυθμίσεις και επιλογές χρηματοδότησης σε ευρωπαϊκό ή εθνικό επίπεδο.

Η Σύνοδος Κορυφής και οι δύσκολες αποφάσεις

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να εξετάσουν πώς μπορούν να περιορίσουν την πίεση των ενεργειακών τιμών χωρίς να υπονομεύσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα ή την ασφάλεια εφοδιασμού.

Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκονται οι υψηλές τιμές ενέργειας, οι επιπτώσεις τους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις και η εξάρτηση της ΕΕ από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Το βασικό δίλημμα αφορά τον συνδυασμό άμεσης στήριξης και μακροχρόνιων επενδύσεων.

Τα προσωρινά μέτρα μπορούν να περιορίσουν την οικονομική πίεση, αλλά δεν εξαλείφουν απαραίτητα τους παράγοντες που προκαλούν τις ανατιμήσεις.

Αντίστοιχα, οι επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια και ενεργειακή αποδοτικότητα απαιτούν χρόνο μέχρι να αποδώσουν πλήρως.

Η ευρωπαϊκή πολιτική καλείται να κινηθεί και στα δύο επίπεδα.

Ελλάδα: Οι ενεργειακοί λογαριασμοί προστίθενται στο στεγαστικό βάρος

Για τα ελληνικά νοικοκυριά, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω του συνδυασμού ενεργειακών δαπανών και κόστους στέγασης.

Οι ανάγκες για θέρμανση τον χειμώνα και ψύξη το καλοκαίρι επηρεάζουν σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Η πίεση είναι ιδιαίτερα αισθητή σε νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα, σε κατοικίες με ανεπαρκή μόνωση και σε ενοικιαστές που δεν έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν εύκολα ενεργειακές παρεμβάσεις.

Το ελληνικό γραφείο της Greenpeace επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε προσωρινές επιδοτήσεις.

Ζητά προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών με ουσιαστική πρόσβαση για τα οικονομικά ευάλωτα νοικοκυριά και όσους διαμένουν σε μισθωμένα ακίνητα.

Η προσέγγιση αυτή στοχεύει στη μόνιμη μείωση των αναγκών κατανάλωσης, ώστε οι κατοικίες να διατηρούν καλύτερες συνθήκες θερμικής άνεσης με μικρότερο ενεργειακό κόστος.

Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη να σχεδιάζονται τα προγράμματα εξοικονόμησης με τρόπο που να μην αποκλείει τους πολίτες που αδυνατούν να καλύψουν υψηλές αρχικές δαπάνες.

Ο χειμώνας φέρνει ξανά την ενεργειακή ακρίβεια στο προσκήνιο

Καθώς η Ευρώπη πλησιάζει στη χειμερινή περίοδο, η εξέλιξη των τιμών ενέργειας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Οι διεθνείς τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου, οι καιρικές συνθήκες, η διαθεσιμότητα προμηθειών και η λειτουργία των ενεργειακών αγορών θα επηρεάσουν το κόστος για καταναλωτές και επιχειρήσεις.

Η νέα ανάλυση της Greenpeace αναδεικνύει μια σημαντική διάσταση της ενεργειακής κρίσης: η μείωση της κατανάλωσης δεν επαρκεί πάντοτε για να προστατεύσει τα νοικοκυριά από τις υψηλές τιμές.

Τα 61,5 δισ. ευρώ εκτιμώμενης πρόσθετης επιβάρυνσης αποτελούν μια ένδειξη του οικονομικού βάρους που εξακολουθεί να δημιουργεί η ενεργειακή ακρίβεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για τις κυβερνήσεις, το ζητούμενο είναι να προστατεύσουν άμεσα τους πιο ευάλωτους καταναλωτές και παράλληλα να διαμορφώσουν ένα ενεργειακό σύστημα λιγότερο εκτεθειμένο στις διεθνείς ανατιμήσεις.

Για τα νοικοκυριά, η ουσία παραμένει πολύ πιο απλή: να μπορούν να θερμαίνουν και να ψύχουν αξιοπρεπώς τα σπίτια τους, χωρίς ο λογαριασμός της ενέργειας να απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο