Μερτς στους FT: «Δεν παραιτούμαι» – Τείχος στην AfD, φόβος για το ευρώ και μήνυμα στον Τραμπ
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Μερτς στους FT: «Δεν παραιτούμαι» – Τείχος στην AfD, φόβος για το ευρώ και μήνυμα στον Τραμπ
«Δεν φεύγω»: Η απάντηση Μερτς στην πολιτική θύελλα της Γερμανίας
Αποφασισμένος να παραμείνει στην καγκελαρία, παρά την αυξανόμενη πολιτική πίεση και τις εκλογικές απώλειες των Χριστιανοδημοκρατών, εμφανίζεται ο Φρίντριχ Μερτς, σε μια συνέντευξη στους Financial Times που αποτυπώνει την κρίσιμη καμπή στην οποία βρίσκεται η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.
Ο 70χρονος Γερμανός καγκελάριος αποκλείει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο παραίτησης και επιμένει ότι η κυβέρνησή του οφείλει να προχωρήσει σε βαθιές μεταρρυθμίσεις του κοινωνικού κράτους, παρά τις αντιδράσεις στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού.
«Δεν πρόκειται», απαντά στο ερώτημα εάν σκοπεύει να αποχωρήσει.
Η τοποθέτησή του έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) αντιμετωπίζει έντονη δυσαρέσκεια, ενώ η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) καταγράφει ισχυρή εκλογική παρουσία, ιδιαίτερα στα ανατολικά κρατίδια.
Ο Μερτς επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως παράγοντα πολιτικής σταθερότητας, αλλά και ως δύναμη αλλαγής για μια οικονομία που αντιμετωπίζει προβλήματα ανταγωνιστικότητας, χαμηλή ανάπτυξη και απώλειες βιομηχανικών θέσεων εργασίας.
Η συνέντευξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς ο καγκελάριος δεν περιορίζεται στη γερμανική πολιτική σκηνή.
Στέλνει μηνύματα προς την Ουάσιγκτον, το Πεκίνο, το Παρίσι και τις Βρυξέλλες, αναδεικνύοντας τον ρόλο που επιδιώκει να διαδραματίσει η Γερμανία σε μια περίοδο διεθνών αναταράξεων.
Η AfD πλησιάζει το 30% και το πολιτικό τείχος δοκιμάζεται
Η άνοδος της AfD αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές προκλήσεις για τον Μερτς.
Το κόμμα καταγράφει ποσοστά κοντά στο 30% σε εθνικές δημοσκοπήσεις και έχει ενισχύσει σημαντικά την παρουσία του στην ανατολική Γερμανία.
Οι πρόσφατες περιφερειακές εκλογές προκάλεσαν σοβαρό προβληματισμό στο CDU.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ, η AfD απέκτησε ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία, ενώ στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία οι Χριστιανοδημοκράτες υπέστησαν ιστορική ήττα, μένοντας εκτός περιφερειακού κοινοβουλίου για πρώτη φορά στην ιστορία του κόμματος.
Ο Μερτς παραδέχεται ότι δεν μπορεί να θεωρήσει δεδομένο πως η εκλογική επιρροή της AfD έχει φθάσει στο ανώτατο όριό της.
Ωστόσο, απορρίπτει κάθε ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας μαζί της.
«Εάν υπάρχει τείχος προστασίας, είμαστε εμείς», δηλώνει, αναφερόμενος στην πολιτική απομόνωσης της AfD από τα παραδοσιακά κόμματα.
Ο καγκελάριος υποστηρίζει ότι οι διαφορές με την AfD δεν αφορούν μόνο τη μεταναστευτική πολιτική.
Αφορούν θεμελιώδεις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
«Δεν υπάρχει κοινό έδαφος»: Η κόκκινη γραμμή του CDU
Ο Μερτς εξηγεί ότι το κόμμα του δεν μπορεί να συνεργαστεί με μια πολιτική δύναμη που αμφισβητεί βασικές στρατηγικές επιλογές της μεταπολεμικής Γερμανίας.
Σύμφωνα με τον καγκελάριο, η AfD υποστηρίζει την απομάκρυνση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, καθώς και τον τερματισμό της υποστήριξης προς την Ουκρανία.
«Δεν υπάρχει κοινό έδαφος», τονίζει.
Η θέση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στη Σαξονία-Άνχαλτ.
Σε ψηφοφορία για την προεδρία του περιφερειακού κοινοβουλίου, υποψήφιος της AfD έλαβε περισσότερες ψήφους από όσες διέθεταν αθροιστικά το κόμμα του και οι σύμμαχοί του.
Το αποτέλεσμα προκάλεσε υποψίες ότι βουλευτές άλλων κομμάτων ενδέχεται να παραβίασαν τις κομματικές οδηγίες.
Η ψηφοφορία ήταν μυστική και δεν επιτρέπει ασφαλή ταυτοποίηση των βουλευτών που διαφοροποιήθηκαν.
Το περιστατικό, ωστόσο, ενίσχυσε τη συζήτηση για το κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί στην πράξη η πολιτική μη συνεργασίας με την AfD.
Για τον Μερτς, η απάντηση παραμένει σαφής: το CDU πρέπει να διατηρήσει τη συγκεκριμένη γραμμή.
Η γερμανική οικονομία χάνει θέσεις εργασίας – Το στοίχημα της ανάκαμψης
Πίσω από την πολιτική πίεση βρίσκεται η παρατεταμένη αδυναμία της γερμανικής οικονομίας.
Η βιομηχανία αντιμετωπίζει υψηλό ενεργειακό κόστος, αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό και προβλήματα προσαρμογής σε νέες τεχνολογίες.
Οι δυσκολίες επηρεάζουν σημαντικούς κλάδους, από την αυτοκινητοβιομηχανία μέχρι τη χημική βιομηχανία και τη μηχανολογία.
Ο Μερτς αναγνωρίζει ότι οι πολίτες βλέπουν μια οικονομία που δεν αναπτύσσεται με τους ρυθμούς που προσδοκούσαν.
Παράλληλα, παρακολουθούν τη μείωση θέσεων εργασίας σε παραδοσιακούς βιομηχανικούς κλάδους.
Ο καγκελάριος θεωρεί ότι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απαιτεί τόσο διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όσο και νέες επενδύσεις.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στη διεθνή επενδυτική σύνοδο Invest in Germany, που αρχίζει τη Δευτέρα στο Βερολίνο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι διεθνείς επενδυτές εμφανίζονται περισσότερο αισιόδοξοι για τις δυνατότητες της γερμανικής οικονομίας από ό,τι η ίδια η γερμανική κοινή γνώμη.
Η κυβέρνηση προσδοκά ότι η προσέλκυση κεφαλαίων θα συμβάλει στην ανάκαμψη της βιομηχανίας και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Η μεγάλη μάχη για τις συντάξεις: Το σουηδικό μοντέλο στο τραπέζι
Μία από τις πιο δύσκολες μεταρρυθμίσεις αφορά το γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
Η κυβέρνηση Μερτς εξετάζει τη δημιουργία κεφαλαιοποιητικού συνταξιοδοτικού μηχανισμού, εμπνευσμένου από τη σουηδική εμπειρία.
Η μεταρρύθμιση αποσκοπεί στη συμπλήρωση του υφιστάμενου διανεμητικού συστήματος, στο οποίο οι εισφορές των εργαζομένων χρηματοδοτούν τις τρέχουσες συντάξεις.
Η γήρανση του πληθυσμού και η μεταβολή της αναλογίας εργαζομένων προς συνταξιούχους αυξάνουν την πίεση στη βιωσιμότητα του συστήματος.
Ο Μερτς υποστηρίζει ότι μια βαθύτερη αλλαγή θα μπορούσε να αποτελέσει καθοριστική τομή.
Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι απαιτείται εξαιρετικά σύνθετη νομοθετική προετοιμασία.
Το ζήτημα έχει προκαλέσει αντιπαραθέσεις με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD), οι οποίοι συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό.
Οι διαφωνίες αφορούν το εύρος των μεταρρυθμίσεων, την προστασία των συνταξιούχων και τη μελλοντική χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους.
Ο καγκελάριος επιμένει ότι η αναβολή των αλλαγών θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τις επόμενες γενιές.
Το γερμανικό φρένο χρέους και οι επενδύσεις σε άμυνα και υποδομές
Από την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Μάιο του 2025, ο Μερτς έχει προχωρήσει σε σημαντικές αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική.
Η χαλάρωση του γερμανικού φρένου χρέους επέτρεψε την προώθηση μεγάλου επενδυτικού προγράμματος για υποδομές και άμυνα.
Η επιλογή αυτή σηματοδότησε μια σημαντική μεταβολή στη γερμανική οικονομική προσέγγιση.
Για δεκαετίες, η δημοσιονομική πειθαρχία αποτελούσε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του Βερολίνου.
Ωστόσο, οι αυξανόμενες ανάγκες άμυνας, η κατάσταση των υποδομών και η ανάγκη αναβάθμισης της παραγωγικής βάσης οδήγησαν σε επανεξέταση των περιορισμών.
Ο Μερτς επιχειρεί πλέον να συνδυάσει περισσότερες δημόσιες επενδύσεις με τη διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας.
Το εγχείρημα είναι δύσκολο, καθώς η Γερμανία καλείται να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα την αμυντική της ενίσχυση, την οικονομική αναδιάρθρωση και τις αυξανόμενες κοινωνικές δαπάνες.
Προειδοποίηση για το ευρώ: «Το χρέος της Ευρωζώνης είναι υπερβολικά υψηλό»
Η συνέντευξη περιλαμβάνει και σαφή προειδοποίηση για τα δημόσια οικονομικά της Ευρωζώνης.
Ο Μερτς εκφράζει ανησυχία για τη συνολική αύξηση του χρέους και ζητεί από όλα τα κράτη-μέλη να τηρούν τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Η αναφορά του αφορά και τη Γερμανία.
Η θέση αυτή δείχνει ότι, παρά τη χαλάρωση των εγχώριων δημοσιονομικών περιορισμών για συγκεκριμένες επενδύσεις, ο καγκελάριος δεν επιθυμεί γενικευμένη εγκατάλειψη της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η ανησυχία του συνδέεται με τον κίνδυνο αναταράξεων στις αγορές κρατικών ομολόγων.
Σε περιόδους υψηλών επιτοκίων ή αβεβαιότητας, οι επενδυτές μπορεί να απαιτήσουν μεγαλύτερες αποδόσεις για τη χρηματοδότηση υπερχρεωμένων κρατών.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αύξανε το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η χώρα έχει πραγματοποιήσει σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή τα προηγούμενα χρόνια, αλλά η πορεία των ευρωπαϊκών επιτοκίων και των δημοσιονομικών κανόνων εξακολουθεί να επηρεάζει το οικονομικό περιβάλλον.
Η θέση του Βερολίνου θα έχει βαρύτητα στις επόμενες ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις για τη δημοσιονομική πολιτική.
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: Το παρασκήνιο για τη διάδοχο της Λαγκάρντ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναφορές του Μερτς στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Ο καγκελάριος τονίζει ότι η ΕΚΤ πρέπει να παραμείνει ισχυρή και πολιτικά ανεξάρτητη.
Η επισήμανση γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία εντείνονται οι συζητήσεις για το ενδεχόμενο πρόωρης αποχώρησης της Κριστίν Λαγκάρντ.
Η κανονική θητεία της προέδρου της ΕΚΤ ολοκληρώνεται τον Οκτώβριο του 2027.
Σύμφωνα με προηγούμενο ρεπορτάζ των Financial Times, εξετάζεται το ενδεχόμενο η αποχώρησή της να πραγματοποιηθεί νωρίτερα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε στους Ευρωπαίους ηγέτες να επιλέξουν νέο πρόεδρο πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές.
Ο Μερτς δεν ανακοίνωσε κάποια συγκεκριμένη συμφωνία ή υποψηφιότητα.
Δήλωσε, ωστόσο, ότι εάν προκύψει πρόωρη αποχώρηση, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα είναι προετοιμασμένες.
Η διαδικασία επιλογής νέας ηγεσίας στην ΕΚΤ έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγορές, καθώς επηρεάζει τις προσδοκίες για τη μελλοντική νομισματική πολιτική.
Μερτς και Μακρόν ετοιμάζουν ευρωπαϊκή εμπορική αντεπίθεση
Στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής, ο Μερτς παρουσιάζει μια σαφώς πιο παρεμβατική ευρωπαϊκή στρατηγική.
Σε συνεργασία με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, προωθεί τη δημιουργία νέων μηχανισμών εμπορικής άμυνας.
Στόχος είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση να μπορεί να αντιδρά ταχύτερα σε πρακτικές οικονομικού εξαναγκασμού από τρίτες χώρες.
Η συζήτηση αφορά μεταξύ άλλων τη δυνατότητα περιορισμού της πρόσβασης στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά όταν ευρωπαϊκές βιομηχανίες ή εφοδιαστικές αλυσίδες αντιμετωπίζουν στοχευμένες πιέσεις.
Ο καγκελάριος υποστηρίζει ότι η ΕΕ πρέπει να διαθέτει περισσότερα μέσα και να είναι διατεθειμένη να τα χρησιμοποιήσει.
Η πρόταση σηματοδοτεί μετατόπιση από την παραδοσιακή γερμανική προσήλωση στο ελεύθερο εμπόριο προς μια πιο ενεργητική πολιτική προστασίας στρατηγικών συμφερόντων.
Η αλλαγή συνδέεται με την αυξανόμενη πίεση που δέχονται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις από τον διεθνή ανταγωνισμό και τις εμπορικές εντάσεις.
Κίνα: Το εμπορικό πλεόνασμα του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ την ημέρα
Η Κίνα βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας ευρωπαϊκής εμπορικής στρατηγικής.
Ο Μερτς αναφέρεται στο μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα που καταγράφει το Πεκίνο στις συναλλαγές του με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, το κινεζικό πλεόνασμα φθάνει περίπου το ένα δισεκατομμύριο ευρώ ημερησίως.
Η διαφορά αυτή αναδεικνύει τις ανισορροπίες στο διμερές εμπόριο.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό από κινεζικά προϊόντα σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, οι μπαταρίες και ο βιομηχανικός εξοπλισμός.
Οι περιορισμοί της Κίνας στις εξαγωγές ορισμένων σπάνιων γαιών και μαγνητών έχουν ενισχύσει τις ευρωπαϊκές ανησυχίες για την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Ο Γερμανός καγκελάριος αναγνωρίζει τη σημασία των επαφών του Ευρωπαίου επιτρόπου Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς με το Πεκίνο.
Ωστόσο, θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διαθέτει αποτελεσματικότερα εργαλεία αντίδρασης.
Για τη Γερμανία, η αλλαγή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η οικονομία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων.
Η Ευρώπη απέναντι και στον Τραμπ: Τέλος στην παθητική εμπορική πολιτική
Η νέα στρατηγική δεν αφορά αποκλειστικά την Κίνα.
Ο Μερτς συνδέει την ανάγκη ισχυρότερων ευρωπαϊκών μηχανισμών και με τις εμπορικές πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι επανειλημμένες απειλές για δασμούς και εμπορικές συγκρούσεις έχουν ενισχύσει την ανησυχία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η γερμανική κυβέρνηση επιθυμεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να μπορεί να απαντά με μεγαλύτερη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.
Πρόκειται για μια αλλαγή που θα μπορούσε να επηρεάσει τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και τις εμπορικές σχέσεις με σημαντικούς διεθνείς εταίρους.
Για την ελληνική οικονομία, οι εξελίξεις έχουν σημασία επειδή επηρεάζουν το ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον παραγωγής, εμπορίου και επενδύσεων.
Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας θα μπορούσε να δημιουργήσει ευκαιρίες για επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας.
Ταυτόχρονα, μια κλιμάκωση εμπορικών αντιπαραθέσεων μπορεί να αυξήσει το κόστος εισαγωγών και να προκαλέσει νέες αβεβαιότητες.
Ουκρανία: «Εάν εγκαταλείψουμε το Κίεβο, αλλάζει ολόκληρη η Ευρώπη»
Η υποστήριξη της Ουκρανίας αποτελεί κεντρικό στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής του Μερτς.
Ο Γερμανός καγκελάριος προειδοποιεί ότι η εγκατάλειψη του Κιέβου θα είχε σοβαρές συνέπειες για την ευρωπαϊκή πολιτική και στρατηγική τάξη.
Η Γερμανία θεωρεί ότι η συνέχιση της ουκρανικής αντίστασης συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Ο Μερτς υποστηρίζει ότι η Ουκρανία μπορεί να συνεχίσει να αντιστέκεται αποτελεσματικά εφόσον οι σύμμαχοί της λάβουν τις κατάλληλες αποφάσεις.
Η θέση του διαφοροποιείται από τις πολιτικές δυνάμεις που ζητούν περιορισμό ή διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των χρηματοδοτικών αναγκών του Κιέβου για το 2027.
Η Ουκρανία αναμένεται να αντιμετωπίσει σημαντικό δημοσιονομικό κενό, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη συντονισμού μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Η Γερμανία, ως μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ, αναμένεται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις σχετικές αποφάσεις.
Ρωσικό ντίζελ: Ο Μερτς αμφισβητεί τη συμφωνία Τραμπ–Πούτιν
Η συνέντευξη περιλαμβάνει και σαφή προβληματισμό για τη συμφωνία της αμερικανικής κυβέρνησης με τη Ρωσία σχετικά με τις εισαγωγές ντίζελ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε σε χαλάρωση κυρώσεων και συμφωνία προμήθειας ρωσικού καυσίμου, επιδιώκοντας να περιορίσει τις υψηλές τιμές στην αμερικανική αγορά.
Η απόφαση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο Κίεβο.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι θεωρεί ότι τέτοιες συμφωνίες μπορούν να ενισχύσουν οικονομικά τη Ρωσία, την ώρα που συνεχίζεται ο πόλεμος.
Ο Μερτς αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής επιλογής.
Αναγνωρίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν πρόβλημα υψηλών τιμών ενέργειας, το οποίο συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, δεν εμφανίζεται πεπεισμένος ότι η προμήθεια ρωσικού ντίζελ αποτελεί κατάλληλη λύση.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει τις διαφορετικές προτεραιότητες ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που επιδιώκουν να διατηρήσουν την οικονομική πίεση προς τη Μόσχα.
«Κάθε μέρα είναι διαφορετική»: Η δύσκολη σχέση με τον Λευκό Οίκο
Ο Μερτς περιγράφει τη διαχείριση των σχέσεων με τον Ντόναλντ Τραμπ ως μια διαρκή διπλωματική προσπάθεια.
Η γερμανική κυβέρνηση επιδιώκει να διατηρήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες προσηλωμένες στην υποστήριξη της Ουκρανίας και στη συνεργασία με τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Ωστόσο, οι αλλαγές στις αμερικανικές προτεραιότητες δημιουργούν αβεβαιότητα.
Ο καγκελάριος αναγνωρίζει ότι η στάση της Ουάσιγκτον απαιτεί καθημερινή διαχείριση.
Η Γερμανία επιδιώκει να διατηρήσει τη διατλαντική συνεργασία, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τις ευρωπαϊκές δυνατότητες οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η διπλή αυτή προσέγγιση αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής Μερτς.
Από τη μία πλευρά, η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί τις Ηνωμένες Πολιτείες αναντικατάστατο σύμμαχο.
Από την άλλη, υποστηρίζει ότι η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει περισσότερα εργαλεία για να προστατεύει τα συμφέροντά της.
Λεπέν και Γαλλία: Ο φόβος για την επόμενη ευρωπαϊκή πολιτική ανατροπή
Η συνέντευξη αγγίζει και τις πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία.
Η πιθανότητα μιας σημαντικής αλλαγής στην πολιτική κατεύθυνση του Παρισιού δημιουργεί ερωτήματα για το μέλλον της γαλλογερμανικής συνεργασίας.
Ο Μερτς ερωτήθηκε πώς θα αντιμετώπιζε μια ενδεχόμενη προεδρία της Μαρίν Λεπέν.
Ο ίδιος απάντησε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα επιχειρούσε να διατηρήσει λειτουργικούς διαύλους συνεργασίας.
Η τοποθέτηση δεν σημαίνει πολιτική σύγκλιση.
Αντανακλά την αναγνώριση ότι η Γερμανία και η Γαλλία παραμένουν αλληλοεξαρτώμενες οικονομικά και θεσμικά.
Ο γαλλογερμανικός άξονας έχει αποτελέσει βασικό μηχανισμό διαμόρφωσης ευρωπαϊκών πολιτικών επί δεκαετίες.
Μια ουσιαστική αλλαγή στις σχέσεις των δύο χωρών θα μπορούσε να επηρεάσει την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τη δημοσιονομική πολιτική και τις κοινές αμυντικές πρωτοβουλίες.
Η γραφειοκρατία των Βρυξελλών στο στόχαστρο
Παρά την ισχυρή υποστήριξή του στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ο Μερτς ασκεί κριτική στη γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Υποστηρίζει ότι το αυξανόμενο ρυθμιστικό βάρος περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης της ενιαίας αγοράς.
Η γερμανική κυβέρνηση επιδιώκει απλούστευση διαδικασιών και μείωση διοικητικών υποχρεώσεων για τις επιχειρήσεις.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την προσπάθεια ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Ο Μερτς θεωρεί ότι η ΕΕ πρέπει να είναι ταυτόχρονα πιο αποτελεσματική στο εσωτερικό της και πιο αποφασιστική στις σχέσεις της με τρίτες χώρες.
Η πρόκληση είναι να περιοριστούν οι περιττές γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις χωρίς να υπονομευθούν βασικοί κανόνες προστασίας των εργαζομένων, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος.
Τι σημαίνει η γερμανική κρίση για την Ελλάδα
Οι εξελίξεις στη Γερμανία έχουν άμεση σημασία για την ελληνική οικονομία.
Η Γερμανία αποτελεί σημαντική αγορά για ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες, ενώ διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στον ευρωπαϊκό τουρισμό και στις επενδυτικές ροές.
Μια παρατεταμένη περίοδος οικονομικής αδυναμίας μπορεί να επηρεάσει τη ζήτηση και την επιχειρηματική δραστηριότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Παράλληλα, οι επιλογές του Βερολίνου για τους δημοσιονομικούς κανόνες και την ευρωπαϊκή εμπορική πολιτική επηρεάζουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί και η ελληνική οικονομία.
Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής παραγωγής, οι επενδύσεις σε υποδομές και οι νέες αμυντικές δαπάνες μπορούν να δημιουργήσουν δυνατότητες συνεργασίας.
Ωστόσο, η αυστηρή προσέγγιση του Μερτς απέναντι στο δημόσιο χρέος δείχνει ότι η Γερμανία εξακολουθεί να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη δημοσιονομική πειθαρχία.
Για την Αθήνα, η διαμόρφωση κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών θα απαιτήσει προσεκτική ισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες ανάπτυξης, στην οικονομική σταθερότητα και στις νέες γεωπολιτικές προκλήσεις.
Το μεγάλο στοίχημα Μερτς: Να αλλάξει τη Γερμανία χωρίς να χάσει την πολιτική σταθερότητα
Ο Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιαίτερα σύνθετη πολιτική αποστολή.
Πρέπει να αντιμετωπίσει την οικονομική στασιμότητα, να προωθήσει δύσκολες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και να διαχειριστεί τις αντιθέσεις με τους Σοσιαλδημοκράτες.
Ταυτόχρονα, επιδιώκει να ανακόψει την εκλογική ενίσχυση της AfD, διατηρώντας τη γραμμή μη συνεργασίας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θέλει μια ισχυρότερη οικονομικά και στρατηγικά Ένωση, με περισσότερα εργαλεία εμπορικής άμυνας και σταθερή υποστήριξη της Ουκρανίας.
Οι προκλήσεις αυτές συνδέονται μεταξύ τους.
Η οικονομική δυσαρέσκεια ενισχύει την πίεση προς την κυβέρνηση, ενώ η διεθνής αβεβαιότητα δυσκολεύει την ανάκαμψη της γερμανικής βιομηχανίας.
Ο Μερτς θεωρεί ότι η απάντηση βρίσκεται στις μεταρρυθμίσεις, στις επενδύσεις και στη διατήρηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας.
Η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής θα κριθεί από τα αποτελέσματα των επόμενων μηνών.
Το μήνυμα προς Βερολίνο, Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον
Η συνέντευξη στους Financial Times αποτυπώνει έναν καγκελάριο που επιδιώκει να ανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία.
Αποκλείει την παραίτησή του, επιμένει στη μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους και διατηρεί τη γραμμή μη συνεργασίας με την AfD.
Παράλληλα, προειδοποιεί για το ευρωπαϊκό χρέος, ζητεί ισχυρότερη εμπορική άμυνα απέναντι στην Κίνα και στις διεθνείς πιέσεις και υπερασπίζεται τη συνέχιση της υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Η θέση του για τη συμφωνία Τραμπ–Πούτιν στο ρωσικό ντίζελ δείχνει ότι η Γερμανία δεν ταυτίζεται με όλες τις επιλογές της Ουάσιγκτον.
Το πολιτικό μήνυμα του Μερτς είναι ότι η Γερμανία πρέπει να παραμείνει σταθερός πυλώνας της Ευρώπης, ακόμη και όταν η ίδια αντιμετωπίζει σοβαρή εσωτερική κρίση.
Το ερώτημα είναι εάν η κυβέρνησή του θα καταφέρει να μετατρέψει τις εξαγγελίες σε οικονομικά και πολιτικά αποτελέσματα, σε μια περίοδο κατά την οποία η πίεση από την AfD και οι διεθνείς αναταράξεις περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο